Του Γιάννη Ζωράκη

Μετά την κρίση στην οικοδομή, ήρθε η στιγμή για την κρίση στην αγορά του τσιμέντου, η οποία όμως είναι πολύ περισσότερο βαθιά, αφού επηρεάζει εκατοντάδες θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Κρήτη.

Η κατάσταση στο νησί είναι εξίσου δύσκολη, με τις δύο μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται τοπικά να κρατούν ακόμα δυνάμεις μεν, αλλά το μέλλον να κρίνεται αβέβαιο τόσο για τις ίδιες όσο και για τους εργαζόμενους τους.

Την κατάσταση επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο οι παράνομες εισαγωγές τσιμέντου στη χώρα, αλλά και οι πολλαπλές νόμιμες εισαγωγές, οι οποίες λειτουργούν ανασταλτικά όχι μόνο για τον κλάδο, αλλά και για το σύνολο της εθνικής οικονομίας. Ευτυχώς στην Κρήτη οι παράνομες εισαγωγές τσιμέντου που υπήρχαν τα τελευταία δύο χρόνια σταμάτησαν, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων νομού Ηρακλείου στις 5 Ιουλίου, όταν και πιάστηκε παράνομο φορτηγό διακίνησης.

«Στην Κρήτη, αν και υπήρχε παράνομη διανομή, καταφέραμε να τη διαπιστώσουμε, και τελικά να την πατάξουμε» αναφέρει με δηλώσεις του στην «Π» ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μανώλης Σφυρής, διευκρινίζοντας ωστόσο πως το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είναι το μοναδικό του κλάδου.

«Η Πολιτεία θα πρέπει επιτέλους να αποφασίσει αν θέλει να στηρίξει τον βασικό πυλώνα της βαριάς ελληνικής βιομηχανίας που είναι η τσιμεντοβιομηχανία» τονίζει ο κ. Σφυρής και προσθέτει:

«Η Ελλάδα διαθέτει δύο βασικά προϊόντα βαριάς βιομηχανίας. Τσιμέντο και σίδηρο. Το ζήτημα λοιπόν γίνεται βαθιά πολιτικό. Τίθεται το ερώτημα αν η χώρα θέλει να στηρίξει τη βιομηχανία της ή αν αρκείται στο να καταστραφεί ένας κλάδος με ανυπολόγιστες συνέπειες στην οικονομία, αλλά και χάσιμο τεράστιου αριθμού θέσεων εργασίας».

Σύμφωνα με τον κ. Σφυρή, οι εταιρίες το πρώτο πράγμα που θα κάνουν εφόσον αντιμετωπίσουν πρόσθετες δυσκολίες, είναι να περικόψουν θέσεις εργασίας. Ο πρόεδρος της ΟΕΒΕΝΗ διευκρινίζει πως το κόστος παραγωγής είναι ακριβώς το ίδιο σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, με μοναδική διαφοροποίηση να υπάρχει στο κόστος των εργαζομένων.

«Δεδομένων των συνθηκών κι αν η Πολιτεία δε λάβει μέτρα, οι πρώτοι που θα χάσουν θα είναι οι εργαζόμενοι» τονίζει ο κ. Σφυρής και διευκρινίζει:

«Όταν μια εταιρία δεν έχει κίνητρα από την Πολιτεία να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και μπορεί να βρει πολύ φθηνότερα εργατικά στο εξωτερικό και γειτονικές μάλιστα χώρες, δεν έχει κανένα απολύτως κίνητρο να συνεχίσει τη δραστηριότητα της εντός των συνόρων. Γιʼ αυτό τονίζουμε προς κάθε κατεύθυνση πως είναι επιβεβλημένη η στήριξη του κλάδου και η λήψη πολιτικών μέτρων».



Συνεχόμενες μειώσεις

Απογοητευτικά είναι τα στοιχεία που δίνει η Ομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων σε σχέση με τις μειώσεις που παρατηρούνται στις πωλήσεις του κλάδου την τελευταία πενταετία.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας η συνολική μείωση στην αγορά τσιμέντου από το 2007 μέχρι σήμερα αγγίζει το 88 %, ενώ σε ετήσια βάση την τελευταία πενταετία κυμαίνεται από – 14 % έως και – 30 %, με το 2011 να είναι η χρονιά με την υψηλότερη καταγεγραμμένη πτώση.

«Δηλωτικό της κατάστασης που επικρατεί στην αγορά, είναι πως και οι ίδιες οι εταιρίες έχουν αναπροσαρμόσει τους μεσοπρόθεσμους στόχους τους, οι οποίοι πλέον είναι αναθεωρημένοι προς τα κάτω, γεγονός που δηλώνει την γενικότερη αντίληψη κι έλλειψη προσδοκιών από την αγορά της Ελάδας» αναφέρει ο κ. Σφυρής.



«Καμπανάκι» για τους εργαζόμενους

Είναι αδύνατο να συνεχιστεί η δεδομένη κατάσταση, ενώ όπως προκύπτει από τα στοιχεία και τα δυσμενή νούμερα, κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των θέσεων που έχουν εκατοντάδες εργαζόμενοι στην Κρήτη σήμερα.

«Φωνάζουμε και πιέζουμε συνεχώς για λήψη μέτρων, διότι οι εταιρίες αν δεν αντέξουν, θα διώξουν εργαζόμενους» τονίζει ο κ. Σφυρής και προσθέτει: «Η κατάσταση δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί και το σημείο που βρισκόμαστε είναι οριακό. Το χειρότερο όμως είναι πως το Κράτος δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται πως μια πιθανή απώλεια θέσεων εργασίας, θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία, αφού ουσιαστικά η ίδια η Πολιτεία, επιλέγει να χρησιμοποιεί μεθόδους για την εξόντωση της βαριάς βιομηχανίας της».

Δηλωτικό της κατάστασης είναι πως ήδη στη Χαλκίδα στο Μικρό Βαθύ, μια τσιμεντοβιομηχανία έκλεισε τις εγκαταστάσεις της, ενώ τα «λουκέτα» βρίσκονται προ των πυλών και σε άλλα σημεία της Ελλάδας, με την Κρήτη να υπάρχει στη λίστα.

Υψηλή ποιότητα

Το χειρότερο όλων στη διαμορφωμένη κατάσταση ωστόσο είναι πως η ελληνική πολιτεία απαξιώνει χαρακτηριστικά, ένα από τα καλύτερα προϊόντα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο.

Κι αυτό γιατί, το ελληνικό τσιμέντο βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας ποιότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, με τις υπόλοιπες χώρες να απέχουν μακράν. Ταυτόχρονα οι ελληνικές βιομηχανίες έχουν προχωρήσει σε μειώσεις κόστους της τάξεως του 4 % (πρωτοφανές για την τσιμεντοβιομηχανία), αλλά και σε ταυτόχρονη αύξηση ποιότητας, που συνολικά προσδίδει 20 % μεγαλύτερο όφελος για τον καταναλωτή σε σχέση με τον ανταγωνισμό.

«Η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία δεν κοιμάται» αναφέρει ο κ. Σφυρής και προσθέτει:

«Οι ενέργειες που γίνονται σε επίπεδο Ελλάδας από τις βιομηχανίες είναι πάρα πολύ δυναμικές κι έχουμε το προνόμιο να διαθέτουμε ένα από τα καλύτερα προϊόντα στον κόσμο. Αυτό όμως πρέπει να το αντιληφθούν οι κυβερνώντες και να γίνουν όλες οι απαιτούμενες ενέργειες για τη σωτηρία του κλάδου, αλλά και της βιομηχανίας μας».