Του Φραγκίσκου Παρασύρη βουλευτή ΠΑΣΟΚ Ηρακλείου

Η πρωτοφανής επίθεση που δέχονται η ΕΕ και οι ΗΠΑ από τους οίκους αξιολόγησης και τους κερδοσκόπους, έχει σπείρει πανικό στα διεθνή χρηματιστήρια και οδήγησε στην καταγραφή τεράστιων ζημιών.

Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται σωστή η θέση των ευρωπαίων σοσιαλιστών περί ρύθμισης των αγορών.

Η περίφημη νεοφιλελεύθερη θεωρία περί αυτορύθμισης των ελεύθερων αγορών και των θαυματουργών επιδράσεων τους, αποδείχτηκε εξίσου ως αυταπάτη όπως και η αντίληψη πως οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις βάζουν φρένο στην ανάπτυξη, εμποδίζοντας την επιχειρηματικότητα.

Σήμερα ξαφνικά οι θιασώτες της νεοφιλελεύθερης αυταπάτης κηρύσσουν, ότι χωρίς θεσμική ρύθμιση, κινδυνεύει όλο το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, µε δραµατικές συνέπειες για την παγκόσµια οικονοµία.

Παράλληλα εκστομίζονται από νεοσυντηρητικούς πολιτικούς, με πρώτο παράδειγμα τον Σαρκοζί, αιτιάσεις, όπως η εισαγωγή κοινής οικονομικής διακυβέρνησης, η εισαγωγή φόρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, η ίδρυση ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες ακόμη και η εισαγωγή ευρωομολόγου.

Μόνο μετά την υποβάθμιση των ΗΠΑ από την Standards and Poors με την συνακόλουθη προειδοποίηση για περαιτέρω υποβάθμιση και ανάλογες προειδοποιήσεις από την Moodys και μετά τις προειδοποιήσεις για ενδεχόμενη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας, συνειδητοποίησαν τα κέντρα εξουσίας του πλανήτη και ειδικά των Βρυξελλών, ότι τα ληφθέντα μέτρα για το περιορισμό της ανεξέλεγκτης δράσης των αγορών είναι ανεπαρκή.

Προτάσσονται επομένως και από τους νεοφιλελεύθερους παρεμβατικές λογικές. Αυτό δεν εκπλήσσει, διότι η πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη προσέγγιση υποστηρίζει μεν την αυτορύθµιση, αλλά δέχεται συγχρόνως ορισμένες κρατικές παρεµβάσεις, ως αναγκαίες.

Το βασικό ζήτηµα επομένως έγκειται στη µορφή της παρέµβασης και ποιες κοινωνικές οµάδες κερδίζουν από αυτήν.

Όταν προτείνουν λοιπόν λογικές κοινής οικονομικής διακυβέρνησης οι Μέρκελ και Σαρκοζί, θεωρούν ωφέλιμο να δεσμευθούν με αξιόπιστο τρόπο (συνταγματικά) οι μεμονωμένες χώρες, να επιβάλουν δημοσιονομική αυτοπειθαρχία υιοθετώντας, για παράδειγμα, δημοσιονομικούς στόχους και υποστηρίζοντας θεσμούς που ενθαρρύνουν τη δημοσιονομική συγκράτηση.

Επίσης εννοούν, μια δυναμικότερη προσπάθεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την παρακολούθηση των οικονομικών στοιχείων των χωρών με συνεκτικό και προληπτικό τρόπο ώστε να αντιμετωπισθεί η τάση απόκρυψης δημοσιονομικών στοιχείων η οποία παράγει σκληρές εκπλήξεις.

Πέραν της αυστηρότερης προληπτικής εποπτείας, οι νεοσυντηρητικοί δεν προάγουν άλλες πτυχές ενός ευρύτερου πλαισίου δημοσιονομικής διακυβέρνησης όπως για παράδειγμα, την πρόσβαση σε κεντρικούς πόρους, προερχόμενους είτε από την έκδοση κοινών ομολόγων, είτε από την φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.

Από το πνεύμα των συντηρητικών απουσιάζει συνεπώς η έννοια της αλληλεγγύης και της δίκαιης διανομής των βαρών.

Απουσιάζει το πνεύμα που απογειώθηκε κατά την περίοδο του Διαφωτισμού και υπήρξε ο κινητήριος μοχλός κάθε μεταβολής με κέντρο τον άνθρωπο.

Στο πνεύμα αυτό εντάσσεται η συνολική πρόταση των ευρωσοσιαλιστών.

Σε αντίθεση με τις νεοσυντηρητικούς που υπερασπίζονται περεταίρω μείωση των μισθών, παράλληλα με αύξηση της παραγωγικότητας και περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες, οι ευρωσοσιαλιστές πιστεύουν ότι το δημοσιονομικό νοικοκύρεμα μέσα από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι μεν απαραίτητο, όχι όμως κατά αντιδιαστολή στην κοινωνική συνοχή και στην δυνατότητα ανάπτυξης των κρατών.

Τα ρυθμιστικά μέτρα που προτείνουν οι σοσιαλιστές περιέχουν την διάσταση της αναπτυξιακής δυναμικής και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ανάμεσα σε αυτά τα μέτρα ανήκει η πρόταση για έναν οργανισμό σταθερότητας για τον ανασχεδιασμό (reprofiling) του χρέους των κρατών της ευρωζώνης ο οποίος ταυτόχρονα θα διασφαλίζει την επανόρθωση ενός κράτους η οικονομία του οποίου κινδυνεύει να χάσει τη σταθερότητά της.

Από αυτή την άποψη εκτιμάται ότι η ευρωζώνη θα μπορούσε να επωφεληθεί από την έκδοση ευρω-ομολόγων.

Σε ό,τι αφορά το ευρωομόλογο, αυτό θα πρέπει να εξυπηρετεί όχι απλώς αναπτυξιακούς στόχους, αλλά να αντιμετωπίζει τη διαχείριση του χρέους των κρατών μελών της ευρωζώνης.

Ειδικότερα ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, πρότεινε ένα ευρωομόλογο το οποίο θα αφορά κυρίως στη διαχείριση του δημόσιου χρέους των χωρών- μελών, τουλάχιστον μέχρι το 60%, από έναν κεντρικό φορέα ή μηχανισμό, ο οποίος θα δημιουργήσει μια πολύ μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων και ρευστότητα που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη και τη σταθεροποίηση της Ευρωζώνης.

Πέρα από το ευρωομόλογο, χρειάζεται ένας αποτελεσματικός μηχανισμός της ευρωζώνης, με κοινές εγγυήσεις, ο οποίος θα είναι σχεδιασμένος να βοηθά τις χώρες που δέχονται επιθέσεις από κερδοσκόπους και θα διασφαλίζει ότι ιδιώτες επενδυτές θα αναλαμβάνουν το δικό τους μερίδιο από τα κόστη των μέτρων σταθεροποίησης.

Ιδιώτες επενδυτές που ευθύνονται για αφερέγγυους δανεισμούς θα σηκώσουν ένα μέρος από το κόστος των σταθεροποιητικών μέτρων.

Ο μηχανισμός αυτός θα αποτελέσει αποτελεσματικό ανάχωμα στην προέλαση του ανεύθυνου και επιθετικού χρηματιστικού τομέα του κεφαλαίου όπως και ένας ευρωπαϊκός φόρος στην κερδοσκοπία ώστε να υπάρξουν νέα έσοδα χωρίς να θιγούν οι απλοί πολίτες και να χρειάζονται άδικες περικοπές των κοινωνικών κονδυλίων.

Συμπληρωματικά, προτείνεται μία χρηματοοικονομική μεταρρύθμιση που θα περιορίζει την εξουσία των οίκων αξιολόγησης, μέσω της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού ανεξάρτητου οίκου με δημόσια χρηματοδότηση.

Τα προαναφερθέντα μέτρα, συνδυάζονται με μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική επενδύσεων για την προώθηση δίκαιης ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Για αυτό οι σοσιαλιστές προκρίνουν ένα συμπληρωματικό Σύμφωνο, παράλληλα με αυτό του Μάαστριχτ, το οποίο θα αφορά τα ζητήματα απασχόλησης, κοινωνικής προστασίας και συνοχής, βιώσιμης ανάπτυξης και ζητάνε την διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τον περιορισμό των επισφαλειών, με έναν τρόπο που θα εγγυάται ότι, μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν θα υπάρξουν ξανά φούσκες.

Σε μια Ευρώπη των 130 εκατομμυρίων φτωχών που ολοένα γίνεται φτωχότερη. Σε μια Ευρώπη των 28,5 εκατομμυρίων ανέργων χρειάζεται ένα νέο μοντέλο οργάνωσης τόσο της οικονομίας όσο και του κοινωνικού κράτους πρόνοιας που θα ανταποκρίνονται στη νέα σκληρή πραγματικότητα. Είναι ανάγκη, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία να βάλει φραγμούς στους ιδεολόγους της συντηρητικής παράταξης που χρησιμοποιούν τις μετασεισμικές δονήσεις της κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως δικαιολογία για να καταφέρουν μακροχρόνιο πλήγμα στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο.

Η Ευρώπη αξίζει μια ηγεσία συμβατή στο ανθρωποκεντρικό πρόσταγμα που είναι χαραγμένο βαθιά στο ιστορικό DNA της. Μια ηγεσία που δεν θα επιτρέψει στις αγορές να λεηλατήσουν τον άνθρωπο και τις κοινωνικές κατακτήσεις του.

Ήρθε η ώρα των ευσωσοσιαλιστών.

Η επίθεση των αγορών ενάντια στα κράτη και ενάντια στους διεθνείς θεσμούς αποδεικνύει ότι η εφαρμογή των προτάσεων των ευωροσοσιαλιστών είναι αναγκαία. Μεγαλύτερη δικαίωση δεν υπάρχει.