
Του Ν. Τσαγκαράκη
Μετά από δέκα χρόνια, ένα παγκόσμιο φαινόμενο φτάνει στο τέλος του.
Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΗΡΟΙ ΤΟΥ
ΘΑΝΑΤΟΥ- ΜΕΡΟΣ 2ο
HARRY POTTER AND THE DEATHLY HALLOWS- PART 2
Σκην.: Ντέιβιντ Γιέιτς
Πρωτ.: Ντάνιελ Ράντκλιφ, Έμα Γουότσον, Ρούπερτ Γκριντ, Ρέιφ Φάινς, Άλαν Ρίκμαν, Μάγκι Σμιθ, Μάικλ Γκάμπον, Τζον Χερτ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Τζούλι Γουόλτερς, Κιάραν Χιντς
Ο Χάρι Πότερ με τη βοήθεια του Ρον και της Ερμιόνης συνεχίζουν να ψάχνουν για τους Πεμπτουσιωτές, τους οποίους πρέπει να καταστρέψουν προκειμένου να σκοτώσουν τον Βόλντεμορτ.
Συνέχεια της αμέσως προηγούμενης ομότιτλης ταινίας στη γνωστή κινηματογραφική σειρά που ξεκίνησε το 2001 και μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την αντίστοιχη λογοτεχνική της βρετανής Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Κάθε ταινία αντιστοιχεί σ’ ένα από τα έξι βιβλία, ενώ μόνο το έβδομο και τελευταίο μοιράστηκε σε δύο μέρη, με αυτό εδώ να σηματοδοτεί το τέλος ολόκληρης της σειράς- τουλάχιστον προς το παρόν, γιατί στο Χόλυγουντ δύσκολα εγκαταλείπεται ένα τέτοιο χρυσωρυχείο. Συγκεκριμένα, το δεύτερο μέρος των «Κλήρων» έσπασε κάθε εισπρακτικό ρεκόρ ανοίγματος, συγκεντρώνοντας 168 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο τριήμερο στις Η.Π.Α. και συνολικά 476 εκατομμύρια παγκοσμίως μέσα σε πέντε μέρες! Δε θα είναι απίθανο λοιπόν αν στο κοντινό μέλλον η Ρόουλινγκ ή σεναριογράφοι της Warner με την άδειά της επαναφέρουν τον Χάρι και την παρέα του.
Το φινάλε πάντως ολοκληρώνεται με την ίδια πλαδαρότητα με την οποία ξεκίνησε. Από τις μακροσκελείς διαλογικές σκηνές του πρώτου μέρους, εδώ ο Γιέιτς περνάει στο άλλο άκρο με πολύ γρήγορη εξέλιξη σκηνών γεμάτες με δράση. Το ζήτημα είναι ότι ενώ στο πρώτο μέρος η υπόθεση ήταν υπερβολικά επεξηγηματική και γεμάτη παρεκβάσεις, εδώ η δράση βιάζεται τόσο να συμπεριλάβει τα γεγονότα ώστε χάνεται οποιαδήποτε αίσθηση διακύμανσης και κλιμάκωσης. Οι μεταβάσεις ανάμεσα στις σκηνές είναι γρήγορες και στοιχειωδώς επεξηγηματικές, ενώ οι διάφορες ‘δοκιμασίες’ του σεναρίου λύνονται με ευκολία δυσανάλογη της προετοιμασίας τους (δείτε για παράδειγμα την αρχική σκηνή στην τράπεζα).
Γενικότερα δίνεται η αίσθηση σκηνών “ατάκτως ερριμμένων“ με διεκπεραιωτική νοοτροπία, με τα επιμέρους διακυβεύματα να λαμβάνονται ως ήδη γνωστά, να συστήνονται σαν ο θεατής να πρέπει να έχει ένα υπόβαθρο από τα βιβλία, χωρίς να δίνονται πολλές επεξηγήσεις γιατί γίνεται καθετί. Ακόμη, δεν είναι ξεκάθαροι οι όροι της αληθοφάνειας του αφηγηματικού σύμπαντος, οπότε η δράση χάνει την αγωνία και την κρισιμότητά της. Για παράδειγμα, στη σκηνή όπου οι τρεις φίλοι καταδιώκονται από την πύρινη μάζα μέσα στην αποθήκη, γιατί δε θα μπορούσαν απλώς να τη σβήσουν, αφού σε κάποια στιγμή επεμβαίνουν στην καταδίωξη μ’ ένα ξόρκι ούτως ή άλλως; Επίσης, αν ο Βόλντεμορτ είναι ικανός να ακούγεται σε ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές στέλνοντας τη φωνή του από τον ουρανό, γιατί δε μπορεί ν’ αντιληφθεί τον Χάρι όταν εκείνος βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο και μάλιστα όταν τους χωρίζουν τζάμια- ούτε καν τοίχος;
Επιπλέον, οι μάχες σκηνοθετούνται άνευρα, με τη μοναδική ‘έκπληξη’ να είναι γνωστή και αναμενόμενη. Η καταστροφή του Χόγκγουορτς δίνεται σε μια μεταβατική σκηνή με αργή κίνηση, ενώ η τελική μάχη Χάρι και Βόλντεμορτ υποφέρει από τη στατικότητά της και την απλοϊκότητα με την οποία στήνεται η κρίσιμη παράλληλη σκηνή με το φίδι.
Αυτά που απομένουν είναι ο οσκαρικού επιπέδου, φαντασμαγορικός, ευφάνταστος, σχολαστικός σχεδιασμός της παραγωγής από τον Στιούαρτ Κρεγκ και το πολυάριθμο επιτελείο του που έχει επιμεληθεί όλη τη σειρά. Τα οπτικά εφέ που παρά τα συνηθισμένα τους πια κόλπα (οι συνθέσεις στις σκηνές πτήσεων περιστασιακά απογοητεύουν), εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν (ο πολλαπλασιασμός των αντικειμένων στην αποθήκη, ο δράκος κ.α.). Το αίσθημα απειλής, φόβου, σκοτεινιάς και απαισιοδοξίας που διαπερνάει το φιλμ. Η πρωταγωνιστική τριάδα είναι πλέον αυτοματικά εξαιρετική, και από το υπόλοιποι καστ ξεχωρίζει ο Ρίκμαν ως μυστηριώδης Σνέιπ και φυσικά ο Φάινς ως Βόλντεμορτ, παρότι νιώσαμε ότι η σκηνοθετική καθοδήγηση θα μπορούσε να τον έχει παρουσιάσει ακόμη πιο ισχυρό και επιβλητικό.
Απλώς η επιλογή να δοθεί το συναισθηματικό παρελθόν του Σνέιπ σε γρήγορο, ‘αγχωμένο’ φλάσμπακ, καθώς και η υποβάθμιση των εξαιρετικών ηθοποιών που απαρτίζουν το καστ με ελάχιστα λόγια και ακόμη λιγότερο χρόνο στην οθόνη, υπονομεύει την περιπλοκή της ιστορίας και την ερμηνευτική της ποικιλία. Ακόμη και η αναμέτρηση της κ. Μαγκόναγκαλ με τον Σνέιπ παρότι θα μπορούσε να προσφέρει μια εξαιρετικής -έστω λεκτικής- διαμάχης σκηνή, αρκείται σ’ έναν διαπληκτισμό μερικών δευτερόλεπτων.
Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα για την πλαδαρότητα της σκηνοθεσίας, η τελευταία σκηνή που βρίσκει τους ήρωες ενήλικες πια, ν’ αποχαιρετούν τα δικά τους παιδιά προς το Χόγκγουορτς. Η σκηνή αρχίζει και τελειώνει απλώς επιδεικνύοντας τους πρωταγωνιστές σε ενήλικο μακιγιάζ χωρίς να έχει κάτι ουσιαστικό να πει για την εξέλιξή τους ως χαρακτήρες. Ελάχιστα λόγια, μερικά νοσταλγικά βλέμματα και ανεξήγητα βαρύθυμο ύφος από τους γονείς, ο αποχαιρετισμός των παιδιών, και fade out. Έτσι μοιάζει και ολόκληρη η ταινία: συσσωρευμένη εξαιρετικά επιμελημένη εικονογραφία που συνεχώς μοιάζει να ξεχνά γιατί υπάρχει και που οδηγεί, καταγράφοντας αλλά μην καταλαβαίνοντας ακριβώς τον συναισθηματικό πυρήνα όσων συμβαίνουν (άραγε, μετά από ένα δεκαετές ταξίδι, οι ήρωες δεν έχουν τίποτα ν’ αναλογιστούν;).

