Toυ Μανόλη Καφετζάκη
Μια σπουδή στην ευγένεια παλαιάς κοπής,
ήθελε αμάραντο το ρόδο στο πέτο.
Απληστοι οι ροδώνες επαγγέλονταν λυρισμό.
Ανθιζαν νάματα οι πηγές.
Κι ούτε μια συμφορά να διαφθείρει την ευωδία.
Αχ Ελλάδα, γλυκιά αμαρόζα!
Κάθε θύμησή σου και μια ανάφλεξη ηδυπάθειας.
Ησαν δασκαλεμένα τα τριαντάφυλλα να καμώνονταν τα αθώα.
Μυούσαν στις ηδονές, στης ρόδινης οδύνης τη μαγγανεία.
Τ’ αγκάθια φίμωναν κρυφά το θυμό τους.
Αναρριχώμενος ο πόθος καταργούσε το φόβο.
Ούτε μια αμυχή για το μη χείρον,
ούτε ένας θρηνητικός μορφασμός.
Ημίγλυκος ήταν κι ο πόνος, συστατικό της λατρείας.
Αίφνης ένα πολύτιμο σφάλμα ονόματα ευδαιμονία,
ξελόγιαζε “τους πένητας τη εγκρατεία”.
Σαν χάνονται τα τέμπα της μεσότητας,
φέρνει απόγνωση η περίσσεια.
Στα ρηχά μιας ήττας τώρα και λίγο πριν τον πνιγμό,
στο χάσιμο των ωκεανών αναζητείται επειγόντως σχεδία.
Απτερος και ο βηματισμός των κρουστών,
αγγέλλεται μελαγχολία!
Βραχνοί οι κρωγμοί των οιωνών,
καταγγέλλουν τριγμούς στις Φαιδριάδες.
Σε μισοφέγγαρες δόσεις οι χρησμοί,
σημειώνονται πτώσεις βράχων.
Φασκιωμένα στο περιάνθιό τους και τα ρόδα
αναπαύουν το φόβο τους, τρέμουν τους εναγκαλισμούς.
Ηδονοθήρες οι άνεμοι, μεταλαμβάνουν ροδόνερο.
Φουριόζοι, μνηστεύονται με ανάρμοστες κόνξες,
φτύνοντας, χορεύοντας, παρατάνε στις όχθες
των δρόμων τριμμένα τα ροδοπέταλα.
Από πού κατάγεται άραγε η τόση αγένεια;
Πώς ευφραίνονται τόσον έρωτα χωρίς ένα τσίμπημα;
Πώς γεύονται τόσα άμαχα χάδια;
[email protected]

