
Σ’ αυτόν τον άνυδρο, όχι όμως και άγονο τόπο, ξέσπασε, καταμεσής του Μάη άγρια η νεροποντή. Κανείς δεν πίστευε πριν από λίγο ότι τα ελάχιστα σύννεφα που έτσι ξαφνικά άρχισαν να παρενοχλούν τον μαγιάτικο ήλιο, θα πύκνωναν τόσο γρήγορα και θα γινόντουσαν τόσο απειλητικά. Φάνηκε μάλιστα προς στιγμή και το ουράνιο τόξο, που άρχισε κι εκείνο να χαριεντίζεται παιχνιδιάρικα με τις λίγες σταγόνες του ψιλόβροχου. Λες και η Άνοιξη είχε διάθεση να μας κάνει παιχνίδια.
Κι όμως κάναμε λάθος. Η διάθεση ήταν διαφορετική, όχι διάθεση για παιχνίδια. Η καταιγίδα ήταν εν όψει. Τα αστραπόβροντα δεν άργησαν . Οι δυνατές βροντές απειλούσαν κιόλας οργισμένες τη φύση και τους ανθρώπους. Οι κεραυνοί ξέσκιζαν τον ουρανό και κατέληγαν βίαια στη γη, αφήνοντας μια πύρινη λάμψη να δείχνει πίσω τους τη φωτεινή τους πορεία. Η καταιγίδα είχε ξεσπάσει. Οι σταγόνες έπεφταν χοντρές και με δύναμη. Δεν σκοτείνιασε βέβαια εντελώς, αλλά το φως είχε χάσει τη λάμψη του. Παραχώρησε τη θέση του σε έναν σκοτεινό ουρανό και σε μια θαμπή και γκρίζα ατμόσφαιρα που διαπερνούσε τα πάντα. Οι άνθρωποι έτρεξαν τρομαγμένοι να κρυφτούν κάτω από τις τέντες των μαγαζιών και τα υπόστεγα των καταστημάτων. Τα λίγα πουλιά κούρνιαξαν έντρομα, γιατί φαίνεται πως ακόμη και το δικό τους ρολόι, το βιολογικό και το αλάθητο, δεν πρόλαβε να τους δώσει έγκαιρα το σινιάλο. Το ουράνιο τόξο εξαφανίστηκε κι εκείνο φοβισμένο κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τα μαύρα σύννεφα, σε τόπο ασφαλή.
Τώρα έβρεχε δυνατά. Ύστερα οι βροντές υποχώρησαν, οι αστραπές στέρεψαν, η ένταση της βροχής αποδυναμώθηκε, χωρίς όμως να σταματήσει να βρέχει. Έβρεχε αργά, σταθερά κι επίμονα. Σε λίγο χρόνο το υγρό στοιχείο είχε κυριεύσει το σύμπαν. Οι δρόμοι πλημμύρισαν. Τα αυτοκίνητα, σαν ανεμότρατες που αναμετριούνται αποφασιστικά με το κύμα, σκορπούσαν τα νερά των δρόμων δεξιά και αριστερά. Οι υαλοκαθαριστήρες συναγωνίζονται κι αυτοί ανεπιτυχώς τους ρυθμούς της σταθερής κι επίμονης βροχής. Μαζέψανε το νου τους οι οδηγοί, κόψανε ταχύτητα, μα το υγρό στοιχείο εξακολουθούσε να σκορπά τα νερά του παντού.
Υγρή και μουσκεμένη τώρα η Λευκωσία. Κι είναι όμορφη η Λευκωσία σαν είναι υγρή και μουσκεμένη. Με τους πλυμένους δρόμους της, με τις καθαρές προσόψεις των κτιρίων να δείχνουν επιτέλους ολοκάθαρα τα χρώματά τους και τις βρεγμένες τέντες να στάζουν τον ιδρώτα τους από τον κάματο του μεσημεριού. Είναι όμορφη η Λευκωσία με ολοκάθαρες τις λίγες κεραμοσκεπές που της απόμειναν, με τα βρεγμένα μαλλιά των δέντρων στους δρόμους και στα πάρκα, να απειλούν τον όποιον περαστικό ήθελε βρεθεί τέτοια ώρα στους δρόμους. Και καμαρώνει η Λευκωσία το Τρόοδος που δροσίζεται ξαπλωμένο κάτω από τα μαύρα σύννεφα και τα δάση του που απολαμβάνουν την ευλογία της βροχής, πριν ακόμη διψάσουν. Και θλίβεται η Λευκωσία με τον Πενταδάκτυλο δακρυσμένο μέσα στο γκρίζο σύννεφο που τον τυλίγει. Κι έχει λόγους ο Πενταδάκτυλος να είναι δακρυσμένος. Όχι μόνο τώρα με το γκρίζο της καταιγίδας. Έχει το δικό του γκρίζο ο Πενταδάκτυλος που τον βαραίνει από την εισβολή. Τρεις και πλέον δεκαετίες τώρα. Κι αυτή την ντροπή δεν μπορεί να την ξεπλύνει καμιά νεροποντή, καμιά καταιγίδα … παραμένει πάντα ντροπή, όνειδος!

