
Με πόση χαρά αλήθεια περιμέναμε κάθε χρόνο το πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος, όχι για να κάμομε ένα ακόμη πανηγύρι στα τέσσερα που εόρταζαν τότε οι χωριανοί μου, αλλά για να πάρομε το στρατούλι στο πλάι και να ανεβούμε στο βουνό. Να δούμε από ψηλά το χωριό και τον κάμπο αλλιώτικα. Οπως τα βλέπει ο ο ήλιος την ημέρα και το φεγγάρι τη νύχτα, όπως τα βλέπουν οι αεροπόροι, όταν πετούν από πάνω τους.
Το Αγιο Πνεύμα θεμελιώθηκε σε ένα βουναλάκι πάνω από το χωριό μας το 1880, θρονιάστηκε το 1895 και βρίσκεται σε ένα υψόμετρο 620 μέτρων, θέση κατάλληλη να επισκοπεί το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας Πεδιάδος.
Είχαν δίκιο οι παππούδες μας που το έχτισαν εκεί ψηλά να τους προστατεύει και να τους ευλογεί όλο το χρόνο, μόνο που εμείς πηγαίναμε (τότε, αλλά και τώρα) και το λειτουργούσαμε μια φορά, ξέλαμπρα, τση χάρης του.
Οι ετοιμασίες άρχιζαν πολλές εβδομάδες πριν από το πανηγύρι. Από το Πάσχα ξεκινούσαν οι νοικοκυρές τ’ ασπρίσματα κι έπρεπε να βρεθεί του Αγίου Πνευμάτου όλο το χωριό ασπρισμένο. Και τα σπίτια και οι αυλές και τα σοκάκια. Πάστρα, καθαριότητα και υγεία.

Και οι ‘πιτρόποι ετοίμαζαν και αυτοί το ξωκκλήσι. Να το ασπρίσουν να φαίνεται από μακριά σαν το περιστέρι. Να καθαρίσουν το γύρω χώρο και μια βδομάδα πριν από το πανηγύρι να πάρουν τις σκαλίδες, να κόψουν τους ασπαλάθους και τα κλαδιά σε όλη τη διαδρομή στο μονοπάτι που οδηγούσε από το τελευταίο σπίτι του χωριού, ίσαμε την εκκλησία. Να καθαρίσει το στρατούλι καλά-καλά, να μην αγκιλώνουνται οι πανηγυριώτες, να μην τσιμπούν τα πόδια τους οι κοπελιές.
Και οι καφετζήδες έκαναν και αυτοί τις ετοιμασίες τους. Εβγαιναν στο Αγιο Πνεύμα και έχτιζαν ένα χώρο γύρου-γύρου με ξερολιθιά και ξεχώριζε ο καθένας το υπαίθριο καφενείο του, που ήταν το ίδιο κάθε χρόνο, και είχε με τον καιρό αποκτήσει δικαιώματα.
Σοπάτιζαν καλά τη γη χάμαι, γιατί την άλλη μέρα, την ημέρα του πανηγυριού, θα ‘ρχότανε λυράρηδες και θα είχαν χορούς και γλέντια μέχρι το απόγευμα.
Ολα αυτά έπρεπε να είναι έτοιμα μέχρι την Κυριακή, το βράδυ της Πεντηκοστής, γιατί πρωί-πρωί τη Δευτέρα ξεκινούσε μια αλυσίδα από ανθρώπους με πρώτο τον παπά και τους ‘πιτρόπους που είχαν φορτωμένα σε γαϊδάρους νερό, κεριά, λαμπάδες, θυμιατά και όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία. Πρωί-πρωί επήγαιναν και οι ψαλτάδες! Ολοι με τα πόδια. Μόνο ανήμποροι και γέροντες ανέβαιναν πού και πού με κανένα γαϊδουράκι, γιατί και τα ζώα ανέβαιναν με δυσκολία.
Οι χωριανοί που είχαν άρτους, έπρεπε να πάνε κι αυτοί νωρίς, γιατί ο παπάς μας τους άρτους τους ‘βλογούσε αμέσως μετά τη δοξολογία. Και το ‘χαν μεγάλη χαρά να βγάλουν την αρτοπλασία με τους πάντε άρτους και το πρόσφορο στον ώμο τους. Πολλοί το ‘καναν και τάσιμο. Τους έβαζαν σε ένα μικρό σακί και το κρεμούσαν στους ώμους και ξεκινούσαν.
Δυο ώρες και παραπάνω κρατούσε το πρωινό αυτό ανέβασμα και οι πανηγυριώτες σχημάτιζαν ένα σχοινί ζιγκ ζαγκ ακολουθώντας το καθαρισμένο δρομάκι και φαινόταν σα μυρμήγκια από τον κάμπο. Από τον κάμπο φαινόταν καλά και η εκκλησία και ο κόσμος που ήταν γύρω από την εκκλησία. Δε διέκρινες βέβαια πρόσωπα, αλλά έβλεπες το πλήθος.
Το τοπίο άλλαζε συνεχώς γύρω από την εκκλησία, καθώς οι άνθρωποι παρέες-παρέες έφθαναν η μια μετά την άλλη. Νέοι, κοπέλες και παιδιά, αλλά και μεσόκοποι και γέροι και γριές με τα μπαστουνάκια και με τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους, που το Αγιο Πνεύμα τους αξίωσε και τούτη τη χρονιά να βγούνε να το εορτάσουν.
Ο ήλιος καλημερίζει ψηλά, από την παραπάνω βουνοκορφή του Αφέντη (Λασιθιώτικα βουνά), την ώρα που ο παπάς με τους ψάλτες βγαίνουν έξω από το ναό. Μπροστά η εικόνα της Αγίας Τριάδος. Ακολουθεί ο παπάς και οι ψάλτες που ψάλλουν το απολυτίκιον: “Ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός ημών...” και κάνουν ένα γύρο την εκκλησία. Ευλογούν τους άρτους στο προαύλιο του ναού και παίρνουν “το βλοητικό άρτο” οι εορταστάδες με τις ευχές: “Χρόνια πολλά και του χρόνου”, “Βοήθειά μας το Αγιο Πνεύμα”.
Αρτους βέβαια δεν έφερναν μόνο οι χωριανοί, αλλά και ξενοχωριανοί και πολλές φορές μαζεύονταν είκοσι και τριάντα αρτοπλασίες μαζί, που τις μοίραζαν οι ‘πιτρόποι στους πανηγυριώτες.
Σε λίγο θα τελειώσει και η λειτουργία και ο παπάς που ξέρει λίγα γράμματα, αλλά έχει πίστη βουνό, θα βγει και θα πει δυο λόγια απλά για το Αγιο Πνεύμα και τη δύναμή του και θα ευλογήσει τον κόσμο, που πήρε τόσο κόιπο να βγει μια ακόμη χρονιά εκεί πάνω στη χάρη του. Και ύστερα θα πάρει το δίσκο με το αντίδωρο και θα σταθεί στην πόρτα τσ’ εκκλησάς να μοιράσει σε όλους άρτο και αντίδωρο και μαζί με το “Ευλογία Κυρίου και έλεος” θα ευχηθεί στο εκκλησίασμα μεγαλωφώνως: “Βοήθειά μας το Αγιο Πνεύμα, χριστιανοί, και του χρόνου με υγεία”.
Ο κόσμος μοιράζεται στις καλύβες, που δεν έχουν σκέπαστρο, μόνο πέτρινα πεζούλια γύρου-γύρου, και ο καφετζής που έχει από πριν ζεστάνει νερό στο γιαγούμι με ξύλα, θα ετοιμάσει τους καφέδες, γρήγορα-γρήγορα. Τότε δεν έπιναν όλοι καφέ. Καμιά γυναίκα δεν έπινε καφέ. Ούτε οι κοπελιές έπιναν.
Τα παιδιά έτρεχαν στους πραματευτάδες να πάρουν ζαχαρωτά κουλουράκια, χάρτινα μυλαράκια, σφυρίχτρες, τόπια και άλλα παιχνίδια από τα λιγοστά που υπήρχαν εκείνα τα χρόνια.
Οι κοπελιές και οι ντεληκανήδες έπαιρναν ζαχαρωτές μαντινάδες. “Οχτώ στο φράγκο οι μαντινάδες”, εφώναζε δυνατά ο ένας μικροπωλητής. “Δέκα στο φράγκο οι μαντινάδες”, εφώναζε παραπέρα ο άλλος. Οι έμποροι των πανηγυριών έστρωναν πατανίες κατάχαμα και είχαν επάνω σωρό τις μαντινάδες, που αποτελούσαν τότε το απαραίτητο εμπόρευμα κάθε πανηγυριού. Και τις αγόραζαν κι εσπούσαν το ζαχαρωτό περιτύλιγμα κι έβγαζαν ένα μικρό χαρτάκι σε ρολό που έγραφε μια μαντινάδα. Ολοι αγόραζαν κι όλοι είχαν την αγωνία και την περιέργεια να διαβάσουν τη μαντινάδα που θα τους τύχαινε.
Επειτα έφευγαν οι άνθρωποι από τις καλύβες και έβρισκαν μέρος κι εκάθιζαν παρέες-παρέες. Συγγενείς, φίλοι, συντέκνοι, αλλά και ξένοι και περαστικοί και εντελώς άγνωστοι καμιά φορά. Αυτό δεν είχε και μεγάλη σημασία. Αβγά, τυρί, αθότυρο, κρέας ψητό, βραστό και πολύ φτάζυμο ψωμί, που όλοι οι χωριανοί τότε ζύμωναν φτάζυμα. Και ήταν τόσο νόστιμο το φτάζυμο που σου έκανε όρεξη να τρως μόνο ψωμί.
Αρχιζε, λοιπόν, το φαγοπότι με μπόλικο κρασί. Πάντοτε υπήρχε πολύ και καλό κρασί, γιατί στο χωριό μας έβγαζαν πολύ κρασί και οι χωριανοί μας έπιναν λίγο. Γι’ αυτό στα πανηγύρια το κερνούσαν με την ψυχή τους. Οι τσούκοι και τα φλασκάκια διασταυρώνονταν από παρέα σε παρέα και αλληλοκερνούνταν οι ανθρώποι. Η ώρα το καλούσε να πιουν και μια παραπάνω. Οι χαρές, οι ευχές και το κέφι ερχόντουσαν κι αυτά με τη σειρά τους.
Σιγά-σιγά μετά το φαγητό εμαζεύονταν πάλι στις καλύβες που είχε στελιώσει το γλέντι. Να χορέψουν οι κοπελιές συρτό, να δείξουν τα καινούργιά τους φορέματα. Να χορέψουν και οι ντεληκανήδες πηδηχτό να κάμουν τα τσαλίμια και τους απογυριστούς και να ιδρώσουν. Να χορέψουν και οι γέροι να θυμηθούν τα παλιά τους.
Το γλέντι κρατούσε ώρες πολλές, ανάλογα με το κέφι κι ανάλογα με τον καιρό που θα έκανε εκείνη την ημέρα. Αμα φυσούσε ή έκανε κρύο, ο κόσμος έφευγε νωρίς. Κι άρχιζε πάλι η ιεροτελεστία της κατάβασης που είναι τώρα πιο εύκολη. Πάλι παρέες-παρέες, πάλι από το ίδιο στρατούλι με γέλια, με αστεία, με χαρές και με πειράγματα, για να συνεχιστεί το πανηγύρι όλο το βράδυ στο χωριό.
Προτού αναχωρήσουν και πάρουν το δρόμο της επιστροφής, έριχναν μια τελευταία ματιά στον κάμπο. Οσοι ανέβαιναν πρώτη φορά, δεν εχόρταιναν να κοιτάζουν. Να προσπαθούν να αναγνωρίσουν τις γύρω βουνοκορυφές και τα χωριά που φαίνονται ίσαμε τη Μεσαρά, ίσαμε τις Αρχάνες, ίσαμε το Ηράκλειο.
Από το 1940 και μετά ένα αξιοθέατο του πανηγυριού είναι και το στρατιωτικό αεροδρόμιο Καστελλίου που το βλέπομε εβδομήντα χρόνια τώρα να απλώνεται, να ξεριζώνει τις ελιές, να γεμίζει άσφαλτο και να τρώει τον ομορφότερο κάμπο της επαρχίας Πεδιάδος.
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια και ανοίχτηκε ο δρόμος ίσαμε την κορυφή του βουνού (1995) κι ανεβαίνουν τ’ αυτοκίνητα μέχρι την εκκλησία, εχάλασε το πανηγύρι. Μαζεύεται, βέβαια, τώρα περισσότερος κόσμος, αλλά λείπει το παλιό χρώμα. Γιατί τη χάρη και την ομορφιά την είχε το ανέβα-κατέβα με τα πόδια από το στρατούλι και η κούραση που έπαιρνες να φτάξεις στο Αγιο Πνεύμα να προσκυνήσεις ιδρωμένος.

