
Αξέχαστο εκείνο το βράδυ. Ηταν η πρώτη φορά που ερχόμουνα στην Κρήτη, Φεβρουάριο του 1985. Προορισμός μου οι Μοίρες, παρέα με τον κουνιάδο μου τον Γιώργο του Ζαχαρία, τον ταχυδρόμο. Οι εντυπώσεις μου άριστες και μία παρέα από νέους φίλους, υποδειγματική και καλόχαρη. Ο Κωστής ο Χουστουλάκης, ο Μπάμπης ο Ξεκαρδάκης, ο Μίμης ο Ηλιάκης, ο Γιώργος ο Πατερής, ο οδοντοτεχνίτης και ο μακαρίτης ο Βαγγέλης ο Καμπουράκης, Θεός σχωρέστον ήταν ο πυρήνας της παρέας, που από τις Μοίρες κατηφορίσαμε στο όμορφο ψαροχώρι του Λιβυκού, στα Μάταλα. Αλλους δύο φίλους γνώρισα εκεί, τον Κυπρόκωστα και τον Νίκο τον Καπετανάκη των επωνομαζόμενο Ντίκ. Πραγματικά μια αξέχαστη παρέα σ’έναν ευλογημένο τόπο. Η βραδιά ήταν μοναδική ήρεμη, ζεστή και απάνεμη όπως συνηθίζουν να είναι πολλά βράδια στην Νότια Κρήτη. Τότε είδα πρώτη φορά τις περίφημες σπηλιές των Ματάλων, αυτές που απαθανατίστηκαν και χιλιοτραγουδήθηκαν τόσες φορές, τις σπηλιές που υπήρξαν καταφύγιο αλλά και σύμβολο μιας γενιάς νέων παιδιών, των “παιδιών των λουλουδιών”, τα οποία ζούσαν στους ξέφρενους ρυθμούς του κινήματος των “Χίπις”.
Δεκαετία του ‘60! Το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reters μεταδίδει την είδηση πως στα Μάταλα θα γίνονταν το διεθνές συνέδριο αυτών των νέων που άρχισαν να καταφθάνουν αισιόδοξοι, χαμογελαστοί, ήρεμοι και γεμάτοι φυσικά ανησυχίες. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τότε επίνειο των Πιτσιδιών και σημερινό θέρετρο του Δήμου Φαιστού γέμισε από τους ανήσυχους αυτούς επισκέπτες. Η καρδιά λοιπόν του παγκόσμιου κινήματος των Επαναστατών του ‘60 έμελλε να χτυπά σ’αυτό το όμορφο γραφικό ψαροχώρι του Λιβυκού!
Οι λαξευτοί ρωμαϊκοί τάφοι που σχημάτιζαν τις μοναδικές σπηλιές στον επιβλητικό βράχο της ακρογιαλιάς ήταν το ιδανικό σκηνικό για ό,τι πιο πολύχρωμο, δημουργικό και ανατρεπτικό είχε να επιδείξει η νεολαία της εποχής. Το ξακουστό επίνειο της ρωμαϊκής Γόρτυνας γινόταν το επίκεντρο των πιο ανήσυχων νέων του κόσμου.
Για τα Μάταλα είχα ακούσει πολλές ιστορίες. “Εζησα” πολλές θύμησες, τότε που οικογενειακά πολλοί Μοιριανοί αλλά και κάτοικοι της γύρω περιοχής, Κυριακές συνήθως, έπαιρναν τις οικογένειές τους και κρατώντας φρούτα και φαγητά πήγαιναν να απολαύσουν το μπάνιο τους, μένοντας όλη την ημέρα και το βράδυ επέστρεφαν με το λεωφορείο της γραμμής στα σπίτια τους.
Για τα Μάταλα έμαθα πολλά και όταν αγαπάς έναν τόπο θέλεις να γνωρίζεις την ιστορία του. Και ένας λόγος ακόμα.
Σ’αυτό το μέρος δεν θα ξεχάσω την πραγματικά “μητρική” υποδοχή, εμένα και της γυναίκας μου από την κυρία Αργυρώ, μακαρίτισσα τώρα πια...! μητέρα του Στυλιανού, της Μαρίνας καιτης Ανδρονίκης, παιδικών φίλων της γυναίκας μου.
Για τα Μάταλα οφείλω πολλά στον καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέα Γιώργη Γιατρομανωλάκη του οποίου κάποια αποσπάσματα από ένα κείμενο του στο “Επτά ημέρες” της εφημερίδας “Καθημερινή” Κυριακή 29 Ιουλίου 2001, σας μεταφέρω το κείμενο αυτό έχει τίτλο:
“Καντάδα στα Μάταλα”.
“Ο πατέρας μου, που ήταν οδηγός στα ΚΤΕΛ του νομού Ηρακλείου, αποφάσισε ξαφνικά να συνδυάσει τις οικογενειακές και τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του, να αφήσει για ένα μήνα το καθημερινό δρομολόγιο από το χωριό μας στο Ηράκλειο και να το αλλάξει με το δρομολόγιο Ματάλα-Ηράκλειο. Αυτή η λεωφορειακή γραμμή είχε ανοίξει πρόσφατα και οι π ερισσότεροι οδηγοί (που ήταν και ιδιοκτήτες των λεωφορείων) έκαναν τα πάντα να την αποφύγουν. Το τμήμα του δρόμου Ηράκλειο-Μοίρες ήταν υποφερτό, άσφαλτος αλλά στενός με πολλές στροφές. Περίπου όπως και σήμερα: Ο δρόμος Μοίρες-Πιτσίδια (το τελευταίο χωριό πριν από τα Μάταλα) ήταν χωματόδρομος, αλλά σχετικά βατός. Από κει και κάτω άρχιζαν οι φοβερές λακκούβες, η παχειά σκόνη και οι κατηφορικές στροφές ενός δρόμου που μόλις διακρινόταν ανάμεσα στα αρμυρίκια και τα σκίνα. Αλλά ο πατέρας μου, καλός οδηγός και καλός οικογενειάρχης, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. Μας πήρε όλους μαζί ένα απόγευμα, μας μετέφερε στον άγνωστο και άνυδρο τόπο και μας εγκατέστησε σ’ένα χαμηλό σπιτάκι, σχεδόν πάνω στο κύμα. Αυτός έφευγε πρωί πρωί για το Ηράκλειο, κάνοντας αμέτρητες στάσεις να πάει και να’ρθει και κατά τις έξι το απόγευμα κατέβαινε κορνάροντας απ’ τα βουνά.
Τότε λοιπόν ήταν που είδα για πρώτη φορά γυναίκα χωρίς φουστάνι.
Ηταν μια μελαχρινή Γαλλίδα, πολύ νέα, που μίλαγε λίγα ελληνικά και την έλεγαν Μαρί. Ομως όσες μέρες έμεινε στα Μάταλα, όλοι την φώναζα Μαρία.
Η Μαρί έβγαινε λίγο πριν από το μεσημέρι από ένα μικρό ενοικιασμένο σπίτι, δίπλα στο δικό μας, κρατώντας μια ψάθα, μια πετσέτα και ένα βιβλίο. Ηταν ντυμένη κανονικά, με φούστα και μπλούζα, περπατούσε στα δροσερά ακόμη χαλίκια, πλησίαζε το κύμα, άπλωνε την ψάθα και την πετσέτα, έδενε τα μαλλιά της με μια κορδελίτσα και μετά γδυνόταν. Τότε ακριβώς ήταν που όλοι όσοι βρισκόμαστε στο ψαροχώρι, παραθεριστές από τα κοντινά χωριά, Ηρακλειώτες, ντόπιοι ψαράδες, άνδρες που έπαιζαν χαρτιά στην ταβέρνα, γυναίκες που μαγείρευαν, εμέις τα παιδιά, όλοι γενικώς σταματούσαμε για να δούμε τη Μαρί να γδύνεται. Έβγαζε πρώτα την μπλούζα της, προσέχοντας να μη λύσει τα μαλλιά της, τη δίπλωνε και την απόθετε δίπλα στην άμμο.
Υστερα ξεκούμπωνε τη φούστα και την άφηνε να κυλάει στα πόδια της. Μαγνητισμένοι όλοι την κοιτάζαμε, καθώς έλαμπε, αποθεωμένη μέσα στο κατακόκκινο μαγιό της. Εμενε ένα δύο λεπτά ακίνητη, σαν να μας έδινε λίγο χρόνο ακόμη να τη θαυμάσουμε, ύστερα έσκυβε, μάζευε τη λυμένη φούστα και έπεφτε κατακέφαλα στο κύμα”.
Και συνεχίζει ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, με το δικό του ξεχωριστώ τρόπο: “Το βράδυ όλοι σχεδόν κατέβαιναν στη ζεστή, αμόλυντη άμμο δίπλα στα καΐκια. Καθώς ούτε ηλεκτρικό υπήρχε, ούτε ραδιόφωνο, οι νυχτερινές συγκεντρώσεις στην άμμο αποτελούσαν τη μοναδική αλλά όχι ασήμαντη διασκέδαση όλων μας. Μέσα στο σκοτάδι λύνονταν οι γλώσσες, τα σώματα και τα αισθήματα και γινόμασταν όλοι μια παρέα. Τι τραγούδια, τι ιστορίες, τι ανέκδοτα. Κυρίως αυτά.
Αλλοτε γεμάτα υπονοούμενα, άλλοτε απροκάλυπτα τολμηρά και πιπεράτα, τόσο που η μάνα μου σκούνταγε συνεχώς τον πατέρα μου, που πρωταγωνιστούσε σ’αυτό το είδος των αφηγήσεων, “πιο σιγά” έλεγε, “είναι και τα παιδιά εδώ”, χωρίς πάντως να καταφέρνει και πολλά. Μαζί μας και η Μαρί”.
Θυμάται ακόμα την καντάδα που έκανε ο Θανάσης Σκορδαλός στο σπίτι τους:
“Δύο βράδια αργότερα, έφτασε στα Μάταλα ο Θανάσης Σκορδαλός, αυτός ο εξαίρετος λυράρης μαζί μ’έναν νεαρό λαουτιέρη. Ο Σκορδαλός είχε παίξει λύρα σ’έναν γάμο, σε κάποιο γειτονικό χωριό και όταν έμαθε πως ο πατέρας μου, που ήταν φίλος του, βρισκόταν στα Μάταλα, ήρθε να τον επισκεφθεί. Απ’ ό,τι όμως φάνηκε τελικά, ο Σκορδαλός ήρθε προσκεκλημένος στα Μάταλα για καντάδα.
Αφού ήπιαμε και φάγαμε και τραγουδήσαμε στην αυλή της ταβέρνας, φύγαμε τα παιδιά, οι γυναίκες και οι περισσότεροι άνδρες για ύπνο. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Σκορδαλός και ο λαουτιέρης, ήταν μπροστά στο σπιτάκι μας να κάνουν καντάδα στον πατέρα μου. Η καντάδα άρχισε με το σκοπό “Ονειρα πλέκω μυστικά, σκέψεις κρυφές ταιριάζω”..., μετά έπαιξαν το “Ψάχνω να βρω μια μάγισσα, για σένα να ρωτήσω”..., συνέχισαν με τον σταφιδιανό σκοπό, είπαν το
“Λένε τ’ανθρώπου τσι πληγές
πως τσι γιατρεύει ο χρόνος
Μα μένα χρόνους και καιρούς
με τρώει ο ίδιος πόνος”
και τελείωσαν με το “Εγώ κι αν παίζω κι αν γελώ και Σαν το έρημο πουλί.
Ο πατέρας μου, που ήταν ακόμη ντυμένος και δεν είχε πέσει στο κρεβάτι, βγήκε έξω και άκουγα να μιλά ώρα πολλή με τον λυράρη.
Υστερα ο Σκορδαλός έπαιξε ένα σκοπό “τση νύχτας”, ιδιαίτερα παθητικό και ο πατέρας μου τραγούδησε μια μαντινάδα που του άρεσε πολύ:
Γέμισε ο κόσμος ερωτιές
απ’ τη δική μου αγάπη
Κι εμένα μου’μεινε η καρδιά
λαβωματιές γεμάτη
και η καντάδα τελείωσε”...!
Ετσι θυμάται ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης τα Μάταλα. Ετσι μου είπαν κι εμε΄να και μου τα περιέγραψαν, όπως ήταν κάποτε...
Ισως έτσι να φαντάζονται πως θα τα βρουν και τα παιδιά των λουλουδιών στην μεγάλη τους επιστροφή που θα γίνει στις πρώτες μέρες του δεύτερου διεκαήμερου του Ιούνη.
Ισως εκείνες τις μέρες ζωντανέψει ξανά μια άλλη εποχή και ανασυρθούν άλλες μνήμες...
Σίγουρα τα “παιδιά των λουλουδιών” θα βρουν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, θα συναντήσουν ένα διαφορετικό χωριό... που εξακολουθεί να είναι γραφικό και όμορφο, ακολουθώντας όπως και όλα τ’άλλα την πορεία της εξέλιξης και της προόδου... Θα βρουν την αγαπημένη τους παραλία γεμάτη από πολύχρωμες ομπρέλες, πολυθρόνες, από λογής λογής ψάθες, γεμάτη από λουόμενους και λουόμενες με τολμηρή για πολλούς θαλάσσια αμφίεση, θα αντικρίσουν τα τόσα αυθαίρεται αναζητώντας τα χαμηλά σπιτάκια της εποχής εκείνης, θα “θαυμάσουν” τα πολυάριθμα μπαράκια, τα ξενοδοχεία και τα μαγαζιά με τις ξενόγλωσσες επιγραφές και θα ακούσουν τον φλοίσβο του Λιβυκού όταν επιτέλους κοπάσουν τα μαρσαρίσματα των τροχοφόρων!

