Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Στο... σκαμνί για διατάραξη οι δικηγόροι

Παρά την αντίθετη εισήγηση του εισαγγελέα


Στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου παραπέμπεται η διοίκηση του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου με την κατηγορία της διατάραξης συνεδριάσεων δικαστηρίου. Παρά την αντίθετη εισήγηση του εισαγγελέα-πρότεινε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο- το Δικαστικό Συμβούλιο Ηρακλείου εξέδωσε παραπεμπτικό βούλευμα σε βάρος του δεκαπενταμελούς συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου για την πολυήμερη κατάληψη του Δικαστικού Μεγάρου στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων για την ίδρυση του Εφετείου Ηρακλείου.

Όπως είναι γνωστό, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2008, η γενική συνέλευση των δικηγόρων του Ηρακλείου ψήφισε υπέρ της κατάληψης του Δικαστικού Μεγάρου Ηρακλείου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον εμπαιγμό που υφίσταντο για το θέμα του Εφετείου.

Η κατάληψη έληξε στις 22 Οκτωβρίου. Η γενική συνέλευση των δικηγόρων αποφάσισε να αναστείλει την κινητοποίηση μετά τη γραπτή δέσμευση του υπουργού Δικαιοσύνης Σωτήρη Χατζηγάκη ότι θα προωθήσει ταυτόχρονα την ίδρυση και λειτουργία και των τεσσάρων Εφετείων για τα οποία υπάρχει θετική γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Από την επομένη της λήξης της κατάληψης, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Ηρακλείου έδωσε εντολή για τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας, ενώ στην πορεία κατατέθηκε ενώπιον του μηνυτήρια αναφορά από Ηρακλειώτη, ο οποίος στρεφόταν κατά της διοίκησης του Δικηγορικού Συλλόγου, υποστηρίζοντας ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα και έτσι θα πρέπει να λογοδοτήσει.

Η διοίκηση του Δικηγορικού Συλλόγου κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις στην πταισματοδίκη που χειρίστηκε την υπόθεση. Οι έγγραφες εξηγήσεις δόθηκαν μέσω υπομνήματος που κατέθεσαν από κοινού ο πρόεδρος, Βασίλης Λαμπρινός και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου.



Τι υποστηρίζει ο Δικηγορικός Σύλλογος

Στο υπόμνημα η διοίκηση του δικηγορικού συλλόγου Ηρακλείου υπογράμμιζε μεταξύ άλλων: «Δεν θεωρούμε ότι διαπράξαμε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, αλλά ότι ασκήσαμε δικαιώματα παρεχόμενα στους Έλληνες πολίτες από το ισχύον Σύνταγμα, αγωνιζόμενοι όχι για «συντεχνιακά» συμφέροντα του κλάδου μας, αλλά για την άρση της υφισταμένης απαραδέκτου καταστάσεως και για την αποκατάσταση της διαταραγμένης ισονομίας των πολιτών της Ανατολικής Κρήτης κατά την προσφυγή των στη δευτεροβάθμια δικαιοσύνη, καθώς και για τη διαφύλαξη του δικαιώματος των για δίκαιη δίκη, όπως αυτή προβλέπεται από την, έχουσα υπερνομοθετική ισχύ κατ’ άρθρο 28 του Συντάγματος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση».

Στο υπόμνημα γινόταν εκτενής αναφορά του χρονικού των εξελίξεων και των γεγονότων που τους ώθησαν στην απόφαση της κατάληψης προκειμένου να διεκδικήσουν το δίκιο τους.

«Το Μάιο του 2008 πληροφορηθήκαμε ότι η κυβέρνηση προωθούσε την ίδρυση άλλων Εφετείων, όχι όμως και εκείνου του Ηρακλείου, για την ίδρυση του οποίου αντιδρούσε μέρος των φορέων του νομού Χανίων υπό την πρωτοκαθεδρία εξωθεσμικού παράγοντος, έλκοντος την καταγωγή του από τα Χανιά».

Η… εγκαλούμενη διοίκηση του δικηγορικού συλλόγου ανέφερε ακόμα ότι «κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στο δικαστικό μέγαρο περιφρουρήσαμε με απόλυτη επιτυχία την κινητοποίηση μας αυτή, κανένα δεν πιέσαμε για την συμμετοχή του, σε ουδεμία βιαιοπραγία ή καταστροφή προβήκαμε, σεβαστήκαμε και περισώσαμε την απώλεια δικαιωμάτων των συμπολιτών και όσων άλλων ευρίσκοντο σε κατάσταση, η οποία εγκυμονούσε κινδύνους βλάβης των, είχαμε δε την αμέριστη συμπαράσταση όχι μόνο της τοπικής κοινωνίας αλλά και των λοιπών δικηγορικών συλλόγων της χώρας, καθώς και πολιτών άλλων περιοχών, οι οποίοι έμειναν άναυδοι για τον τρόπο που η κυβέρνηση μεταχειρίζεται τους πολίτες των δύο ανατολικών νομών της Κρήτης, ενώ το «εκκωφαντικό» δίκαιο μας αναγνωρίστηκε απ’ όλους, χωρίς εξαίρεση. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι περισσότεροι από 34.000 πολίτες υπέγραψαν τα βιβλία που είχαμε ανοίξει και ένωσαν τη φωνή τους με τη δική μας ζητώντας τον τερματισμό της άνισης μεταχειρίσεως των».