Του Ν. Τσαγκαράκη

Ακόμη ένας ήρωας της Marvel αποτελεί το έναυσμα για το φετινό καλοκαίρι των αμερικανικών υπερ-παραγωγών.



THOR

Σκην.: Κένεθ Μπράνα

Πρωτ.: Κρις Χέμσγουορθ, Νάταλι Πόρτμαν, Τομ Χίντλστον, Άντονι Χόπκινς, Στέλαν Σκάρσγκορ, Κατ Ντένινγκς

Ο Θορ είναι ο μεγαλύτερος γιος του βασιλιά Όντιν, και διάδοχος του θρόνου στο βασίλειο Άσγκαρντ. Όμως ο επιπόλαιος χαρακτήρας του θα είναι αιτία να εξοριστεί στη Γη, όπου θα γνωρίσει την όμορφη επιστήμονα Τζέιν, πριν επιστρέψει στο Άσγκαρντ για να το σώσει από τον φθονερό αδερφό του που σκοπεύει να του κλέψει τον θρόνο.

Με καταβολές στη σκανδιναβική μυθολογία, ο Θορ εισήλθε στον κόσμο της Marvel Comics τo 1962 από τους Λάρυ Λίμπερ, Τζακ Κέρμπυ και φυσικά τον Σταν Λη, ‘πατέρα’ των διασημότερων ηρώων της εταιρείας, ο οποίος όπως σε κάθε κινηματογραφική μεταφορά της περασμένης δεκαετίας, κάνει κι εδώ ένα σύντομο πέρασμα, σαν οδηγός φορτηγού που προσπαθεί να τραβήξει το σφυρί του Θορ από το έδαφος. Η φετινή κυκλοφορία του «Thor», καθώς και αυτή του «Captain America: the first Avenger» αργότερα το καλοκαίρι, προετοιμάζουν για τους «Avengers» τον Μάιο του 2012, όπου θα συγκεντρωθούν πολλοί γνωστοί ήρωες της Marvel όπως ο Iron Man, ο Hulk, ο Hawkeye και βεβαίως οι δύο φετινοί ‘νεοσύλλεκτοι’. Είναι όντως περίεργο ότι ο ως επί το πλείστον σαιξπηρικός σκηνοθέτης Μπράνα αναλαμβάνει ένα τέτοιου τύπου σχέδιο, το οποίο πάντως διεκπεραιώνει συγκροτημένα αν και χωρίς προφανή -πόσο μάλλον ‘καλλιτεχνική’- διαφοροποίηση από τις συνηθισμένες προσθήκες του είδους, όπως ίσως προδιαθέτει το όνομά του.

Ως πρώτη ταινία του ήρωα, πρόκειται για μια ιστορία καταβολών (origin story), με προτεραιότητα να συστήσει τον χαρακτήρα και τον κόσμο του. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να παραβλεφθεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει συχνή δράση, ούτε μια μεγάλου εύρους κλιμάκωση (οι Παγωμένοι Γίγαντες είναι ιδανικά μοχθηροί και επικίνδυνοι αλλά η απειλή τους μένει σεναριακά ανεκμετάλλευτη), αλλά οι λίγες σκηνές δράσης είναι τεχνικά χορταστικές παρότι χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση, το κάστινγκ ταιριαστό, το χιούμορ περιστασιακό αλλά εύστοχο, και ο γενικότερος σχεδιασμός της παραγωγής πλούσιος, αρκετά ώστε η ταινία να είναι μια διασκεδαστική έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου των αμερικανικών blockbuster (υπερ-παραγωγών), παρά το χωρίς εκπλήξεις σενάριό της.

Ο Χέμσγουορθ διαθέτει τη σωματική διάπλαση κι αποδίδει την αλαζονεία και τη σιγουριά που απαιτεί ο ρόλος, ο Χόπκινς αποπνέει το αναμενόμενο βασιλικό κύρος, ο Χίντλστον αποδεικνύεται ευχάριστη έκπληξη στον ρόλο του κακού Λόκι (ντυμένος με την πράσινη κάπα, στο χρώμα της ζήλιας που τον ορίζει ως χαρακτήρα), η Ρούσο είναι παραμελημένη, η Πόρτμαν εμφανίζεται συμπαθητικά αλλά διεκπεραιωτικά ως ερωτικό ενδιαφέρον του ήρωα, όπως και ο Σκάρσγκορ ως καθηγητής της, ενώ αντιθέτως στη χαριτωμένα αφελή Ντένινγκς οφείλονται αρκετές από τις κωμικές στιγμές του φιλμ, και ο Πάτρικ Ντόιλ δίνει το ανάλογα ηρωικό μουσικό θέμα που μοιάζει να στερείται ευκαιρίες για ν’ ακουστεί περισσότερο.

Σημειώστε ότι, όπως συνέβη επίσης στα δύο «Iron Man» και στο «The Incredible Hulk», η τελευταία σκηνή της ταινίας έρχεται μετά από τους μακροσκελείς τίτλους τέλους, όπου, αν έχετε υπομονή να παραμείνετε στην αίθουσα μέχρι να περάσουν, θα δείτε ένα σύντομο περιστατικό με τον Σάμιουελ Τζάκσον ως Νικ Φιούρι, επικεφαλής του ΑΣΠΙΔΑ και υπεύθυνου για τη σύσταση της ομάδας των Avengers.

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ

RED RIDING HOOD

Σκην.: Κάθριν Χάρντγουικ

Πρωτ.: Αμάντα Σίφριντ, Τζούλι Κρίστι, Γκάρι Όλντμαν, Μπίλυ Μπερκ, Μαξ Άιρονς, Σάιλο Φερνάντεζ, Λούκας Χάας, Βιρτζίνια Μάντσεν

Σ’ ένα μεσαιωνικό χωριό, οι κάτοικοι ζουν τρομοκρατημένοι από τις επιθέσεις ενός λυκανθρώπου, ώσπου μια μέρα φτάνει ένας εκπρόσωπος της Εκκλησίας για να τους βοηθήσει να τον σκοτώσουν. Παράλληλα, η όμορφη Βάλερι είναι ερωτευμένη μ’ έναν νεαρό ξυλοκόπο, ενάντια στην επιμονή των γονιών της να παντρευτεί κάποιον άλλο. Ωστόσο, ο καθένας απ’ όλους αυτούς θα μπορούσε να είναι ο λυκάνθρωπος.

Το γεγονός ότι το γνωστό παραμύθι διασκευάζεται από τη σκηνοθέτρια του «Twilight» (2008), δίνει το στίγμα για το υιοθετούμενο ύφος στο φιλμ και το ηλικιακό κοινό στο οποίο απευθύνεται κυρίως. Το υπερτονισμένο ύφος ηθοποιίας, οι υπερβολικά ρομαντικοί διάλογοι, η ‘σαπουνοπερατική’ πλοκή, το ερωτικό δίλημμα, το υπερφυσικό ερωτικό στοιχείο, όλα είναι γνωρίσματα της σειράς «Twilight», τα οποία εφαρμόζει η σκηνοθέτρια για να παραλλάξει τη γνωστή ιστορία, προφανώς απευθυνόμενη σε παρόμοιο κοινό μ’ εκείνο της προηγούμενης ταινίας της. Ανερμάτιστη πλοκή, άνευρη εξέλιξη, απλοϊκοί χαρακτήρες, περιορίζουν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον.