Του Δημήτρη N. Θεοδοσάκη
του Κάστρου ο ταχυδρόμος
Kοντοσιμώνανε οι μέρες της Λαμπρής, η παράδοση μεσουρανούσε, το χωριό νήστευε, η πλανεύτρα άνοιξη μεθούσε, η νοσταλγία πλάταινε, του μισεμού η στράτα για τις μεγάλες πολιτείες ήτανε σφαλιχτή και το χωριό ήταν ακόμη απίκρατο από της ξενιάς τον καημό.
Ο παπά Μηλιαράς παπαδοδάσκαλος του χωριού από τα μεσακά της Λαζαροβδομάδας ρώτηξε το Μανωλιό του Γιαμαλοδημήτρη, τον καινούργιο επίτροπο αν ήθελε να κάμει τον Πιλάτο τη βραδιά της Λαμπρής. Τον είχε διαβάσει ο Γούμενος της Αγιάς Μονής, ως διαβάζανε τοτεσάς στους ανεγνώστες, γκαρδιώθηκε την εκκλησία και οι χωριανοί τον ονοματίσανε καντηλανάφτη, τίτλο που μοναχά σ’ εκείνον τον χαρίσανε και κείνος τον υπηρέτησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα με αγάπη και πίστη.
-Ό,τι κι αν κάμεις στο μοναστήρι, ευλογία λογάται, μα να κάμω κι από τη πρώτη χρονιά το κολασμένο Πιλάτο δε μού ’ρχεται.
Μα κι ο Γιαννάκος μια ζωή δεξός ψάλτης είχε πια γεράσει και κουραστεί.
-Μπρε συ Γιαννάκο να κάμεις θες κι οφέτος το Πιλάτο; τον ερώτηξε η γυναίκα του η γρα Γιαμαλίνα.
-Είπενέ μου δα ο παπάς πως θα ’ναι ύστερη βολά κι εντράπηκα και του ’πα το ναι.
Η θεια το Φροσινιό με την Κρασανονύφη μόνιμες αποσπερίστρες στο μονόσπιτο της Μαρούλης που συνοριζότανε και καβγαδίζανε για τις γωνιές του πυρόμαχου, όσο κοντοσιμώνανε οι σκολάδες ήτανε φιλί κλειδί και συντρέμανε το γυναικομάνι της δικολογιάς.
-Μωρή Βγενιά κοσκίνισε δυο τρια κόσκινα μαυράγανο και βάλε το στο σοφρά να σου το καθαρίσομε να αλεσματίσεις για τη Λαμπρή. Το αντρομάνι το Μεγάλο Σάββατο ήναφτε τους φούρνους, πολλές πολλές γυναίκες μαζί βάνανε τα φουρνόξυλα να ζυμώσουνε τα λαμπροκούλουρα, τ’ αβγοκούλουρα και τα πεντανόστιμα καλιτσούνια και τα σοκάκια μοσκοβολούσανε λαμπριάτικες μυρωδιές. Από νωρίς το γυναικομάνι του χωριού ήταν σκουροφορεμένο, τσεμπεροδεμένο και μαυροφορεμένο από κλωστής με μακρά φιστάνια μέχρι τους αστραγάλους σαν κοσμοκαλογρές βαστούσαν χατίρι στις αλαργοξορισμένες ψυχές του Κάτω Κόσμου. Πίστευε βαθιά και βαστούσε τα ήθη και τα εθίματα και έπλαθε το προζύμι του γένους. Για μια στιγμή σταμάτησε η Κρασανονύφη να καθαρίζει το στάρι, έβγαλε τα γυαλιά, ξάνοιξε στα μάτια το Φροσινιό και του ’πε:
-Να κολαστεί θέλει πάλι οφέτος ο γείτονας ο Γιαννάκος.
-Γιάντα τι λες τουτηνιά τη κουβέντα;
-Γιάντα τη λέω; τον Πιλάτο θα κάμει πάλι οφέτος τη βραδιά τση Λαμπρής.
-Ο Θιος να του συχωρέσει.
Τα χειμωνοπέρβολα είχανε ποστερέψει, οι χωριανοί ζευγαρίζανε, κάνανε καλοκαιρινά περβόλια να πορεύουνε τις φαμελιές ντως. Σκάφτανε και κλαδεύανε τ’ αμπέλια, κάνανε καλουργιές, βλέπανε τα ζωντόβολα στις κορφές, μεταδένανε τα συρτά στις βοσκαρές, σακάζανε κι ανετάσανε τα βυζαστάρια για τη Λαμπρή.
Ο Γιαννάκης ζευγάρισε το περβόλι ντου στο Κουτούτο, να σπείρει πατάτες. Ήκαμε στις άκρες τις πρασές του, με πιτηδειοσύνη σειραδιαστά, ήβαλε τ’ αυλακερά ντου και τη Μεγάλη Πέμπτη ήσπειρε πρώιμο κήπο που λένε πως δε ψυλλιάζει. Δυο αντροστέματα είχε βγει ο ανοιξιάτικος ήλιος στα ουράνια, σαν πέρασε από τη χωματόστρατα ο Μιχάλης τ’ Αλεξάνδρου βαθιά καλοσυνάτος και θρήσκος.
-Ώρα καλή.
-Καλώς όρισες Μιχαλάκη.
-Είντα ’κουσα μπρε Γιαννάκο, πως δα ξανακάμεις κι οφέτος τον Πιλάτο;
-Είντα να σου πω εντράπηκα το παπά και του ᾽πα το ναι.
-Καλλιά σου να ζύγωνες τη δουλειά σου από κειουσάς τσι κολασμένους. Δεν έχεις γροικήσει από τσι παλαιινούς πως επιάσανε τον Καγιάφα στσ’ Άγιους Τόπους και τονε πηγαίνανε στη Ρώμη να τονε δικάσουνε, μα έπιασε φουρτούνα και βγήκανε στη Χώρα για να μη πνιγούνε; Και ο Καγιάφας επόθανε στη Χώρα και τονε θάψανε κοντά στη Κνωσσό. Τρεις φορές τονε ξέρασε η γης και δεν τονε δεχότανε να τονε κρατήξει. Του ρίξανε ένα σωρό πέτρες απάνω στο τάφο ντου, τσι πέτρες του αναθέματος. Έχουνε να πούνε πως από τοτεσάς μέχρι εδά ένα αλώνι γύρω γύρω δε φυτρώνει πράμα, για να θυμίζει του κολασμένου το μνήμα.
Εποδακάθησε ο Γιαννάκος μα δεν είχε πως το κάμει μα δε του ᾽ρχότανε να πάρει οπίσω το λόγο του.
-Μιχαλάκη εμείς, που σιμώνουμε στην εκκλησά πρέπει να καταλαβαίνουμε τον παπά, α δε σιμώσομε εμείς να συντράμομε να κάμομε το έθιμο, πως δα αναστήσομε το Χριστό στο χωριό μας;
Στις ακροποταμιές το γυναικομάνι ζέσταινε νερό στα σιντεροτσίκαλα να κάμει αλουσά να ξελαδώσει τις λιοπαλέτσες, τα λιοσάκια, να πλύνει τις στρωμαθιές, να ξεπλύνει τις αλεβρίδες να τις στεγνώξει και να ξαναγεμίσει τα στρώματα και τα μαξελάρια. Η θεια η Κωσταλενιά ως έπλυνε στου Κορνάρου με τσ’ άλλες γυναίκες, σαν εφέρανε τη κουβέντα χαιράμενη απάντησε:
- Ευτυχώς που δεν ήβαλε τον Κωστή μου ο παπάς να κάνει το Πιλάτο. Η Πολύμνια του Σταύρου πρωτοθυγατέρα του Γιαννάκου, λυπούντανε το κύρη της και είπε:
-Ήβρηκε πάλι λαμπριάτικα ο κύρης μου το μπελά ντου, για να μηχαλάσει το χατίρι του παπά.
Και συνέχισε να πλύνει στα πεντακάθαρα νερά του ποταμού κρεβατόγυρους, τραπεζομάντιλα και τα ρούχα που σύρνανε και θέτανε.
Μα όσο ανεβαίνανε οι μέρες τση Λαζαροβδομάδας να πατήσουνε τω Βαγιώ και να σκαπετίσουνε το νοσταλγικό Μεγαλοβδόμαδο τόσο βάραινε η καρδιά του Γιαννάκου. Μήδε ο ερχομός της Άνοιξης, μήδε που κοντοσιμώνανε οι μέρες της Λαμπρής, μπορέσανε να του δώσουνε χαρά. Άλλες χρονιές με χαρά πήγαινε τις αργατινές του Μεγαλοβδόμαδου να ψάλλει τα τροπάρια, χαιρότανε που βάστανε αλέρωτη τη Σαρακοστή και ανίμενε την Αγία Ανάσταση, μα οφέτος ήτανε βαθιά ντουχιουντισμένος.
-Είντα ’χεις μπρε Γιαννάκο και σε θωρώ σκεφτικό; Ρώτησε η γυναίκα του.
-Γυναίκα όσο σιμώνουνε οι μέρες, τόσο πιο πολύ με αγγίζει στη ψυχή που θα ξανακάμω τον Πιλάτο. Κατές εδά, εμείς πρέπει να κάνομε θελήματα για τον άλλο κόσμο, να μη μισέψομε κολασμένοι.
-Απού ντρέπεται κακά ζει. Άμε να πεις του παπά πως μετάνιωσες. Πε του να βάλει το Μανώλη τση Χρονοπούλας, τον Καφετζή, που κάνει κι εκείνος τον ψάλτη και λέει σε κάθε λειτουργιά μόνο «ταις πρεσβείαις της Θοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Και κάθε σκολάδες του δίνουνε και κείνουν τον άρτο τση ψαλτικής.
-Δε μου ’ρχεται μωρή γυναίκα να πάρω το λόγο μου οπίσω.
Από τη βαθιά νύχτα ξεταλαγιάζανε οι χωριανοί. Ταχυνιάτικα της Μεγάλης Τρίτης ήτανε γεμάτο το μαγαζί του μπάρμπα Αντρέα. Κίνησε κι ο Γιαννάκος να πάει να πιει έναν καφέ και ν’ ανταλλάξει μια κουβέντα, να γητέψει τον καιρό. Σιμά στο τεζιάκι μια αντροπαρέα απ’ τ’ αρχοντολόι του χωριού, ως τον είδε να μπαίνει στο μαγαζί, φώναξε του καφετζή:
-Αντρέα κάμε ένα καφέ του Πιλάτου.
-Εγώ ’μαι μωρέ ο Πιλάτος γη εσείς, που τρώτε γενεές γενεώ τω φτωχώ τον κόπο; Πως θ’ αναστήσομε το Χριστό στο χωριό μας με σας τους Πιλάτους, που κάθε μέρα τον δικάζετε και τον σταυρώνετε;
-Μη μπας θαρρείς πως, επειδή κάνεις τον ψάλτη, θ’ αγιάσεις.
-Νύχτες έχω να καλοκοιμηθώ, γιατί δα κάμω στα ψεύτικα τον Πιλάτο. Εσείς, μωρέ αληθινοί Πιλάτοι, πως κοιμάστε ήσυχοι; Γατέτε σε πόσα σπίθια δε θα γκινιάσουνε λαμπριάτικα ρούχα; Δεν έχουνε μια γουλιά κριάς να το φάνε και είναι γδυμνοί και ξυπόλητοι και εσείς τρώτε τσι κόπους ντως. Θεομπαίχτες και έρχεστε και στην εκκλησία και βγαίνετε στα στασίδια.
Ανεταραχισμένος γιάγειρε στο σπίτι του. Τη νύχτα θωρεί όνειρο πως του ’γερνε η γυναίκα του με την κανάτα να πλύνει τα χέρια του και για μια στιγμή γένηκε το νερό αίμα και βάψανε τα χέρια του. Δυο τρεις φολές ξύπνησε κεινιά την αργατινή. Τ’ ασκέρουν έκανε σκιαέθια του παπά για τ’ αρχοντολόι.
-Άκου Γιαννάκο, το μοναστήρι τσι θέλει όλους, δε θέλει μόνο τσι φτωχούς. Όντε βγάνομε δίσκο, ποιοι ρίχνουνε τσι πολλούς παράδες να κάμομε το κάθε τι μας; Οι πλούσοι που έχουνε τον τρόπο τους, να μη ξαναπείς σε κιανένα κακό.
Το γυναικομάνι διαρμιζότανε τα πόρτεγα τις στολίστρες τω σπιθιώ, τα μουτοπάκια, τις κάμερες, ασβέστωνε μέσα κι όξω ακόμη και τα παράσπιτα, τα γειτονοπέζουλα, στις εκκλησές και στα ξωμονάστηρα. Μια ώρα πριχού το Λαμπριάτικο μεσονύχτι, διαλάλησε η καμπάνα τον ερχομό της Λαμπρής και κάλεσε τσι χωριανούς για τη λειτουργιά του Χριστός Ανέστη. Η γρα Γιαμαλίνα είχε ’πομείνει ξάγρυπνη, μος παίξει η καμπάνα να ξυπνήσει, τον άντρα της το Γιαννάκο. Εκείνος είχε κόψει τη μέρα, εκοιμήθηκε και σα ξύπνησε καινούργια μέρα να λογάται ακριμάτιστη να ’ναι άξιος να μεταλάβει. Έχουνε να πούνε πως μόνο τη βραδυά της Ανάστασης μπορεί όποιος θέλει να μεταλάβει αξεμολόητος, δίχως να βάνει φουνάρα απάνω του.
- Γιαννάκο, βάστα μπρε, γροίκα, παίζει η καμπάνα.
Μέρωσε την ανοιξιάτικη νυχθιά κι αναγάλλιασε τις καλόβουλες ψυχές των πιστώ η καμπάνα της Λαμπρής. Κύματα κύματα καταφάνανε οικογενειακώς οι χωριανοί, σύρνανε τους αλαργοξορισμένους και βαστούσανε από δυο άσπρα κεριά, ένα μικιό αγιοκέρι ν’ άψουνε στο μανουάλι και ένα λαμπαδάκι για τ’ άγιο φως. Τα γέρα βαστούσανε τα φενέρια που δεν τα σβήνει αέρας για να φέγγουνε να γιαγείρουνε και τ’ άγιο φως στα σπίθια ντως να φέρουνε, λαπροσταυρούς στα ανώφυλλα να κάμουνε στο σπίτι ντως ν’ αγιάσουνε.
Τα κατανυχτικά τροπάρια χαρουμενέψανε μια σταλιά το Γιαννάκο, «κύματι θαλάσσης», ωδές τρισάγια… «ότε κατήλθες» και έκαμε ο παπάς την απόλυση του Όρθρου. Το πενταμελές εκκλησιαστικό συμβούλιο, ο Νταμουλογιώργης, το Κωστάκι, ο Γιώργης του μπάρμπα Νικόλα, το Μανωλιό του μπάρμπα Δράκου κι ο Γιώργης του Βασίλη σβήσανε τα κεριά και τις λαμπάδες κι εσκοτείνιασε η εκκλησία. Και οι χωριανοί, με κατάνυξη προσμένανε το καινούργιο άγιο φως να φέξει. Σαν Πατριάρχης ήψε ο παπάς Μηλιαράς από το ακοίμητο καντήλι της Άγιας Τράπεζας μια μεγάλη άσπρη λαμπάδα του μπογιού ντου, βγήκε στο τρίσκαλο της Ωραίας Πύλης ψάλλοντας: «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου τούτου φωτός». Τρεις φορές εσβήσανε τη λαμπάδα του παπά από το συνοριτό οι άντρες. Οι γυναίκες δε σιμώνανε στη μάχη για τ’ Άγιο Φως. Λογούντανε καλό σημάδι ποιος θα πάρει πρώτος. Ήψανε πρώτα οι άνδρες και ύστερα οι γυναίκες και βγήκανε στον αυλόγυρο με αναμμένα λαμπαδάκια. Τρεις γύρους εκάμανε γύρω από την εκκλησά να λιτανέψουνε την Ανάσταση με ξαπτέρυγα, λάβαρα και το κόνισμα της Λαμπρής. Χαιράμενα τρικάμπανα διαλαλούσανε στο άγιο μεσονύχτι την Αγία Ανάσταση και ο παπάς έψαλλε «Την ανάστασίν σου, Χριστέ Σωτήρ, άγγελοι υμνούσιν εν ουρανοίς».
Ύστερα σταθήκανε στη νοτική δίφυλλη ξύλινη πόρτα και διαβάστηκε το λαμπριάτικο Ευαγγέλιο και μόλις ακούστηκε το Χριστός Ανέστη, λαμπαδιάσανε το μεγάλο στοιβό τα ξύλα και οι φλόγες της φουνάρας ξεκορφίσανε το αψηλό καμπαναργιό. Έφεξε η νύχτα τση Λαμπρής και έλαμψε η αντικριστή πλαγιά του Μουσά το Χαράκι, τα γύρω περβολοχώραφα, οι αθισμένες λιανολιές, χαρήκανε και οι βοσκοί από τα όρη που είδανε το μήνυμα της άγιας φωθιάς για την ανάσταση του Χριστού.
Έγνεψε ο παπάς του ψάλτη να κάμουνε το έθιμο του Πιλάτου. Σφαλίστηκε μοναχός μέσα στην εκκλησά ο γεροντής κι ο παπάς είπε απ’ όξω:
-Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης.
-Τις εστίν ο βασιλεύς της δόξης;
-Κύριος κραταιός και δυνατός εν πολέμοις, αυτός εστίν ο βασιλεύς της δόξης.
Ως επάτησε ο Χριστός τον θάνατο, έσπρωξε και ο παπάς την πόρτα ν’ ανοίξει. Για να γροικά ο γερο – ψάλτης ήτανε πολύ σιμά στην πόρτα και ήπεσε φαρδύς πλατύς κατάχαμα. Η γρα Γιαμαλίνα, η γυναίκα του, ήσυρε φωνή.
-Χριστέ μου είντα μας ήβρηκε ετσά βραδιά. Γιαννάκο ήπαθες πράμα;
Τονε σήκωσε ο παπάς και τον ερώτηξε και κείνος:
-Γιαννάκο, ήπαθες μπρε πράμα;
-Τελευταία και τυχερή ᾽τανε παπά, κι ευτυχώς που δεν ήσπασα κιανένα πόδα και πως ήθελα να με τελούνε τα κοπέλια μου που λείπουνε στη Χώρα.
Ο Δημητρός, που καλαναρχούσε στου Γιαννάκου και είχε βαθιά επιθυμία να ψάλλει τα καλά τροπάρια, χάρηκε για μια στιγμή. Ευκαιρία να ψάλω εγώ όλα τα λαμπριάτικα και όλη τη Μεγάλη Σαρακοστή μόνο τα Κύριε ελέησο και τα Πατερημά μ’ άφησε να λέω.
-Να σου συντράμω μπρε Γιαννάκο να πας στο σπιτικό σου;
-Εσύ μωρέ, θες να μου φας τα τροπάρια, που περιμένω εγώ όλη τη Σαρακοστή. Και με σπασμένο τον πόδα θα τα ψάλλω.
Τονε συντράμανε να συνηφέρει και σιγά – σιγά βγήκε ξανά στο δεξό στασίδι.
Σαν ήρχισε να ψάλλει τα τροπάρια, ξέχασε τη ντροπή και το πόνο της πεσιμαθιάς. Η λειτουργιά του Χριστού Ανέστη είναι από τις καλύτερες λειτουργιές του χρόνου. Σκορπά αγαλίαση και θρησκευτική κατάνυξη. Με τα Ειρηνικά, τον Κανόνα του Πάσχα… Δόξα τη Αγία Αναστάσει σου, Κύριε…», Κατεβασιές, Κοντάκια, Τροπάρια και Μεγαλυνάρια.
Λίγοι είχανε ᾽πομείνει πια στη λειτουργιά, οι πιο θρήσκοι και οι πιο πικραμένοι και οι ξέμονες ψυχές από το μαυροφορεμένο γυναικομάνι, που δε βιαζόντανε να γιαγείρουνε στα σπίτια ντως γιατί κιανείς πια δε τους περίμενε.
Με την απόλυση της λειτουργιάς ο Γιαννάκος γκαρδιώθηκε πως γέρασε πια για τα καλά και πως όλα έχουνε ένα τέλος και όλα είναι ωραία αλλά μονάχα για τους νέους. Ευλαβικά σίμωσε, ήψε το φενέρι από το Άγιο Φως, προσκύνησε την Αγία Ανάσταση στο προσκηνυτάρι και φίλησε τη χέρα του παπά συγκινημένος.
Κατάλαβε πως ήταν ο στερνός αποχαιρετισμός για ό,τι αγάπησε και υπηρέτησε με πίστη μια ζωή.
-Χριστός Ανέστη, παπά μου.
-Αληθώς Ανέστη, Γιαννάκο και του χρόνου ν’ αξιωθούμε.
Στη βαθιά συγκίνηση πνιγήκανε τα λόγια του και δεν ανταπάντησε. Η γυναίκα του η γρα – Γιαμαλίνα πιο καλοστεκούμενη, παρακρατούσε το γεροντή της να μην κακοπέσει. Βαστούσε το φενέρι να φέγγουνε στο ρημαγμένο σπιτικό ντως να γιαγείρουνε, να χώσουνε τις πρικιές αμοναξιές τω γεραθιώ ντως. Ανήμερα της Λαμπρής όλοι στο χωριό δίνανε και παίρνανε του Γιαννάκου τα παθήματα και τον αποχαιρετισμό του.

