Του Ν. Τσαγκαράκη

Ένα απλό, όμορφο και μελαγχολικό δράμα για τις ανθρώπινες σχέσεις.

ΧΤΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

LAST NIGHT

Σκην.: Μάσυ Τατζέντιν

Πρωτ.: Κίρα Νάιτλι, Σαμ Γουόρδινγκτον, Εύα Μέντες, Γκιγιόμ Κανέ

Η Τζοάνα κι ο Μάικλ ζουν στη Νέα Υόρκη και διανύουν τον τέταρτο χρόνο του γάμου τους. Είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι που όμως βρίσκεται μαζί από το κολέγιο, και έχει ήδη αρχίσει ν’ αναγνωρίζει σημάδια αλλαγής, που ενδεχομένως να προαναγγέλλει σταδιακή αποξένωση μεταξύ τους. Ώσπου ένα επαγγελματικό ταξίδι του Μάικλ θα γίνει η απόλυτη δοκιμασία για το ζευγάρι, καθώς εκείνος δελεάζεται από μια σαγηνευτική συνάδελφό του, τη Λώρα, ενώ κατά την απουσία του η Τζοάνα συναντά έναν παλιό της έρωτα ο οποίος ποτέ δεν έσβησε, τον Άλεξ, για τον οποίο δεν έχει μιλήσει ποτέ στον Μάικλ.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της ιρανο-αμερικανίδας σκηνοθέτριας Τατζέντιν είναι ένα αισθηματικό δράμα που έχει επίσης γράψει η ίδια, για την ισορροπία ανάμεσα στην αφοσίωση και στον πειρασμό, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη λεπτότητα και την κομψότητα των εικόνων, των ερμηνειών, των συναισθημάτων του.

Προς ευχάριστη έκπληξή μας, και αντίθετα απ’ ό,τι το τρέιλερ αφήνει να εννοηθεί, η απιστία δεν είναι δεδομένη για τους ήρωες. Αντιθέτως, αποτελεί το βασικό διακύβευμα της πλοκής, η οποία στήνει ένα απλό σχήμα για να δοκιμάσει ακριβώς τη φύση και τη δύναμη του συναισθήματος ανάμεσα στο παντρεμένο ζευγάρι. Εξαρχής, η Τζοάνα και ο Μάικλ εκφράζουν αγάπη και σεβασμό μεταξύ τους, δείχνοντας ότι εκτιμούν βαθειά αυτό που έχουν κι αναγνωρίζοντας παράλληλα τη φθορά που έχει επέλθει με τα χρόνια. Η πλοκή δηλαδή αφενός θεμελιώνει το συναίσθημα, καθιστώντας το όμως όσο ευάλωτο χρειάζεται για ν’ ανησυχήσει τον θεατή. Το σενάριο γρήγορα ρίχνει τον πειρασμό μπροστά στους ήρωες, τον οποίο δεν ταυτίζει με φύλο ή συμπεριφορά. Τόσο η Λώρα όσο κι ο Άλεξ αδιαφορούν για τη δέσμευση στην οποία παρεμβαίνουν και είναι εξίσου διατιθέμενοι να τη διαλύσουν προκειμένου να κατακτήσουν τον στόχο τους.

Το ενδιαφέρον με την πρόοδο της πλοκής, είναι ότι καταφέρνει συνεχώς να διατηρεί την αμφιβολία για την τελική έκβαση, επειδή οι ήρωες είναι αρκετά ώριμοι για να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που έχουν και σ’ αυτό που θέλουν, καθένα από τα οποία διαγράφεται εξίσου σημαντικό αν και για διαφορετικούς λόγους. Επιλέγοντας διαφορετική πλευρά του διλήμματος, οι ήρωες κάτι θα κερδίσουν και κάτι θα χάσουν, με αποτέλεσμα να παραμένουν αναποφάσιστοι, ταλάντευση με την οποία η ταινία παίζει μέχρι την τελευταία σκηνή. Ο Μάικλ πέφτει τελικά στο κρεβάτι με τη Λώρα αλλά ο διάλογος της επόμενης μέρας είναι αμφίσημα λακωνικός, και μαζί με το απογοητευμένο ύφος της κοπέλας, δηλώνει είτε ότι ο Μάικλ βιάζεται να ξεφύγει μετά από μια νύχτα -διπλού- πάθους, είτε ότι παρά τη διπλή του απόπειρα, δεν κατάφερε ν’ αντεπεξέλθει στις προσδοκίες της Λώρας.

Η επιστροφή του στο σπίτι αντιμετωπίζεται ψυχρά από τη Τζοάνα η οποία με τη σειρά της αποφασίζει να του μιλήσει για τον Άλεξ, κι εκεί τελειώνει το φιλμ, ακριβώς για να διατηρήσει αυτή την αμφιθυμία του θεατή προς τη σχέση του ζευγαριού, αφήνοντας ανοιχτό όλα τα ενδεχόμενα, και ξεκινώντας μια νέα δοκιμασία για το ζευγάρι. Έτσι, η Τατζέντιν δεν προσπαθεί να κρίνει ή να τυραννήσει του ήρωες, αλλά ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ρευστότητα της συμπεριφοράς, των συναισθημάτων, της συζυγικής ‘ηθικής’, και για τις ποικίλες εκφάνσεις του έρωτα.

Η σκηνοθέτρια φτιάχνει έναν κόσμο χωρίς ξεσπάσματα και φωνές, με τους ήρωές της να έχουν πλήρη συναίσθηση της θέσης και του διλήμματος που καλούνται ν’ αντιμετωπίσουν. Οι άντρες της υπόθεσης είναι αρκούντως γοητευτικοί, αλλά αυτές που κλέβουν την παράσταση είναι οι δύο γυναίκες, και ειδικά η Νάιτλι, η λεπτεπίλεπτη φιγούρα της οποίας έχει γίνει συνώνυμη της κομψότητας, εδώ πανέμορφα φροντισμένη από τη βετεράνο ενδυματολόγο Αν Ροθ. Από την πλευρά του, ο Κλιντ Μανσέλ χρησιμοποιεί μόνο το πιάνο του για να στολίσει την ταινία με χαμηλών τόνων μελαγχολία, ανάλογη με την εύθραυστη ωριμότητα των χαρακτήρων.



RANGO

Σκην.: Γκορ Βερμπίνσκι

Με τις φωνές των: Τζόνυ Ντεπ, Άιλα Φίσερ, Νεντ Μπίτυ, Μπιλ Νάι, Ρέι Γουίνστον, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Τίμοθυ Όλιφαντ

Ο Ράνγκο είναι ένας χαμαιλέοντας που φτάνει σε μια πόλη της αμερικανικής ερήμου, η οποία κατοικείται από ζώα και αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας. Προσπαθώντας να βοηθήσει τους κατοίκους να ξαναφέρουν το νερό στην πόλη τους, ο ανυποψίαστος Ράνγκο έρχεται αντιμέτωπος με την τοπική μαφία και αναδεικνύεται σε ήρωα.

Το «Ράνγκο» είναι η τελευταία προσθήκη στις εξαιρετικά σχεδιασμένες, σινεφιλικές, ενηλίκου χιούμορ ταινίες ψηφιακού animation που έχουν καθιερωθεί τα τελευταία 15 χρόνια ως απάντηση στην πιο αθώα και παιδικού προσανατολισμού παράδοση της Disney. Η ταινία είναι μια έξυπνη και διασκεδαστική παρωδία των γουέστερν, με πολλές αναφορές στο συγκεκριμένο είδος αλλά και σε άλλες γνωστές κινηματογραφικές στιγμές (π.χ. το αρχικό ‘φτάρνισμα’ του Ράνγκο από τη μύτη δεν είναι άλλο από εκείνο που λάνσαρε ξεκαρδιστικά ο Τζακ Λέμον στο «Παράξενο ζευγάρι» το 1968). Το οικολογικό μήνυμα, η υψηλού επιπέδου σχεδίαση (η λεπτομερής υφή και η αληθοφάνεια των σχεδίων, το βάθος των συνθέσεων), η σπιρτάδα των καταδιώξεων, και φυσικά το κέφι του Ντεπ, φτιάχνουν μια διασκεδαστική ταινία, προορισμένη κυρίως στα μεγαλύτερα παιδιά και στους ενήλικες, χωρίς να σημαίνει ότι και οι μικρότεροι θεατές δε θα εντυπωσιαστούν από τον οπτικό της πλούτο.