Του Ν. Τσαγκαράκη
Πατέρες στην οικογένεια και στην Εκκλησία.
BIUTIFUL
Σκην.: Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρίτου
Πρωτ.: Χαβιέ Μπαρδέμ, Μαρισέλ Αλβάρεζ, Χάνα Μπουχαΐμπ, Γκιγιέρμο Εστρέγια
Στη σημερινή Βαρκελώνη, ο Ουξμπάλ είναι πατέρας δύο παιδιών χωρίς ο ίδιος να έχει γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, που πέθανε σε νεαρή ηλικία. Διακινεί λαθρομετανάστες, εξασφαλίζοντάς τους παράνομη εργασία. Μια μέρα μαθαίνει ότι του απομένουν δύο μήνες ζωή.
Μετά από τις «Χαμένες αγάπες» (2000), τα «21 γραμμάρια» (2003), και τη «Βαβέλ» (2006), ο μεξικανός Ινιαρίτου αφηγείται μια ιστορία για πρώτη φορά χωρίς τη βοήθεια του σεναριογράφου Γκιγιέρμο Αριάγκα, με τον οποίο είχαν καθιερώσει την αναγνωρίσιμη πολυ-εστιακή αφήγησή τους. Εδώ η αφήγηση είναι πιο ευθυγραμμισμένη, με πρωθύστερη μόνο την εναρκτήρια σκηνή η οποία και ‘κυκλώνει’ το φιλμ για να υπογραμμίσει το κεντρικό θέμα του, που είναι η σχέση πατέρα και παιδιού (ο σκηνοθέτης αφιερώνει την ταινία στον δικό του πατέρα). Πρόκειται για τη θλιβερή, συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει ν’ αντιμετωπίσει αφενός τη γονική ευθύνη και αφετέρου την ενοχή για την κατάσταση των μεταναστών από τους οποίους κερδίζει τα εύκολα και γρήγορα χρήματα για να συντηρήσει τα παιδιά του.
Παρότι η ιστορία μοιάζει σε στιγμές ν’ ανοίγει περισσότερα σεναριακά μέτωπα απ’ όσα μπορεί να διεκπεραιώσει, ο Ινιαρίτου καταφέρνει να δώσει με ισορροπία την πολύπλευρη κρίση συνείδησης και ταυτότητας του ήρωα. Φτιάχνοντας εικόνες ταυτόχρονα ποιητικές και αφηγηματικά δικαιολογημένες, ο σκηνοθέτης αποδίδει με μελαγχολία και στωικότητα τα διλήμματα και την ειρωνία στη ζωή του Ουξμπάλ (η στιγμή που αντιμετωπίζει το ταριχευμένο σώμα του πατέρα του σε μικρότερη απ’ αυτόν ηλικία στο νεκροτομείο, τα ξεβρασμένα πτώματα των μεταναστών στην παραλία), ενώ καταφέρνει να πείσει για την επαφή του με τους νεκρούς, ίσως αποτελεσματικότερα από την πρόσφατη απόπειρα του Κλιντ Ίστγουντ με τον Ματ Ντέιμον. Η απεικόνιση αυτής της ικανότητας εδώ γίνεται με εικονογραφικά πιο διακριτικό και δραματικά βαρύτερο τρόπο, αφού η παρουσία των νεκρών παραμένει στο πίσω μέρος των πλάνων και επιτείνει το αναπόδραστο συνειδησιακό βάρος του Ουξμπάλ που διαγράφεται στο μονίμως σκυθρωπό, ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Μπαρδέμ.
Ο Ινιαρίτου αποτυπώνει επίσης εύστοχα και αληθοφανώς πλευρές του ζητήματος της μετανάστευσης (η κοινή σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έφοδος της αστυνομίας, οι στοιβαγμένοι εργάτες στο υπόγειο κτλ.), το μελαγχολικό μουσικό θέμα του Γουστάβο Σανταολάγια διαπερνάει το φιλμ, και ο Μπαρδέμ σε μία ακόμα πολύ καλή ερμηνεία του ακροβατεί ανάμεσα στον ρόλο του πατέρα/παροχέα και του γιου με τη στερημένη τρυφερότητα. Να υπογραμμιστεί επίσης η κοινωνικά ρεαλιστικότερη απεικόνιση της Βαρκελώνης με τις υποβαθμισμένες συνοικίες και τα ‘γκρίζα’ πανοραμικά πλάνα, στον αντίποδα του πρόσφατου εξωτισμού του Γούντυ Άλεν, αλλά και ο, επιπόλαια δοσμένος, εγκληματικός χαρακτήρας της ομοφυλόφιλης σχέσης της πλοκής.
Η ΤΕΛΕΤΗ
THE RITE
Σκην.: Μίκαελ Χάφστρομ
Πρωτ.: Άντονι Χόπκινς, Κόλιν Ο Ντόνοχιου, Άλις Μπράγκα, Κιάραν Χιντς, Ρούτγκερ Χάουερ, Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα
Ο Μάικλ Κόβακ αποφασίζει να γίνει ιερέας για να ξεφύγει από τους περιορισμούς του αυστηρού πατέρα του. Τελειώνοντας τη φοίτησή του στην ιερατική σχολή, αποφασίζει να παραιτηθεί από το αξίωμά του λόγω αδύναμης πίστης, αλλά ο υπεύθυνος καθηγητής του τον παροτρύνει να παρακολουθήσει μαθήματα εξορκισμού στο Βατικανό. Εκεί γνωρίζει τον βετεράνο εξορκιστή, πατέρα Λουκά, ο οποίος θα προσπαθήσει (και τελικά θα καταφέρει) να τον κάνει να πιστέψει στον δαιμονισμό.
Εμπνευσμένη από το βιβλίο του Ματ Μπάλιο, η ταινία αποτελεί μια αδιάφορη προσθήκη στις ταινίες εξορκισμού, με την παρουσία του Χόπκινς να είναι απλώς διεκπεραιωτική. Το σενάριο της ταινίας επικαλείται μια αληθινή ιστορία πίσω από τα γεγονότα, και βασίζεται σ’ αυτή για να ξετυλίξει ουσιαστικά τη ‘δημιουργία’ ενός εξορκιστή, και συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο ο σκεπτικιστής Μάικλ κατέληξε να γίνει ένας από τους ολιγάριθμους εξορκιστές των Η.Π.Α. Όμως, η ταινία δε φαίνεται ικανή να πείσει για όσα θέλει να πει (υπάρχει άραγε ανάγκη να πειστεί κανείς για την αναγκαιότητα του επαγγέλματος του εξορκιστή;), ούτε ταυτόχρονα να στήσει μια αρκετά τρομακτική διαδικασία, αφού οι σκηνές τρόμου είναι κοινότοπες και επίπεδες (η έλλειψη κλιμάκωσης και εκπλήξεων στις περισσότερες σκηνές εξορκισμού είναι απογοητευτική).
Το σενάριο είναι τετριμμένο, χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις, και ασυνεπές στον τρόπο με τον οποίο τελικά μεταστρέφει τη γνώμη του Μάικλ. Για παράδειγμα, ενώ στην περίπτωση της Ροζάρια θα έπρεπε να έχει πειστεί από τη στιγμή που του δείχνει το βραχιόλι και φτύνει τα καρφιά, εκείνος παραμένει αδικαιολόγητα αμετάπειστος. Η όλη ιδέα των μαθημάτων εξορκισμού παρουσιάζεται εντελώς ανούσια, αναληθοφανής και χωρίς αντικείμενο, καθώς όταν ο πάτερ Ξαβιέ καλείται να διαχωρίσει τον δαιμονισμό από την ψυχασθένεια δε φαίνεται καν να γνωρίζει για τι πράγμα μιλάει. Όπως και η ρητορική του πατέρα Λουκά, που αντιπαρέρχεται με προσβλητική αφέλεια τον σκεπτικισμό του Μάικλ (“ακόμα κι αν βρούμε αποδείξεις, τι θα τις κάνουμε;”, αναρωτιέται).

