Θεέ μου, αξίωσέ με να μαρτυρήσω για χάρη σου και για την άμοιρη τη θυγατέρα σου, την Κρήτη.
Αυτή η προσευχή του Νίκου Καζαντζάκη εισακούστηκε, γιατί ο συγγραφέας, ποιητής και στοχαστής αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και των δυνάμεών του γράφοντας για το Θεό και για την Κρήτη.
Σπάνια ένας συγγραφέας αγάπησε, λάτρεψε, ύμνησε και έγραψε τόσα για τον τόπο της γέννησής του και της παιδικής του ηλικίας. Σε όλο το έργο του, την αλληλογραφία του και τις συνομιλίες του, μιλάει για την Κρήτη με αγάπη, επιμένει για την κρητική ιδιαιτερότητα, θεωρεί το νησί του ως ένα σημείο αναφοράς για ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να πέφτει στο σωβινισμό και τον τοπικισμό. Εκεί έγκειται η μεγαλοσύνη του.
Για να μελετηθούν οι σχέσεις του Καζαντζάκη με την Κρήτη, θα μπορούσε κανείς πολλά να γράψει και πολλά να πει. Περιορίστηκα στην εξέταση δύο ουσιωδών κατά τη γνώμη μου όψεων:
1. Ο Καζαντζάκης και ο κρητικός λαϊκός πολιτισμός
2. Η Κρήτη: σημείο αναφοράς για τον κόσμο
1. Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Είναι ένα θέμα που έχει μελετηθεί λίγο και αγνοείται συχνά από τους ερευνητές ή τους ομιλητές (αν εξαιρέσουμε, βέβαια, τις αξιόλογες μελέτες του Κώστα Ρωμαίου, της Κατερίνας Κορρέ και του Νίκου Ψιλάκη). Εντούτοις, ο λαϊκός πολιτισμός κατέχει πρωταρχική θέση σε όλο το έργο και την αλληλογραφία του μεγάλου Κρητικού.
Είτε πρόκειται για την υλική ζωή (ενδύματα, φυσικό παρουσιαστικό, σπίτια, προϊόντα), είτε για την κοινωνική ζωή (γέννηση, γάμος, θάνατος) ή την πνευματική (ιστορία, τραγούδια, θρησκευτική πίστη), των αστικών κέντρων ή της υπαίθρου, ο Καζαντζάκης μιλάει γι’ αυτήν με αγάπη, συγκίνηση και θαυμασμό.
Το σημείο της αφετηρίας του είναι το “Μεγάλο Κάστρο”, η παλιά πόλη “Χάνδακας”, το σημερινό Ηράκλειο. Γεννήθηκε εκεί το 1883, σε μια σχετικά μεγάλη πόλη, όπου κυριαρχούσε το μουσουλμανικό στοιχείο και όπου οι υποδουλωμένοι χριστιανοί κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή και το εμπόριο. Σε όλη την πόλη υπήρχαν μόνο τρεις εκκλησίες και πολλά τζαμιά.
Η πόλη με τις ανάμικτες αναμνήσεις της τον μαγεύει. Στην Αναφορά στον Γκρέκο, θυμάται: Τριγύριζα νύχτα στα στενά δρομάκια του Μεγάλου Κάστρου, κι από την κάθε γωνιά ξεπετιούνταν οι παμπάλαιες θύμησες. Συναντούσα τον εαυτό μου παιδί να περπατάει ολομόναχο και να μη θέλει να παίξει με τ’ άλλα παιδιά, ύστερα τον έφηβο να σεργιανίζει με τους φίλους του στα βενετσιάνικα τείχη.
Ο Νίκος Καζαντζάκης περιγράφει λεπτομερώς την πόλη του στον Καπετάν Μιχάλη. Θυμόταν τη φωνή του μουεζίνη, ανατολίτικη και μακρόσυρτη, που ξεχυνόταν από τους μιναρέδες των τζαμιών. Είχε δει χριστιανούς και μουσουλμάνους να πίνουν τσικουδιά στα καφενεία, να αλληλοπειράζονται, είχε χορτάσει τα μάτια του με την κίνηση του κόσμου, είχε ζήσει σφαγές και επαναστάσεις, βλέποντας τις γυναίκες και τα παιδιά να στριμώχνονται στο λιμάνι, όταν περίμεναν με απερίγραπτη απόγνωση το πλοίο που θα τους έπαιρνε μακριά, σε ασφαλέστερες περιοχές, στα ελληνικά νησιά. Αυτό το ταξίδι, ο Καζαντζάκης το έζησε ο ίδιος όταν υποχρεώθηκε να καταφύγει μαζί με την οικογένειά του στη Νάξο.
Το κρητικό τοπίο του προξενεί νοσταλγία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αυτή η νοσταλγία γίνεται επίμονη.
Ομορφη που ‘ναι η Κρήτη. Ομορφη! Ε και νάμουνα αετός να την καμάρωνα απ’ την κορφή του αέρα! γράφει στον Καπετάν Μιχάλη.
Οι κρητικές εμπειρίες του έχουν την πηγή τους σε ένα αστικό κέντρο, αλλά επηρεάστηκε επίσης από την ύπαιθρο. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό, κοντά στην πόλη, τους Βαρβάρους, χτισμένο από τον Bυζαντινό στρατηγό (και μετέπειτα αυτοκράτορα) Νικηφόρο Φωκά πάνω σε ένα φυσικό ύψωμα, ανάμεσα σε πολλούς εύφορους λόφους. Η μητέρα του καταγόταν από το ορεινό χωριό Μυλοπόταμος, όπου πολλοί βοσκοί έβοσκαν τις κατσίκες και τα πρόβατά τους στον Ψηλορείτη. Από τα παιδικά του χρόνια γνώρισε καλά την ύπαιθρο και ρούφηξε σαν σφουγγάρι τις παροιμίες, τα ήθη και έθιμα, τις συνήθειες, το κρητικό ιδίωμα. Ο συγγραφέας ζυμώνεται με την αγωνία του γεωργού, τη βιασύνη του τρυγητή και τη μαγεία του μούστου που βράζει και μετατρέπεται σε κρασί.
Ενα παλιοκούτσουρο, γράφει στον Ζορμπά, πετάει βλαστούς, κρέμουνται κάτι ξερά μπιχλιμπίδια, κι ο καιρός περνάει, ο ήλιος τα ψήνει, γίνουνται γλυκά σαν το μέλι και τα λέμε σταφύλια· τα πατούμε, βγάζουμε το ζουμί τους, το βάζουμε στα βαρέλια, βράζει μοναχό του, το ανοίγουμε του Αι-Γιώργη του Μεθυστή τον Οχτώβρη, και βγαίνει κρασί. Τι θάμα είναι πάλι αυτό; Το πίνεις το κόκκινο αυτό ζουμί κι η ψυχή μεγαλώνει.
Ο Καζαντζάκης έχει απέραντη γνώση της Κρήτης: μια γνώση που έχει την πηγή της στη μελέτη (αυτός ο ίδιος παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις μεγάλες αρχαιολογικές έρευνες που γίνονται από τις αρχές του αιώνα και που παρουσιάζουν μια σαφέστερη εικόνα της προϊστορικής Κρήτης), αλλά παράλληλα μια γνώση που έχει τις ρίζες της στα παιδικά του χρόνια.
Στον Χριστό ξανασταυρώνεται, στον Καπετάν Μιχάλη και στην Αναφορά στον Γκρέκο, περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τα ρούχα που φορούσαν οι Κρητικοί και οι Κρητικές.
Φορούσε τις αψηλές καπετανίστικες μπότες του, τον κίτρινο το μουσαμά και το αρχοντικό καλπάκι από αληθινό αστρακάν. Κρατούσε και το αψηλό ραβδί του του δημογέροντα.
Αρχοντόπαπας, με το μελιτζανί ατλαζένιο ανιερί του, με τη φαρδιά μαύρη ζώνη και με το βαρύ ασημένιο εγκόλπιο αναπαμένο στη φαρδιά κοιλιά του.
Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, λούζουνταν αποβραδίς, άλειφε τα μαλλιά της με δαφνόλαδο, έτριβε τα δόντια της με καρυδόφυλλο, έβανε στο λαιμό της ένα γιορντάνι γαλάζιες πέτρες, που την προστάτευαν από το κακό μάτι κι έπαιρνε το ανηφόρι του Προφήτη Ηλία.
Στον Ζορμπά, μας προσφέρει μια εκπληκτική εικόνα του κρητικού σπιτιού. Είναι το χωριάτικο σπίτι μιας οικογένειας χωρικών ή κτηνοτρόφων του νησιού που κανείς, νομίζω, δεν θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει με τόσο λιτούς όρους και τέτοια υποβλητική δύναμη.
Χαρά μεγάλη να μπαίνεις σ’ ένα χωριάτικο κρητικό σπίτι· όλα γύρα πατριαρχικά, αιώνια: το τζάκι, ένα λυχνάρι κρεμασμένο δίπλα στο τζάκι, πιθάρια με λάδι και γεννήματα, και ζερβά, ως μπαίνουμε, σ’ ένα κούφωμα του τοίχου, στο σταμνοστάτη, το σταμνί με το δροσερό νερό ταπωμένο με σταμναγκάθι. Στα δοκάρια κρέμουνται αρμαθιές κυδώνια και ρόδια και μυρωδάτα βότανα, φασκόμηλο, δυόσμο, δεντρολίβανο, θρούμπα. Στο βάθος, τρία τέσσερα σκαλοπάτια, κι ανεβαίνεις στο σοφά, όπου είναι το στριποδένιο κρεβάτι, κι από πάνω τ’ άγια κονίσματα με το αναμμένο καντήλι.
Ρόδια, κυδώνια και βότανα αποτελούν τα απαραίτητα εφόδια ενός κρητικού σπιτιού, αρμαθιές-αρμαθιές κρέμονται από τα δοκάρια, τα φυλάνε για το χειμώνα. Αλλά ο Καζαντζάκης γνωρίζει και το σταμναγκάθι, ένα τάπωμα που δεν υπήρχε σε όλες τις περιοχές της Κρήτης. Είναι ένα κλαδί από έναν αγκαθερό θάμνο με το οποίο ταπώνουν το στόμιο μιας στάμνας, εμποδίζοντας έτσι τα έντομα να μπουν μέσα και να μολύνουν το νερό του σπιτιού. Από τη ρίζα του ίδιου θάμνου βγαίνει το φθινόπωρο και το χειμώνα ένα τρυφερό βλαστάρι, που είναι περιζήτητο σαν ωμή σαλάτα στο νησί.
Αυτή η εικόνα του κρητικού σπιτιού, με τα γεωργικά προϊόντα που φυλάγονται στο μεγάλο δωμάτιο, δεν είναι μοναδική στο έργο του. Μια λαγήνα νερό στο σταμνοστάτη, μια νταμιτζάνα ρακή στη γωνιά, γράφει στον Χριστό ξανασταυρώνεται.
Το ψωμί ήταν για το κρητικό σπίτι, τον καιρό που ο Καζαντζάκης ήταν παιδί, το πιο πολύτιμο πράγμα. Επειδή ο 19ος αιώνας ήταν ένας αιώνας συχνών επαναστάσεων, πολλές φορές η αγροτική παραγωγή δεν επαρκούσε και, εκτός από τη δυστυχία που προκαλούσαν οι πολεμικές συγκρούσεις, καίγονταν και τα σπαρτά και η αγροτική οικογένεια βυθιζόταν στην ανέχεια. Η σχέση του Κρητικού με το ψωμί είναι ιδιαίτερη. Δεν το αφήνει ποτέ να πέσει καταγής και παίρνει όρκο στο ψωμί που τρώει. Ο Καζαντζάκης κληρονόμησε αυτή τη σχέση από τους προγόνους του. Μιλάει για το ψωμί με όρους γεμάτους σεβασμό και θυμάται, συχνά με νοσταλγία, την ευωδιά του ψωμιού που μόλις ψήθηκε στον κρητικό φούρνο. Το σταρένιο ψωμί ήταν ακόμα στην πινακωτή και μοσχομύριζε, γράφει στον Καπετάν Μιχάλη. Και στον Χριστό ξανασταυρώνεται: Τι νόστιμο που είναι το βλογημένο, μουρμούρισε. Σα να τρώγω πρώτη φορά ψωμί· δεν είναι τούτο ψωμί, είναι αντίδωρο· πάει ίσια στο κόκκαλο και το θρέφει.
Οι κρητικές διαιτητικές συνήθειες είναι γνωστές. Το ψωμί, η κριθαρένια κουλούρα, το κρασί, οι ελιές και η μπουκάλα το κρασί συνθέτουν πολλά κρητικά γεύματα ιδίως γεύματα στην ύπαιθρο. Στον Καπετάν Μιχάλη, διαβάζουμε: ένα κεσέ γάλα, μιαν κριθαλοκουλούρα παξιμαδιασμένη και μια μεγάλη φέτα τυρί. Και αλλού: ένα καυκάλι κριθαρόψωμο κι ελιές κι ένα φλασκάκι κρασί. Η κριθαροκουλούρα ήταν το καθημερινό βασικό ψωμί του Κρητικού.
Οι γιορτές, οι αργίες, αλλά και οι κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως οι γάμοι και τα βαφτίσια, είναι βιωματικές εμπειρίες που μετασχηματίζονται σε δημιουργία και έμπνευση. Ο πίνακας που σκιαγραφεί ο Καζαντζάκης στα κρητικά του έργα αποτελείται από εκπληκτικές περιγραφές που πλουτίζουν, με μοναδικές εικόνες, τη λαογραφία του νησιού. Να πως περιγράφει την παραμονή των Χριστουγέννων στον Χριστό ξανασταυρώνεται:
Είχαν σφάξει χθες τους χοίρους, είχαν καψαλιάσει την τρίχα τους, τους είχαν ανοίξει και βγάλει τα σωθικά και τους είχαν παραδώσει έτοιμους, εφτακάθαρους στις γυναίκες και τις θυγατέρες-αυτές θα γνιαστούν σήμερα πως θα γίνει η πηχτή, πώς να γεμίσουν τ’ άντερα να κάμουν λουκάνικα και να στοιβάξουν σε κιουπάκια και σε πιθαρόπουλα τη γλήνα, το παστό κρέας. Εστησαν σε μεγάλες φωτιές τα λεβέτια κι άρχιζαν να κοπανίζουν ξημερώματα το πιπέρι και το κύμινο για τα λουκάνικα και να στύβουν νεράντζια και λεμόνια για την πηχτή.
Θα ήταν δύσκολο να περιγράψει κανείς με καλύτερο τρόπο τα κρητικά Χριστούγεννα. Το Πάσχα επίσης, γιορτή της Ορθοδοξίας, συγκινεί τον Καζαντζάκη. Το βίωμα ξαναβγαίνει από τη μνήμη του όταν περιγράφει αυτή τη μεγάλη γιορτή.
Κάθε μεγάλη γιορτή η μητέρα μου έφτιαχνε γλυκά, πότε κουραμπιέδες, πότε λουκουμάδες, και τη Λαμπρή λαμπροκούλουρα, έβαζα τα γιορτινά μου και πήγαινα να τα μοιράσω χαιρετισμό στους θειούς και στις θειάδες (Αναφορά στον Γκρέκο).
Οι συγγενείς που προσκαλούνται στον κρητικό γάμο φτάνουν λίγες μέρες πριν με τα δώρα τους, διάφορα φαγώσιμα που προορίζονται να βοηθήσουν την οικογένεια να αντιμετωπίσει τα έξοδα του γάμου. Οι γάμοι στα χωριά κρατούσαν πολλές μέρες, σε ορισμένες περιοχές μέχρι δεκαπέντε μέρες! Ο Καζαντζάκης θυμάται αυτά τα δώρα στον Καπετάν Μιχάλη:
Φορτωμένοι με τα γαμηλιώτικα πεσκέσια-αρνιά και γουρουνόπουλα ψητά, τυριά, αθότυρους, ασκιά κρασί και λάδι, σταμνιά μέλι, σακούλια σταφίδες και τσαμπέλες σύκα και μυγδαλόψιχα.
Μια χαρακτηριστική εικόνα του κρητικού γάμου της παλιάς εποχής ήταν η αναχώρηση των καλεσμένων από τα γειτονικά ή μακρινά χωριά για να πάνε στο σπίτι της νύφης ή του γαμπρού. Οι γαμήλιες πομπές ήταν γραφικές και επίσημες. Φαίνεται ότι ο συγγραφέας δεν ξεχνάει αυτό το θέαμα, στο οποίο παρευρέθηκε στα παιδικά του χρόνια: Αλλοι κατάφταναν σε μουλάρια, άλλοι σε αλόγατα, στρωμένα με κόκκινες ξομπλιαστές πατανίες, φορτωμένα με τα γαμηλιώτικα πεσκέσια, γράφει στον Καπετάν Μιχάλη. Η αρπαγή της νύφης ήταν ένα από τα πιο συνηθισμένα γαμήλια έθιμα στην Κρήτη. Ειδικότερα, όταν οι γονείς του κοριτσιού δεν ήταν ευνοϊκά διατεθειμένοι για το γάμο, ο υποψήφιος γαμπρός έπρεπε να βρει τρόπο να την κλέψει από την οικογένειά της.
Τι γλύκα θα ‘χε ο γάμος αν δεν ήταν αρπαγή; αναρωτιέται στον Καπετάν Μιχάλη. Σύμφωνα τα πεθερικά, λουσμένη, χτενισμένη, καταστόλιστη η νύφη, στρωμένες οι τάβλες-μα τι νοστιμιά έχει το κρέας αν δεν είναι κλεψίμιο; Ο γαμπρός χιμούσε καβαλάρης, άρπαζε τη νύφη, έκανε αυτή πως αντιστέκουνταν, την απίθωνε στη σέλα του μουλαριού του κ’ έφευγε αστραπή κατά το σπιτικό του, τουφεκώντας και φοβερίζοντας.
Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν γνωρίζει απλά και μόνο τα έθιμα της Κρήτης αλλά και τα επεκτείνει, προσπαθώντας να περιγράψει όσο περισσότερο μπορεί τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα.
Η δεύτερη όψη των σχέσεων του Καζαντζάκη με την Κρήτη είναι η παγκόσμια διάστασή της.
2. Η ΚΡΗΤΗ:
ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Η Κρήτη αποτελεί για τον Καζαντζάκη ένα είδος προτύπου για ολόκληρο τον κόσμο, για πολλούς λόγους:
α) Καταρχήν, λόγω της μοναδικής γεωγραφικής της θέσης. Πράγματι, η Κρήτη βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, εν μέσω τριών ηπείρων: την Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία. Το νησί δέχτηκε έτσι επιδράσεις από όλους αυτούς τους πολιτισμούς, όπως καμιά άλλη χώρα στον κόσμο.
β) Δεύτερον, λόγω της ιστορίας της. Πρώτη η Κρήτη, από όλες τις περιοχές της Ευρώπης, δέχτηκε τα φώτα του πολιτισμού που ήρθε από την Ανατολή. Δύο χιλιάδες χρόνια πριν από το ελληνικό θαύμα, άνθιζε στην Κρήτη εκείνος ο μυστηριώδης πολιτισμός, που αποκαλείται αιγαιακός, και που είναι ακόμα βουβός, εκπληκτικός μέσα στη ζωντάνια του, μεθυσμένος από χρώματα, με μια εκλέπτυνση και ένα καλό γούστο που προκαλούν την κατάπληξη και το θαυμασμό.
γ) Τρίτον, η Κρήτη ταυτίζεται με την Ελευθερία. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό.
δ) Τέλος, η Κρήτη είναι για τον Καζαντζάκη ένας ορισμένος τρόπος να βλέπει τον κόσμο. Υπάρχει, κατά τον συγγραφέα μας, μια “κρητική ματιά”, δίπλα σε άλλες ματιές στην Ελλάδα ή αλλού, που αποτελεί μια σύνθεση από πολλούς πολιτισμούς.
Θα αναπτύξω τα δύο τελευταία σημεία.
Α. Η Ελευθερία
Σε όλο του το έργο, ο Καζαντζάκης μιλάει γι’ αυτήν. Η Ελευθερία είναι η κατάκτηση της σύγχρονης Κρήτης, σε αντίθεση με την αρχαία εποχή, θεμελιωμένη στην ομορφιά.
Ο Καζαντζάκης καταθέτει τη μαρτυρία του με περισσή συγκίνηση, αφού έζησε την οθωμανική και τη ναζιστική κατοχή. Οι άντρες και οι γυναίκες της Κρήτης πολέμησαν με πάθος και γενναιότητα, παρά τις σφαγές, τη φυγή έξω από το νησί, τις στερήσεις.
Θα παραθέσω μερικά παραδείγματα που αναφέρει ο Καζαντζάκης και που δείχνουν το μεγάλο θαυμασμό του για τους συμπατριώτες του.
Μιλώντας για το βιβλίο του Ο Καπετάν Μιχάλης, εξηγεί τη σημασία της ελευθερίας για τους Κρητικούς: Ο σκοπός του αγώνα των Κρητικών δεν είναι αβέβαιος. Για τους Κρητικούς, την εποχή που ξετυλίγονται τα γεγονότα που αποτελούν την πλοκή του μυθιστορήματος Ελευθερία ή θάνατος, ένας σκοπός επιβαλλόταν μ’ αδυσώπητο τρόπο στη δράση τους: η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Ν’ αποτινάξεις το ζυγό είναι η πρώτη μορφή της ελευτερίας: η πιο επείγουσα. Μόνο αυτή η κατακτημένη ελευτερία μπορεί ν’ ανοίξει το δρόμο που οδηγεί στις μεγάλες δημιουργίες του ανθρώπου, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη, την ηθική, την πνευματική ελευτερία. Αλλά για να φτάσει κανείς σ’ αυτά τα ψηλά σκαλοπάτια της ανθρώπινης πορείας, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είναι πολιτικά λεύτερος. Και οι αγωνιστές το ξέρουν. Γι’ αυτό αγωνίζονται με τόσο πάθος για να κατακτήσουν αυτή την ελευτερία. Οι ήρωες που ενσαρκώνουν αυτή την ορμή συντρίβουν τη ζωή τους και τη συντρίβουν για να κατακτήσουν αυτή την ελευτερία. Αυτή όμως δεν είναι η μοίρα των ηρώων;
Σε μια συνομιλία με τον Pierre Sipriot στη γαλλική ραδιοφωνία το 1957, λίγο πριν από το θάνατό του, ο Καζαντζάκης θυμάται:
Την εποχή που ο Χίτλερ απειλούσε να καταλάβει τη Νορβηγία, είχα πάει εκδρομή στην Κρήτη. Ενα μεσημέρι που περνούσα από τη ρίζα του Ψηλορείτη ακούω ψηλά από πάνω μου φωνή στεντόρεια: “Στάσου, παιδί μου, στάσου!”. Σήκωσα το κεφάλι και διέκρινα να ξεκόβει από ένα βράχο και να κατρακυλάει κάτω ένας γερο-τσοπάνης. “Ε, παιδί μου, μου κάνει λαχανιασμένος, τί γίνεται η Νορβηγία;” “Καλύτερα είναι, παππού, του αποκρίθηκα, καλύτερα είναι”. “Δόξα σοι ο Θεός”, είπε, και έκαμε το σταυρό του. “Θες ένα τσιγάρο, παππού;” “Δε θέλω τίποτα· η Νορβηγία να ‘ναι καλά και φτάνει!” Σίγουρα ο γερο-τσοπάνης ετούτος δεν ήξερε που βρίσκεται η Νορβηγία. Δεν ήξερε καλά-καλά αν είναι χώρα ή γυναίκα· ήξερε όμως τι θα πει ελευτερία.
Διαπιστώνουμε έτσι ότι ο Καζαντζάκης θεωρεί πως ο αγώνας για την ελευθερία δεν αφορά μόνο τους Κρητικούς, αλλά ολόκληρο τον κόσμο.
Στο σημείο αυτό έγκειται η ιδιαιτερότητα του Καζαντζάκη. Εχει τις ρίζες του στην Κρήτη, έχει ένα είδος μυστικιστικής σχέσης με το νησί του, ανασαίνει κανείς, γράφει, άλλον αέρα. Αναμφισβήτητα, απέραντη είναι η προσήλωσή του.
Γράφει σχετικά, στην Αναφορά στον Γκρέκο:
Νομίζω δεν μπορεί ο άνθρωπος να νιώσει θρησκευτικό δέος πιο γνήσιο και πιο βαθύ από εκείνο που νιώθει όταν πατάει το χώμα όπου κείτουνται οι προγόνοι, οι ρίζες του. Ρίζες πετούν και σένα τα πόδια σου και κατεβαίνουν στη γης και ψάχνουν να σμίξουν με τις μεγάλες αθάνατες ρίζες των πεθαμένων.
Αυτό το ρίζωμα δεν σημαίνει διόλου εγκλεισμό, σωβινισμό, αλλά άνοιγμα. Πράγματι, ο Καζαντζάκης μιλάει για την Κρήτη, αλλά την ξεπερνάει.
Δεν είναι “τοπικιστής” συγγραφέας όπως τον κατηγόρησε ο Θεοτοκάς. Ηταν ένας αληθινός Κρητικός, η ψυχή του, οι ρίζες του ήταν κρητικές, αλλά η συνείδησή του ήταν παγκόσμια. Γράφει για την Κρήτη, αλλά την ξεπερνάει.
Ενα παράδειγμα. Ο πόλεμος ανάμεσα στους Τούρκους και τους Ελληνες που περιγράφει στο έργο του παίρνει μια άλλη διάσταση, γίνεται η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, τα σκοτάδια και το φως, το Θεό και το Διάβολο. Ο Καπετάν Μιχάλης πολεμούσε τον Τούρκο κατακτητή. Ο Νίκος Καζαντζάκης πολεμούσε έναν άλλο κατακτητή που έχουμε μέσα μας, την κακία, την αμάθεια, το φόβο, τις λαμπερές και ψεύτικες ιδέες, τα είδωλα.
Προχωρεί έτσι μακρύτερα, επικαλείται ένα είδος συμβίωσης ανάμεσα στην Κρήτη και τον κόσμο. Είναι η περίφημη σύνθεση, δηλαδή “η κρητική ματιά”.
Β. Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ
Ο Καζαντζάκης ξεκινάει πάντα από τις ρίζες του, από τη γη του, πριν επιμείνει για την αναγκαία σύνθεση. Εκεί βρίσκεται η παγκοσμιότητα του μεγάλου Κρητικού.
Το κεντρικό όραμα που ρυθμίζει τα τελευταία χρόνια τη ζωή και το έργο μου δε μου ήρθε “άνωθεν”, από επιστημονικές σοφίες και μεταφυσικούς οραματισμούς, παρά “κάτωθεν”, από τα χώματα της γης μου.
Και συνεχίζει:
Η Κρήτη είναι η σύνθεση που πάντα μου επιδιώκω· η σύνθεση Ελλάδας και Ανατολής. Ούτε Φραγκιά νιώθω μέσα μου ούτε καθαρή “αποσταγμένη” κλασικήν Ελλάδα· ούτε, καθόλου, το αναρχούμενο χάος και την άβουλη εγκαρτέρηση της Ανατολής. Κάτι άλλο, μια σύνθεση· το εγώ ν’ ατενίζει την άβυσο χωρίς ν’ αποσυνθέτεται· το εναντίον, η ενατένιση αφτή να το γεμίζει συνοχή, υπερηφάνεια κι αντρεία. Και τη ματιά τούτη, που ατενίζει έτσι τη ζωή και το θάνατο, την ονομάζω Κρητική.
Σε μια επιστολή στον Αιμίλιο Χουρμούζιο, διευκρινίζει τη σημασία αυτής της ματιάς. Είναι ουσιώδες το κείμενο αυτό.
Κρητική ματιά δε θα πει να διώξουμε το δυτικό, ανατολικό, αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θα πει να συνθέσουμε όλα αυτά κι προπάντων αυτό το καινούργιο που αναβρύζει μέσα μας, και να ζήσουμε μια νέα, πιο πλατιά, πιο γενναία και πιο υπεύθυνη αντίληψη της ζωής.
Ο Καζαντζάκης αποδεικνύει έτσι με μεγάλη διαύγεια και με τον κατάλληλο τρόπο ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει ρίζες (εκείνος είναι Κρητικός) αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να ενδιαφέρεται και για τους άλλους λαούς και πολιτισμούς.
Κρητική ιδιαιτερότητα, αγάπη του νησιού του και ειδικότερα του λαϊκού του πολιτισμού, αλλά και άνοιγμα στον κόσμο, να που έγκειται το μεγαλείο του Καζαντζάκη και της Κρήτης. Είναι ένα κεφαλαιώδες σημείο αναφοράς για τον κόσμο και έχει μεγάλη επικαιρότητα.
* Ο Γιώργος Στασινάκης είναι πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη

