
Του Αλέκου Ανδρικάκη [email protected]
Η τηλε-δημοκρατία μας, η διαπλοκή με την κάθε λογής εξουσία, η δημαγωγία και η φτήνια των «λαμπερών» ΜΜΕ
Ας μιλήσομε αυτοκριτικά, για τη δική μας ευθύνη που οδήγησε στα χθεσινά και τα σημερινά, στην ανατροπή του αξιακού μας συστήματος και στην πνευματική μας απογύμνωση
Πρόσφατα γράφαμε την άποψή μας για την πνευματική και ηθική (όχι με την ηθικοπλαστική προσέγγιση) διολίσθηση των Ελλήνων, την έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης (ο Έλληνας ποτέ δεν ήταν Γερμανός ή Αμερικανός να προσπερνά αδιάφορα κάποιον που χρειαζόταν τη βοήθειά του), όλα αυτά δηλαδή που αποτέλεσαν τα αίτια για να οδηγηθούμε στη σημερινή κρίση, η οποία ασφαλώς δεν είναι μόνο οικονομική. Γράφαμε τότε ότι η πνευματική και κοινωνική μας χρεοκοπία έχει προηγηθεί. Κι ίσως αυτή να οδηγήσει και στην οικονομική μας χρεοκοπία.
«Δυστυχώς, όμως, μόνο τις οικονομικές συνέπειες διακρίνουμε, σήμερα», γράφαμε.
Σημειώναμε τη διαχρονική συν-ευθύνη ημών, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, στο πρόβλημα. Ευθύνες για την πνευματική απογύμνωση, την πολιτισμική απαξίωση των Ελλήνων, το λαϊκισμό και τη δημαγωγία, που κυριαρχούν. Κι αυτές όλες είναι πολιτικές και κοινωνικές ευθύνες. Την ευθύνη μας για την αλλαγή του αξιακού μας συστήματος και την ανάδειξη σε μείζονος της σχέσης κόστους- οφέλους. Για την κυριαρχία της μετριότητας και των μετρίων.
Ας εξετάσουμε πιο διεξοδικά αυτή την ευθύνη μας για το σημερινό πρόβλημα της Ελλάδας και των Ελλήνων, αφού επιχειρήσουμε να επαναπροσδιορίσουμε τον πραγματικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης. Υπάρχει μια διπλή αποστολή. Όχι μόνο της ενημέρωσης, αλλά και της επιμόρφωσης. Φυσικά στον τομέα της ενημέρωσης χωρά και η άποψη, η διατύπωση γνώμης και ο σχολιασμός.
Σήμερα τι ακριβώς συμβαίνει; Από το σημείο της αδιαμφισβήτητης αλήθειας για τον αναγνώστη των εφημερίδων των προηγούμενων δεκαετιών, που εκφραζόταν με τη γνωστή αναφορά «το ’γραψε η εφημερίδα», σήμερα φτάσαμε στη σημερινή οδυνηρή αλήθεια, αν γράψει κάτι η εφημερίδα, αν μεταδοθεί κάτι από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση να είναι αυτό επαρκές στοιχείο αμφισβήτησης της αλήθειας! Ενώ ο τομέας της επιμόρφωσης, μιας βασικής ευθύνης, θεωρείται – κατά βάση- περιττός, ειδικά στα ηλεκτρονικά μέσα. Ο λόγος; Μα δεν πουλά ένα ντοκιμαντέρ, μια εκπομπή ιστορική ή πολιτιστική, αφού δεν το ζητά η αγορά, δεν το επιλέγει το κοινό… Οι χορηγοί διαφωνούν…Προτιμούν φτήνια, μιζέρια, πόνο, κλάμα, τρομολαγνία, πολεμικά ανακοινωθέντα (αντί ειδήσεων), υποθέσεις κλειδαρότρυπας, αλλά και τύπους λαμπερούς να περνούν από τις οθόνες μας με γνώμη επί παντός επιστητού, χωρίς καν να γνωρίζουμε τι επαγγέλλονται, τι εκπροσωπούν.
Η σημερινή πραγματικότητα είναι ότι τα μέσα ενημέρωσης έχασαν το σκοπό και την αποστολή τους. Προφανώς με τη σύμφωνη γνώμη του «κοινού», που ενισχύει κάθε φτηνό και δημαγωγικό, καθώς έτσι του έμαθαν… Η παλιότερη άποψη ότι έχουν μια αποστολή, ένα λειτούργημα να επιτελέσουν, δεν υφίσταται πλέον. Ως μέρος ενός στρεβλού πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου, έχουν αναλάβει στο πλαίσιο αυτό το δικό τους ρόλο. Τους τον εκχώρησε η πολιτική, μπροστά στα δικά της αδιέξοδα. Τους το εκχώρησε η θεσμική κρίση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ελληνικό μοντέλο του πολιτεύματος είναι πλέον μοναδικό στον κόσμο. Τα κανάλια, κυρίως, αλλά επίσης τα ραδιόφωνα και οι εφημερίδες έχουν αναλάβει το ρόλο του ρυθμιστή της Δημοκρατίας μας, την οποία μετέτρεψαν σε τηλε-δημοκρατία! Προβάλλουν συγκεκριμένους πολιτικούς, οι οποίοι, άγνωστο πώς, έχουν προνομιακή σχέση με τους «άρχοντες» της ενημέρωσης. Ενώ στα κανάλια καθορίζεται η πολιτική ατζέντα. Αυτά αποφασίζουν αν κάτι πρέπει να γίνει είδηση, κι όχι η αντικειμενική σημασία του γεγονότος. Ο ρόλος αυτός, εκτός της προφανούς αναρμοδιότητάς τους, ασφαλώς εγκυμονεί κινδύνους για μια ανοργάνωτη και με θεσμούς σε κρίση, πολιτεία. Έχουμε φτάσει στο σημείο, τύποις κοινοβουλευτικοί, με την έννοια ότι ούτε παρουσία, ούτε δραστηριότητα εντός του κοινοβουλίου έχουν, να πλασάρονται μόνο στο πλαίσιο της τηλεδημοκρατίας. Κι έτσι να εξασφαλίζουν την επανεκλογή τους. Το ερώτημα που τίθεται αυτονόητα, είναι το εξής: άραγε μόνο εξαιτίας των όμορφων ματιών τους επιλέγονται ή μήπως υπάρχει και κάτι άλλο; Τι χρωστούν εκείνοι εκ των πολιτικών μας που είναι ευνοημένοι των επιχειρηματιών της ενημέρωσης; Με τι δουλείες αναθέτουν την προβολή τους ορισμένοι πολιτικοί στους τηλεπαραθυράκηδες δημοσιογράφους και τους ιδιοκτήτες των μέσων;
Τα κανάλια ήταν παλιότερα οι «εισαγγελείς» της χώρας. Εξέδιδαν…ακόμη και δικαστικές αποφάσεις, παρέα με ομάδες μεγαλοδικηγόρων που εξασφάλιζαν έτσι την προβολή τους. Κάποια περίοδο έγιναν και… αστυνομικοί διαπραγματευτές που συνομιλούσαν δημόσια με κακοποιούς οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους την τύχη ανθρώπινων ζωών. Τα θυμάστε αυτά;
Σήμερα άλλαξαν κάπως το ρόλο τους, και αναδείχτηκαν σε καθοριστικούς εξωθεσμικούς διαμορφωτές των πολιτικών εξελίξεων…
Αλλά αυτό το ρόλο και αυτό το χώρο δεν τον κατέκτησαν μόνα τους τα τηλεπαράθυρα. Ασφαλώς τον παραχώρησε η ελλειμματική μας δημοκρατία, η θεσμική αδυναμία μας, η πολιτική ανικανότητα που αναζητεί στηρίγματα για να διατηρήσει την κυριαρχία της.
Δυστυχώς το φαινόμενο που περιγράφουμε ενδημεί πλέον και στην ελληνική περιφέρεια. Εκείνη που κάποτε θεωρούσαμε άσπιλη κι αμόλυντη. Μας αφορά κι εμάς τοπικά. Στον περιφερειακό μικρόκοσμό μας το «γλείψιμο» του δημοσιογράφου με την ελαστική μέση προς τον πολιτικό (ή άλλο, π.χ., οικονομικό, παράγοντα), είναι η πιο «αθώα» εξήγηση. Για τις πιο «ένοχες» εκδοχές αφήστε τη φαντασία σας να τις συλλάβει, και δεν θα πέσει πολύ έξω…
Αυτό που περιγράψαμε ως τώρα είναι ένα φαινόμενο άκρως επικίνδυνο, καθώς στα μέσα έχουν εμπλακεί πολλοί άνθρωποι με άδηλους σκοπούς, επιχειρηματικούς ή πολιτικούς.
Ο κιτρινισμός και η δημαγωγία
Μακριά, λοιπόν, από το στόχο και το σκοπό τους, οι δημοσιογράφοι – που πλέον δεν μιλούν ούτε σωστά ελληνικά, τα οποία οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν…- τα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν πολύ δρόμο απ’ το να διολισθήσουν σε άλλους δρόμους. Ο λαϊκισμός και η δημαγωγία, με πρωταγωνιστές τους πλέον προβεβλημένους, αντικατέστησε τη μεγάλη ευθύνη ενός ανθρώπου που μπαίνει στο σπίτι του κάθε Έλληνα. Στη λογική του «όλοι έχουν δίκιο, ακόμη κι αν δεν έχουν», τα μέσα μάς εκπαίδευσαν καλά στο αντικοινωνικό μοτίβο, «θεμιτό είναι ό,τι ο καθένας διεκδικεί σε βάρος των άλλων». Εκπαίδευσαν τον Έλληνα στο πώς θα τη βγάλει, όχι παλεύοντας στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, στην οποία πρώτα έχει ευθύνες και υποχρεώσεις, αλλά κερδίζοντας σε βάρος των υπολοίπων. Είναι κι αυτό σημείο των καιρών της πολιτισμικής μας απαξίωσης… Πλαστά μοντέλα εύκολης επιβίωσης, ακόμη και μέσα στη σημερινή σφοδρή κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Ο κάθε τηλεδημοσιογράφος θεώρησε περίπου καθήκον του να εξασφαλίζει τη δημοσιότητα σε κάθε συμπολίτη που έχει τη λογική ότι το κράτος και το κοινωνικό σύνολο δημιουργήθηκε να τον υπηρετεί. Σε τοπικό επίπεδο, στο πλαίσιο της ίδιας λογικής, νιώθουμε υπεύθυνοι και υποχρεωμένοι να προβάλλουμε τη θέση, για παράδειγμα, κάθε πολίτη που έχει άποψη – χωρίς καμιά επιστημονική προϋπόθεση και υποδομή- για τη μελέτη ενός δρόμου ή ενός φράγματος, μόνο και μόνο επειδή έχει ιδιοκτησία στην περιοχή και θέλει μεγαλύτερη αποζημίωση για το οικόπεδό του…
Τα μέσα αυτά, με όλη την ευθύνη στη σημερινή κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω, με την ευθύνη της εκπαίδευσης των Ελλήνων στη λογική ότι το κράτος και η κοινωνία μας οφείλει, ακόμη κι αν εμείς δεν πληρώνουμε τους φόρους μας ή εισπράττουμε κονδύλια χωρίς να δικαιούμαστε, βγήκαν τώρα για την επανάστασή τους. Πρωινάδικα της εύκολης «ενημέρωσης», συνέχισαν να δημαγωγούν χωρίς όρια τον τελευταίο χρόνο, κηρύσσοντας τη δική τους επανάσταση. Κάνοντας πως δεν ξέρουν, σα να ήλθαν από το πουθενά, ζητούν να δοθούν πίσω τα κλεμμένα για να μην πληρώνει ο λαουτζίκος… Πότε, λοιπόν, έλεγαν ψέματα; Όταν εκπαίδευαν το κοινό τους στον ατομισμό, μέσα στο κοινωνικό σύνολο, του μάθαιναν να πατά στην πλάτη του διπλανού του να προχωρήσει, πρόβαλλαν τον πολιτικό και το συνδικαλιστή που έβαζαν το χέρι στο μέλι, ή σήμερα που ζητούν να δοθούν πίσω τα κλεμμένα; Υπάρχει μια ενοχή των περιώνυμων και άλλων του σιναφιού μας, δε νομίζετε; Δεν μπορεί πάντα να την βγάζουν «καθαρή» οι τόσοι δημαγωγοί, με τις εύκαμπτες μέσες…
Αυτοί, πάντως, οι ίδιοι που σήμερα στέκονται με πολύ κλάμα και συμπόνια δίπλα στον Έλληνα (ξεπερνούν ακόμη και τη Μάρθα Βούρτση ή τον Νίκο Ξανθόπουλο στις καλές εποχές τους), που ασφαλώς υποφέρει, ασφαλώς πονά, και ασφαλώς ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού τιμωρείται άδικα και υπερβολικά από τα γενικευμένα κυβερνητικά μέτρα, συνεχίζουν να του διαμορφώνουν ένα εντελώς στρεβλό αξιακό σύστημα. Το κλάμα και τη συμπόνια το πρωί, ακολουθούν το μεσημέρι τα κουτσομπολιά για το ποιος επώνυμος κοιμήθηκε με ποια επώνυμη ή ποιες τηλεπερσόνες φόρεσαν το ίδιο φόρεμα… Και το βράδυ η κλειδαρότρυπα. Γιατί πρέπει οι Έλληνες να γίνουν και ματάκηδες. Δεν τους έφταναν όλα τα άλλα, θα πρέπει να παρακολουθούν τα ξεκατινιάσματα μιας ομάδας ανθρώπων, που θεώρησαν ότι μπορούν, βγάζοντας τα εσώψυχα και τα άπλυτά τους σε κοινή θέα, να λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα… Πλάι – πλάι με πορνοστάρ, πρωταγωνιστές της καθημερινότητάς μας, που προβάλλονται, όπως και οι προηγούμενοι, σα να έκαναν κάτι πολύ σπουδαίο… Κι όλα αυτά με την επιβράβευση του «κοινού», που δεν είναι ανεύθυνο. Οι υψηλές τηλεθεάσεις στα προγράμματα σκουπίδια και τις εκπομπές δημαγωγίας και φτήνιας, αυτό επιβεβαιώνουν…
Αυτή την ψεύτικη πραγματικότητα μάς διαμορφώνουν σήμερα τα μίντια. Σε περίοδο κρίσης, μας πλασάρουν ως πιάτο στο τραπέζι του φτωχού και δύσμοιρου Έλληνα, πάπια που την τρώμε χρυσά πιάτα και ανάλογα χρυσά κουτάλια. Ή το όνειρο ενός νέου λαϊκού ινδάλματος που βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά του, αφού τον παρακολούθησε επί μήνες σε κάθε προσωπική του στιγμή, ολόκληρη η Ελλάδα.
Είναι οδυνηρό όλο αυτό. Είναι αυτό που ταιριάζει όμως στην ξεπεσμένη πολιτιστικά και ηθικά ελληνική κοινωνία μας; Μπορεί να την εκφράζει σ’ αυτή τη συγκυρία, αλλά σίγουρα δεν της ταιριάζει. Όπως μπορεί να την εκφράζουν πολιτικοί που συναλλάσσονται με τη Siemens ή με τις παράνομες απαιτήσεις των ψηφοφόρων, αλλά δεν της αξίζουν. Όπως μπορεί να την εκφράζουν συνδικαλιστές που πίστεψαν ότι από τους γκρεμισμένους τοίχους του σημερινού ελληνικού οικοδομήματος, μπορεί να αρπάξουν καμιά πέτρα που θα τους εξασφαλίσει το πολιτικό ή οικονομικό τους μέλλον. Όπως μπορεί να την εκφράζουν εμφανιζόμενοι διανοούμενοι που συναλλάσσονται για μια κρατική θέση και για ξεκοκάλισμα προγραμμάτων. Όπως μπορεί να την εκφράζουν τώρα δημαγωγοί δημοσιογράφοι, που πωλούν τη φτήνια και τη μιζέρια. Δημοσιογράφοι που μπορεί να είναι και σε μυστικές λίστες των μαύρων ταμείων, των συναλλαγών με πολιτικούς ή επιχειρηματίες. Ακόμη και εκβιαστές δημοσιογράφοι. Αλλά σίγουρα δεν της αξίζουν.
Γιατί αν η ελληνική κοινωνία θεωρήσει ότι αυτό της ταιριάζει, της αξίζει ο πολιτισμικός και πνευματικός ξεπεσμός, ο ηθικός ευτελισμός, η επικράτηση του ατόμου έναντι της κοινότητας, τότε δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε παρά να κοιτάξουμε πίσω μας, να αποχαιρετήσουμε και να πάρουμε το καράβι γι άλλες πολιτείες. Και να αφήσουμε εκείνους που της αξίζουν να δρουν ανενόχλητοι. Γίνεται να συμβεί αυτό;
Υ.Γ.: Προς επίρρωσιν των όσων γράφομε ήλθε η απίστευτη υπόθεση της πρόωρης… «θανάτωσης» του μεγάλου Ιάκωβου Καμπανέλλη. Τον «πέθαναν» χθες τα μέσα, πριν την ώρα του. Όσο τα μέσα συνεχίζουν να λειτουργούν αναξιόπιστα, στο πόδι, δημαγωγικά, πρόχειρα, κίτρινα, μόνο για τις εντυπώσεις, θα πεθαίνουν πολλούς Καμπανέλληδες, μέχρι να ρίξουν νεκρή κι αυτή την ίδια την Ελλάδα…

