
Της Πέλλας Λασηθιωτάκη
Νέες δομές και διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων γύρω από την προβολή και την προώθηση του ελαιόλαδου είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε η χώρα μας να κατακτήσει ένα αξιοπρεπές μερίδιο στη διεθνή αγορά. Αυτό είναι το συμπέρασμα το οποίο συνάγεται από τη συνέντευξη που δίνει σήμερα στην «Π» για την αγορά του ελαιoλάδου ο προϊστάμενος του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη κ. Μιχάλης Βρεττάκης.
Ως έμπειρος σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων ο κ. Βρεττάκης αναφέρεται στην τακτική την οποία ακολούθησε η Ιταλία για να κατακτήσει το ελαιόλαδό της τη διεθνή αγορά, πράγμα που αποκαλύπτει, έμμεσα, τις αδυναμίες του ελληνικού εξαγωγικού εμπορίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μερίδιο αγοράς του τυποποιημένου ελαιολάδου της Ελλάδας περιορίζεται στο 3,3%, την ώρα που το ιταλικό λάδι κατέχει το 44,1% και το ισπανικό το 30,3%.
Οι λόγοι για την Ιταλία είναι και ιστορικοί, όπως και για την Ελλάδα. Πρωτίστως όμως αφορούν στην εξωστρέφεια την οποία έχει κάθε χώρα και τη βαρύτητα που δίνει στο ισοζύγιο εξαγωγών – εισαγωγών. Κι εδώ η Ελλάδα, όπως όλοι γνωρίζουν, υστερεί. Σχετίζονται με το ύψος των πιστώσεων που δίνονται για την προώθηση του προϊόντος, αλλά και με τους θεσμούς που την «υπηρετούν». Και είναι γνωστό ότι στη χώρα μας τα χρήματα αυτά δεν πιάνουν τόπο… Έχουν να κάνουν ακόμα με την ισχύ, την τακτική και την ευελιξία των αγροτικών οργανώσεων. Πρόσφατα οι Ιταλοί παραγωγοί μέσω της οργάνωσής τους Unaprol απέδειξαν ότι εξακολουθούν να ασκούν στην αγορά καταλυτικές επιδράσεις.
Υπάρχουν ελπίδες για το ελληνικό ελαιόλαδο; Ναι, αρκεί να αλλάξουν πολλά…
Ερώτηση: Ένα μόνιμο παράπονο και ερώτημα του αγροτικού κόσμου στην Ελλάδα είναι «γιατί οι Ιταλοί αγοράζουν χύμα το δικό μας ελαιόλαδο για να το εμφιαλώσουν και εμείς δεν τυποποιούμε απευθείας για να πουλήσουμε στις ξένες αγορές». Θα ήθελα ένα πρώτο σχόλιο
Aπ.: Αναμφισβήτητα αποτελεί σοβαρό πρόβλημα που δημιουργείται κυρίως από την αδυναμία απορρόφησης της εγχώριας παραγωγής ελαιολάδου από την ελληνική βιομηχανία και τους συνεταιρισμούς. Και η αδυναμία αυτή προέρχεται από το μικρό μερίδιο της διεθνούς αγοράς που κατέχουν οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις ελαιολάδου. Με αυτόν τον τρόπο η ελληνική οικονομία στερείται της προστιθέμενης αξίας του προϊόντος την οποία καρπώνονται οι ιταλικές βιομηχανίες. Από την άλλη πλευρά, η μη απορρόφησή των θα επέτεινε το πρόβλημα στην Ελλάδα με αύξηση των αποθεμάτων και με περαιτέρω μείωση των τιμών, σε βάρος τελικά του παραγωγού.
Εδώ πάντως, κατά τη γνώμη μου, έγκειται και το πρόβλημα της εξωστρέφειας του ελληνικού ελαιολάδου, που δεν οφείλεται μόνο στον έντονο ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά αλλά και στη διάρθρωση της ελληνικής παραγωγής, (μικροί κλήροι, πλειάδα εξαγωγέων, ηυξημένα κόστη παραγωγής) που ως αποτέλεσμα έχουν υψηλές τιμές στη διεθνή αγορά και κατά συνέπεια χαμηλή ζήτηση.
Ερ.: Ποια είναι η παρουσία του ελληνικού ελαιολάδου στην Ιταλία και τη διεθνή αγορά;
Aπ: Θα πρέπει να σημειώσω ότι η διαθέσιμη ποσότητα ελαιολάδου για εξαγωγές ανέρχεται περίπου στους 100.000 τόνοι, ετησίως, αφού η λοιπή παραγωγή, περίπου 200.000 τόνοι, καταναλώνεται στην ελληνική αγορά. Από αυτούς τους 100.000 τόνους οι περίπου 80.000 εξάγονται χύδην στη Ιταλία και περίπου 20.000 τόνοι εμφιαλώνονται στην Ελλάδα προς εξαγωγή. Πρακτικά, το 80% του εξαγώγιμου ελαιολάδου κατευθύνεται σε χύδην μορφή στην Ιταλία.
Για πληρέστερη εικόνα της διεθνούς αγοράς του ελαιολάδου, σημειώνω ενδεικτικά ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ελαιολάδου και του συνδέσμου ελληνικών βιομηχανιών τυποποίησης ελαιολάδου για την περίοδο 2005-2009, το μερίδιο της Ελλάδος στη διεθνή αγορά του εμφιαλωμένου ελαιολάδου ανήρχετο στο 3,3% (21,6 χιλ τόνους), της Ιταλίας στο 44,1% (286,1 χιλ. τόνους) και της Ισπανίας στο 30,3% (196,9 χιλ. τόνους).
Η ιταλική κουζίνα ως «ιμάντας» προβολής του ελαιόλαδου της χώρας
Ερ.: Πώς οι Ιταλοί κατάφεραν να διεισδύσουν με τυποποιημένο προϊόν στα ράφια του εξωτερικού;
Aπ.: Η μεγάλη επιτυχία του ιταλικού ελαιολάδου στο εξωτερικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιταλική κουζίνα, παγκοσμίως, αναγνωρισμένη. Τα ιταλικά εστιατόρια ανά την υφήλιο, που υπολογίζονται περί τις 180.000-200.000, συνεισέφεραν στη διάδοση της ιταλικής κουζίνας και στα παραδοσιακά προϊόντα της χώρας, μεταξύ των οποίων και το ελαιόλαδο. Οι ιταλικές βιομηχανίες ελαιολάδου, κυρίως, την περίοδο 1950-1970 είχαν την ικανότητα να είναι παρούσες στη διεθνή αγορά με τυποποιημένο προϊόν και επωνυμία, κάνοντας προώθηση και διαφήμιση εκεί όπου υπήρχε ισχυρή ιταλική ομογένεια όπως στη Γερμανία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Βιομηχανίες–ομογένεια-εστιατόρια ήταν το τρίπτυχο της ιταλικής επιτυχίας, πέραν της ποιότητας του προϊόντος που διατίθεντο στην αγορά.
Παράλληλα, οι μεγάλες ιταλικές εταιρείες ανέπτυξαν δίκτυα με θυγατρικές εταιρείες στο εξωτερικό. Είναι εταιρείες με μεγάλη κεφαλαιακή επάρκεια, στοιχεία τα οποία στερούνται οι εγχώριες δικές μας εξαγωγικές εταιρείες ελαιολάδου.
Ερ.: Στην Ιταλία διαμορφώθηκε μία νέα κατηγορία εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου. Έχει μέλλον αυτή η κίνηση;
Aπ.: Η ιταλική πλευρά, ως απάντηση/αντίδραση στην ισπανική επέλαση στις διεθνείς αγορές, το 2009 προχώρησε στην παραγωγή μίας νέας κατηγορίας ελαιολάδου το εξαιρετικώς παρθένο ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας, αποκλειστικά ιταλικής προέλευσης. Στη νέα αυτή κατηγορία τίθενται αυστηρότεροι κανόνες για την ποιότητα του ελαιολάδου σε σχέση με το συμβατικό εξαιρετικώς παρθένο (όπως, βαθμός οξύτητας έως 0,4 %, οξείδωση έως 12%, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά). Η πρωτοβουλία αυτή, που έχει αναληφθεί από την Unaprol, την Εθνική Ένωση Παραγωγών Ελαιολάδου στην Ιταλία, αποσκοπεί αφενός στη διαφύλαξη της ποιότητας του ιταλικού ελαιολάδου και αφετέρου στην απόδοση υψηλότερων τιμών στον παραγωγό, τουλάχιστον 4-5 ευρώ ανά κιλό, όπως υποστηρίζεται. Ήδη, έχει συσταθεί η σχετική εταιρεία με την επωνυμία “100% Italian Olive Oil”, που σήμερα συμμετέχουν περί τις 130 ιταλικές εταιρείες ελαιολάδου (παραγωγοί, ελαιοτριβεία, συνεταιρισμοί, μονάδες τυποποίησης), έχει δε ως στόχο την ένταξη πάνω από το 40% της ιταλικής παραγωγής εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου.
Η όλη προσπάθεια χρηματοδοτήθηκε μέσω του κανονισμού 867/08 και συμπεριέλαβε όλους τους εμπλεκόμενους με την παραγωγή και προώθηση του ελαιολάδου (παραγωγούς, συνεταιρισμούς, χονδρέμπορους, εστιατόρια, μεγάλες αλυσίδες, ενώσεις ελαιοτριβείων, επιστημονική κοινότητα, συναφής τεχνολογία, γευσιγνώστες, τις διωκτικές αρχές για περιπτώσεις απάτης, καταναλωτές, δημοσιογράφους καθώς και άλλους φορείς που σχετίζονται με το ελαιόλαδο).
Απευθύνεται σε υψηλό καταναλωτικό κοινό, είναι δε διάχυτη η αισιοδοξία των πρωτεργατών αυτής της προσπάθειας για την αποδοχή αυτού του τύπου του ελαιολάδου. Πρόθεση, επίσης, της ιταλικής πλευράς είναι η καθιέρωση αυτής της κατηγορίας ελαιολάδου, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η παρέμβαση των Ιταλών αγροτών
Ερ.: Τελικά οι ελαιοπαραγωγοί της Ιταλίας είναι κερδισμένοι; Μέρος των υπεραξιών καταλήγει και στις δικές τους τσέπες;
Aπ.: Για αυτό το λόγο ξεκίνησε η προσπάθεια που σας ανέφερα προηγουμένως, με την παραγωγή και εμπορία εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου υψηλής ποιότητας από παραγωγούς και συνεταιρισμούς στην Ιταλία. Είναι διαφορετικός ο στόχος της προσπάθειας αυτής σε σχέση με τις βιομηχανίες του ελαιολάδου, όπως υποστηρίζεται από την Unaprol, που επιδιώκουν την εμπορία του ελαιολάδου υψηλής ποιότητας, ως συμπλήρωμα των προϊόντων που διαθέτουν στη αγορά, εισπράττοντας με αυτό τον τρόπο την υπεραξία αυτού του προϊόντος.
Γενικότερα στην Ιταλία επικρατούν δύο βασικές μορφές στην παραγωγή και την εμπορία του ελαιολάδου. Υπάρχουν οι μεγάλες εκτάσεις παραγωγής όπου εφαρμόζονται σύγχρονα μέσα στην καλλιέργεια του προϊόντος με αποτέλεσμα να περιορίζεται το κόστος παραγωγής για το ελαιόλαδο το οποίο απευθύνεται στην ιταλική βιομηχανία ελαιολάδου και η άλλη μορφή, με τα ιδιωτικά ελαιοτριβεία, όπου η ποιότητα, η συσκευασία και προώθηση του προϊόντος αναλαμβάνεται από τον ίδιο τον παραγωγό ή τον συνεταιρισμό και απευθύνεται, κυρίως, για την εσωτερική αγορά της χώρας. Υπάρχουν περί τα 5.000 ενεργά ελαιοτριβεία στη χώρα, από τα οποία τα 4.500 είναι ιδιωτικά.
Επίσης, λόγω της στροφής του κοινού σε βιολογικά και υγιεινά προϊόντα, η αναγνωρισιμότητα του ποιοτικού ελαιολάδου στις διατροφικές συνήθειες των Ιταλών καταναλωτών έχει υψηλή διείσδυση.
Ερ.: Πώς προωθείται η εξαγωγή του ιταλικού ελαιολάδου στις άλλες χώρες;
Aπ.: Ξέρετε, η πολιτική και ο μηχανισμός στήριξης και προώθησης των ιταλικών προϊόντων στο εξωτερικό αποτελεί βασικό μοχλό της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής της χώρας. Άλλωστε η Ιταλία κατατάγεται στις 7 μεγαλύτερες χώρες με όγκο των εμπορικών συναλλαγών που το 2009 ανήλθε σε 585 δις ευρώ, και το 2008 σε 742 δις, με την αξία των εξαγωγών να ανέρχεται περίπου στην αξία των εισαγωγών.
Για την προώθηση των ιταλικών προϊόντων και υπηρεσιών, εκτός από τις ιταλικές Πρεσβείες και των συναφών Γραφείων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, λειτουργούν 116 Γραφεία του ιταλικού οργανισμού εξωτερικού εμπορίου (ICE) σε 88 χώρες, και 75 μικτά επιμελητήρια σε 49 χώρες με 140 Γραφεία.
Ειδικότερα για το ελαιόλαδο, διενεργούνται, ετησίως, πλειάδα εκδηλώσεων, εκθέσεων, επιχειρηματικών αποστολών και διαγωνισμών τόσο στο εσωτερικό όσο και στην αλλοδαπή. Χαρακτηριστικά σας σημειώνω ότι, από το σημαντικότερο διαγωνισμό “Ercole Olivario”, που διοργανώθηκε πέρυσι για 18η φορά για τα καλύτερα ποιοτικά ελαιόλαδα στη χώρα, τα βραβευθέντα ελαιόλαδα με πρωτοβουλία της Ένωσης Επιμελητηρίων προωθήθηκαν, ειδικά, στις αγορές του εξωτερικού και ειδικότερα στη Γαλλία, Ολλανδία και Βέλγιο που ήταν χώρες/στόχοι για το ελαιόλαδο το 2010. Παράλληλα, για την πιστοποίηση των ιταλικών εστιατορίων στην αλλοδαπή, ως ιταλικά, απαιτείται να υπάρχει, πέραν των άλλων προϊόντων και ιταλικό εξαιρετικώς παρθένο ελαιόλαδο.
Η δυναμική και η εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει τα ιταλικά προϊόντα συμπαρασύρει και το ιταλικό ελαιόλαδο μέσα από τα ισχυρά δίκτυα διανομής στο εξωτερικό που έχουν οι ιταλικές επιχειρήσεις. Είναι πάντως χαρακτηριστική και αξιοσημείωτη η στήριξη που προσφέρεται από την Εθνική Ένωση Παραγωγών Ελαιολάδου στην Ιταλία, την Unarpol, τόσο στο στάδιο της βελτίωσης της παραγωγής του ελαιολάδου όσο και στην προώθησή του στο εξωτερικό.
Η διείσδυση της Ισπανίας και τρίτων χωρών
Ερ.: Οι Ιταλοί έχουν χάσει μεγάλο μερίδιο αγοράς από τους Ισπανούς; Έπαιξε σημαντικό ρόλο η ισπανική «διείσδυση» στις ιταλικές εταιρείες;
Aπ.: Οι ιταλικές βιομηχανίες ελαιολάδου έχουν παγώσει τα τελευταία 5 χρόνια τις επενδύσεις των, ούτε έχουν επενδύσει στη βελτίωση των γραμμών παραγωγής ή τη δημιουργία νέων εξαίρετων τύπων ελαιολάδου και ακολούθησαν στρατηγική διατήρησης των μεριδίων τους στην αγορά. Τα μερίδια αγοράς των ιταλικών βιομηχανιών στις καταναλώτριες χώρες ελαιολάδου είναι περίπου τα ίδια ενώ οι Ισπανοί με ένα προϊόν κατώτερης ποιότητας και χαμηλότερου κόστους αποδείχθηκαν ικανότεροι στο να το εξαγάγουν σε νέες αγορές όπως Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Ρωσία και Ανατολική Ευρώπη.
Επιπλέον, η ισπανική εταιρεία Sos cuetara εξαγόρασε τα τελευταία χρόνια τις πολύ γνωστές ιταλικές επωνυμίες Carapelli, Bertolli, Sasso, Dante που, ως αποτέλεσμα είχε να διακινεί το 50% του ελαιολάδου στην Ιταλία και το 22% περίπου της παγκόσμιας αγοράς.
Ερ.: Στη διεθνή παραγωγή του ελαιολάδου «μπαίνουν» εντατικές εκμεταλλεύσεις χιλιάδων στρεμμάτων, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις οικογενειακού χαρακτήρα εκμεταλλεύσεις της χώρας μας. Πώς μπορούμε να τις ανταγωνιστούμε;
Aπ.: Αναμφίβολα δεν μπορούμε να τις ανταγωνιστούμε. Πρόκειται, πάντως, για ελαιόλαδο χαμηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους που στοχεύει, κυρίως, στις νέες αγορές ελαιολάδου όπως Κίνα, Ινδία κ.α. Η παραγωγή ελαιολάδου από υπερεντατικές εκμεταλλεύσεις δεν υπερβαίνει σήμερα, σε έκταση, το 1 εκ. στρέμματα, ενώ η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου καλύπτει έκταση περίπου 40 εκ. στρέμματα.
Εμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού ελαιολάδου
Ερ.: Γιατί, κατά την προσωπική σας άποψη, η Ελλάδα έχασε το τρένο;
Aπ.: Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση σας. Είναι γνωστές οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου (μικρός και διάσπαρτος κλήρος, αυξημένα κόστη παραγωγής) καθώς και τα προβλήματα στην εξωστρέφεια των εξαγωγικών επιχειρήσεων (μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έλλειψη ενιαίας επωνυμίας). Η στροφή, όμως, του καταναλωτικού κοινού που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε υγιεινά και ποιοτικά προϊόντα με απαίτηση να γνωρίζει την προέλευσή των, όπως αυτό θεσμοθετήθηκε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιούλιο του 2009 με την υποχρεωτική αναγραφή της προέλευσης του εξαιρετικού και του παρθένου ελαιολάδου, προσδίδει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην ανάδειξη του ελληνικού ελαιολάδου στη διεθνή αγορά. Στην Ελλάδα παράγεται το μεγαλύτερο ποσοστό εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στην υφήλιο, που θεωρείται και ο “βασιλιάς της μεσογειακής δίαιτας και των μεσογειακών προϊόντων¨. Σίγουρα υπάρχουν δυσκολίες, δεν μπορείς βραχυπρόθεσμα να αλλάξεις τις καταναλωτικές συνήθειες του κοινού για το ελαιόλαδο και γιατί να αγοράζει το ελληνικό ελαιόλαδο. Παράλληλα, ελπιδοφόρο μήνυμα αποτελεί η σταδιακή επέκταση και αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης του ελαιολάδου, εξαιρώντας βέβαια την παρούσα δυσμενή οικονομική συγκυρία που σημειώνεται γενικότερα μείωση της κατανάλωσης.
Τα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας μας είναι η ποιότητα του ελαιολάδου και εκεί θα πρέπει να εστιαστούν συντονισμένα οι προσπάθειες των εμπλεκομένων φορέων και παραγωγών του ελαιολάδου.
Κατά την προσωπική μου άποψη, ο τομέας του ελαιολάδου θα αποκτήσει την δυναμική που του αξίζει, όταν ο καταναλωτής συνειδητοποιήσει την υψηλή διατροφική αξία του ελαιολάδου και αποκτήσει συμπεριφορά για το ελαιόλαδο, όπως π.χ. για το κρασί. Πολλοί ενθυμούνται τον τρόπο αναζήτησης για το κρασί πριν μόλις 20-30 χρόνια, όπου κυριαρχούσε το χύμα και ελάχιστα τυποποιημένα. Σήμερα το καταναλωτικό κοινό αναζητά ποικιλία, ποιότητα, παλαιότητα, λευκό, μαύρο κ.λ.π., ενώ η τιμή έρχεται και σε δεύτερο στάδιο, με αποτέλεσμα, ο κλάδος του κρασιού να αποκτήσει μία εντυπωσιακή δυναμική σε σύγκριση με τις δεκαετίες του 60 και 70. Αντίστοιχα, η αναζήτηση των τύπων ελαιολάδου (φρουτώδες έντονο μεσαίο ελαφρό, πικρό, αγουρέλαιο, πικάντικο, χαμηλής οξύτητας, προέλευσης, βιολογικό, εξαγωγής εν ψυχρώ, ποικιλία ελιάς, χρώμα, αρωματικό, ΠΟΠ, ΠΓΕ) και με συνδυασμό των διαφόρων τύπων με τη γαστρονομία, θα δώσουν μία αποφασιστική ώθηση στο προϊόν. Δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το ελαιόλαδο μόνο, ως ένα απλό εμπόρευμα, αλλά ως ένα προϊόν υψηλής διατροφικής αξίας (delicatessen). Το ενθαρρυντικό είναι ότι αρκετές ελληνικές εταιρείες τυποποιούν ελαιόλαδο με αναφορά στη διάκριση αυτών των χαρακτηριστικών.
Ερ.: Τι πρέπει να προσέξουν οι Έλληνες εξαγωγείς στην προβολή του ελαιολάδου στη διεθνή αγορά;
Απ.: Όπως γνωρίζετε κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες στις καταναλωτικές συνήθειες του κοινού. Υπάρχουν χώρες που είναι ευρύτατη η χρήση του ελαιολάδου, χώρες με αυστηρά κριτήρια εισαγωγής, χώρες με περιορισμένη ή καθόλου χρήση του ελαιολάδου, χώρες με απαιτητικό καταναλωτικό κοινό.
Απαιτείται προγραμματισμός με χώρες-στόχους, μετά από μία ενδελεχή μελέτη κάθε χώρας για τη διείσδυση του προϊόντος. Οι εισαγωγείς ελαιολάδου, οι χονδρέμποροι και οι μεγάλες αλυσίδες είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλες τις χώρες. Παρέλκει να σημειώσω ότι η συνέπεια στις παραγγελίες και η σταθερή ποιότητα του προϊόντος αποτελούν βασικά στοιχεία για σταθερή και μόνιμη συνεργασία με τους πελάτες του εξωτερικού. Βέβαια απαιτούνται δεξιότητες των εξαγωγέων και καλή γνώση του διεθνούς marketing, όπως για κάθε εξαγώγιμο προϊόν.
Σημειώνω ότι ορισμένοι ελληνικοί συνεταιρισμοί έχουν καταφέρει να έχουν αρκετή επιτυχία στις αγορές των ΗΠΑ της Κίνας και της Δυτ. Ευρώπης.
Ξέρετε, ένα βασικό πρόβλημα στις νέες αγορές ελαιολάδου είναι να πείσεις τον καταναλωτή να χρησιμοποιεί ελαιόλαδο και ειδικότερα το ελληνικό αντί για διάφορα άλλα έλαια (ηλιέλαιο, κραμβέλαιο κ.α) τα οποία προσφέρονται σε πολύ χαμηλότερη τιμή. Το ενθαρρυντικό στις νέες αυτές χώρες είναι ότι οι εκεί εισαγωγείς αντιμετωπίζουν το ελαιόλαδο ως νέο προϊόν, ως new business.

