Του Ν. Τσαγκαράκη

Δύο από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς...

SKYLINE

Σκην.: Κόλιν Στράους, Γκρεγκ Στράους

Πρωτ.: Έρικ Μπαλφούρ, Σκότι Τόμσον, Ντέιβιντ Ζάγιας, Ντόναλντ Φέζον, Κρίσταλ Ριντ

Όταν εξωγήινα διαστημόπλοια εμφανίζονται πάνω από το Λος Άντζελες και αρχίζουν να “ρουφάνε” μαζικά ανυποψίαστους γήινους, μια παρέα φίλων προσπαθεί να επιβιώσει.

Στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, η κατηγορία των ταινιών “επαφής” ή “εισβολής” εξωγήινων είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες γιατί εκτός από το ότι θίγει ένα εξ ορισμού συναρπαστικό επιστημονικό ερώτημα, παρέχει την ευκαιρία για εξαιρετικά εντυπωσιακή σκηνοθεσία, ειδικά σήμερα όταν τα ψηφιακά εφέ είναι πια τόσο αναπτυγμένα.

Δυστυχώς αυτή η προσθήκη είναι από τις ευτελέστερες του είδους, τόσο ώστε να προκαλεί απορία η κινηματογραφική της κυκλοφορία αντί η προώθησή της κατευθείαν στην αγορά του DVD. Σ’ αυτή την απόφαση μπορεί να οδηγήθηκαν οι συντελεστές ίσως επειδή από τα 10 εκατομμύρια δολάρια του -πενιχρού για το είδος- κόστους της ταινίας τα περισσότερα θα ξοδεύτηκαν για να βελτιώσουν τα οπτικά εφέ σε επίπεδο αξιοπρεπέστερο του τηλεοπτικού, αρκετά δηλαδή για να μπορέσουν να πλασάρουν την ταινία μ’ ένα δελεαστικό τρέιλερ.

Ωστόσο, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει κανόνας που να ορίζει την ποιότητα μιας ταινίας εισβολής ανάλογα με το κόστος της. Το περυσινό «District 9» του Νιλ Μπλόκαμπ ήταν ελαφρώς ακριβότερο αλλά και πάλι με υπο-πολλαπλάσιο μπάτζετ από τον μέσο όρο του είδους (κόστισε περίπου 30 εκατομμύρια), προκύπτοντας όμως μία από τις καλύτερες προσθήκες του, μ’ ένα αλληγορικό σενάριο, συναισθηματικά έντονη ιστορία και αληθοφανή εφέ.

Αντιθέτως, αυτό που προσφέρει το «Skyline» είναι μια φτηνή αντιγραφή της «Μέρας ανεξαρτησίας» (Ρόλαντ Έμεριχ, 1996) χωρίς την παραμικρή φροντίδα για τους χαρακτήρες και τη δομή της ιστορίας, ενώ τα εφέ γρήγορα φανερώνουν την πρόχειρη κατασκευή τους. Την περισσότερη ώρα οι χαρακτήρες μένουν μέσα στο διαμέρισμα λαμβάνοντας όλες τις τετριμμένες ανόητες αποφάσεις που μπορούν να σκαρφιστούν. Όταν αποφασίζουν να βγουν εξω, οι εξωγήινοι ομολογουμένως εμφανίζονται απειλητικοί αλλά οι σκηνές τους είναι είτε σύντομες είτε πρόχειρα σχεδιασμένες. Η ανισορροπία του σεναρίου χειροτερεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, αφού η σχέση των εγκλωβισμένων με τον έξω κόσμο είναι αδικαιολόγητα μονομερής. Έτσι, ξαφνικά καλούμαστε να ενθουσιαστούμε όταν τα κυβερνητικά αεροσκάφη αρχίζουν την αντεπίθεση (επίσης σύντομη, απρόσωπη και πρόχειρη), ενώ προς το τέλος παρεμβάλλεται γρήγορα κι ένα πλάνο του Λονδίνου, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να μεγεθυνθεί γεωγραφικά η καταστροφή και μαζί της η δραματικότητα της ιστορίας.

ΚΛΕΦΤΗΣ ΨΥΧΩΝ

MY SOUL TO TAKE

Σκην.: Γουές Κρέιβεν

Πρωτ.: Μαξ Θιεριό, Τζον Μαγκάρο, Ντένζελ Γουίτακερ, Ζίνα Γκρέι, Νικ Λάσαγουεϊ

Δεκαπέντε χρόνια μετά από τον θάνατο ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, το πνεύμα του επιστρέφει και στοιχειώνει μια παρέα παιδιών που δολοφονούνται το ένα μετά το άλλο.

Ο Γουές Κρέιβεν είναι βετεράνος στο είδος του τρόμου, έχοντας δημιουργήσει μερικούς από τους δημοφιλέστερους τίτλους και σειρές του, όπως το «Τελευταίο σπίτι αριστερά» (1972), «The hills have eyes» (1977), «Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες» και «Scream».

Ωστόσο, αυτή εδώ πρέπει να είναι μία από τις χειρότερες ταινίες της φιλμογραφίας του. Προορισμένη για ένα υποτιμημένο εφηβικό κοινό, είναι αφελής, πρόχειρη, προβλέψιμη κι ακατάληπτη, καθώς η πλοκή της εξολοθρεύει διεκπεραιωτικά κάθε μέλος της παρέας, χωρίς τελικά να γίνεται σαφές αν, πώς και γιατί επέστρεψε το πνεύμα του δολοφόνου. Επίσης, η τρισδιάστατη προβολή δεν προσθέτει απολύτως τίποτα στη θέαση, λειτουργώντας απλώς σαν εμπορική “παγίδα”.