Δύο πολύ διαφορετικοί ήρωες, που προσπαθούν να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους.
SOMEWHERE
Σκην.: Σοφία Κόπολα
Πρωτ.: Στίβεν Ντορφ, Ελ Φάνινγκ, Μισέλ Μόναχαν
Ο Τζόνυ Μάρκο είναι ένας διάσημος σταρ του Χόλυγουντ, που όμως δε ζει ακριβώς τη θαυμάσια ζωή που θα περίμενε κανείς ότι επιφυλάσσει η διασημότητα. Με μοναδική του παρέα τον παιδικό του φίλο, δύο δίδυμες πόρνες και μια κουστωδία κραιπάλης, η ζωή του Τζόνυ είναι κενή και άδοξη, με τη 12χρονη κόρη του να είναι η μόνη που μπορεί να του προσφέρει χαρά. Μετά από μια ολιγοήμερη επίσκεψή της, ο Τζόνυ παίρνει μια σημαντική απόφαση ν’ αλλάξει τη ζωή του.
Η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία της Σοφίας Κόπολα («Αυτόχειρες παρθένοι» 1999, «Χαμένοι στη μετάφραση» 2003 και «Μαρία Αντουανέτα» 2006) γύρισε από το φετινό φεστιβάλ Βενετίας έχοντας κερδίσει το Χρυσό Λιοντάρι, παρότι η κοινή γνώμη των κριτικών δεν την κατέτασσε στα φαβορί. Για μια ακόμη φορά μετά τη «Μετάφραση» και την «Αντουανέτα», η Κόπολα χρησιμοποιεί το γνωστό της μοτίβο του ήρωα που είναι εξαιρετικά δημοφιλής αλλά μέσα του απελπιστικά μόνος, και φτιάχνει μια ταινία για την κενοδοξία, συνηθισμένη κι απλή (ίσως κι απλοϊκή στο τέλος) αλλά φροντισμένη, έξυπνη κι ευαίσθητη.
Το φιλμ είναι δομημένο σφιχτά και ξεκάθαρα, με “φυσιολογικό” εσωτερικό ρυθμό στα πλάνα αλλά με αργή εναλλαγή σκηνών και χωρίς πολλά λόγια, αποδίδοντας έτσι την τρυφερότητα και τη μελαγχολία που τόσο καλά γνωρίζει η σκηνοθέτρια, το σενάριο της οποίας είναι πλούσιο σε ευρήματα. Όπως για παράδειγμα η εναρκτήρια σκηνή που αποδίδει με εξαιρετική ευστοχία το αδιέξοδο του ήρωα: ο Τζόνυ τρέχει διαδρομές μεγάλης ταχύτητας με τη Ferrari του, όχι όμως σε ευθεία γραμμή αλλά σε κύκλους (έλλειψη στόχου) ενώ η κάμερα μένει απολύτως ακίνητη και απαθής στη διαδρομή που βλέπει μπροστά της. Όταν τελειώνει, ο Τζόνυ απλώς βγαίνει εξω από το αυτοκίνητο και στέκεται όρθιος δίπλα του, χωρίς την παραμικρή ένδειξη ενθουσιασμού ή απόλαυσης.
Ακολουθούν, η χορευτική ρουτίνα των δίδυμων στρίπερ, την οποία παρακολουθεί περίστερο προσηλωμένα αλλά εξίσου παθητικά, τα υβριστικά μηνύματα που λαμβάνει στο κινητό του τηλέφωνο (προφανώς από θυμωμένες ‘κατακτήσεις’) η αμήχανη βράβευση στα ιταλικά βραβεία, η συνέντευξη τύπου, όλα αποτελούν μια ζωή που απλώς περνάει μπροστά από τα μάτια του χωρίς αυτός να αλληλεπιδρά με τα γεγονότα. Ίσως το καλύτερο περιστατικό όλων, είναι η δοκιμή του μακιγιάζ για την καινούρια ταινία, και ειδικότερα το πλάνο όπου περιμένει να στεγνώσει το μείγμα που έχει καλύψει το πρόσωπό του: είναι ίσως η πιο ανίσχυρη και ματαιόπονη στιγμή του χαρακτήρα, ανάμεσα στις πολλές κατά τις οποίες μοιάζει να αναρωτιέται “τι κάνω εγώ εδώ;”.
Η γλυκύτατη κορούλα του είναι όντως η μοναδική για την οποία αξίζει να αφιερώσει χρόνο, αλλά αναγνωρίζει ότι ακόμη κι αυτή δεν είναι ικανός να τη βοηθήσει σαν πατέρας, παρά την αγάπη που αισθάνεται. Έτσι, αφού συνειδητοποιεί ότι ούτε εκείνη μπορεί να γεμίσει τη ζωή του, μπαίνει στο αμάξι αλλά αυτή τη φορά η διαδρομή δεν είναι κυκλική όπως στην αρχή, αλλά ευθεία, οδηγώντας προς…somewhere: οπουδήποτε αρκεί να είναι εξω από εκείνη τη ζωή.
Ωστόσο, η σκηνοθετική επιλογή να συνεχίσει τη διαδρομή του με τα πόδια αφενός πείθει για την αποφασιστικότητα του ήρωα, αφετέρου φαίνεται μάλλον εύκολη και αταίριαστα συμβολική σε σχέση με το υπόλοιπο ‘προσγειωμένο’ ύφος και τη ‘ράθυμη’ αίσθηση του φιλμ (αν συνέχιζε να οδηγούσε προς το άγνωστο ίσως να ήταν συναισθηματικά συνεπέστερο κι εξίσου αποφασιστικό).
Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΗΡΟΙ
ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ- ΜΕΡΟΣ Α’
HARRY POTTER AND THE DEATHLY
HALLOWS- PART 1
Σκην.: Ντέιβιντ Γέιτς
Πρωτ.: Ντάνιελ Ράντκλιφ, Έμα Γουότσον, Ρούπερτ Γκριντ, Τομ Φέλτον, Τζιμ Μπρόουντμπεντ, Μάικλ Γκάμπον, Ρέιφ Φάινς, Μπιλ Νάι, Άλαν Ρίκμαν, Ρόμπι Κόλτρεϊν, Τζούλι Γουόλτερς, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Ντέιβιντ Θιούλις, Ιμέλντα Στώντον, Τζον Χερτ
Ο Χάρι Πότερ και οι αδερφικοί του φίλοι, Ερμιόνη Γκρέιντζερ και Ρον Γουίζλι, εξορμούν για την επικίνδυνη αποστολή της ανίχνευσης και καταστροφής των Πεμπτουσιωτών, που κρατούν φυλαγμένη την ψυχή του Βόλντεμορτ. Χωρίς την καθοδήγηση των καθηγητών τους ή την προστασία του καθηγητή Ντάμπλντορ, θα πρέπει να στηριχτούν ο ένας στον άλλο ενάντια στις Σκοτεινές Δυνάμεις που τους καταδιώκουν. Όσο τους αναζητά, ανακαλύπτει μια παλιά και σχεδόν ξεχασμένη ιστορία, για τον θρύλο των Κλήρων του Θανάτου, που μπορεί να χαρίσει στον Βόλντεμορτ την υπέρτατη δύναμη που αναζητά για να νικήσει το “αγόρι που έζησε”.
Το πρώτο από τα δύο μέρη στα οποία χωρίστηκε το έβδομο βιβλίο της λογοτεχνικής σειράς με ήρωα τον νεαρό μάγο Χάρι Πότερ, που δημιούργησε η βρετανίδα Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και για την περασμένη δεκαετία αποτέλεσε το μεγαλύτερο εμπορικό λογοτεχνικό φαινόμενο παγκοσμίως, μεταφερμένο με ανάλογη επιτυχία στον κινηματογράφο. Περιμένοντας λοιπόν μέχρι τις 14 Ιουλίου 2011 για το όγδοο φιλμ που θα ολοκληρώσει τη σειρά, αυτό το μέρος αποδεικνύεται εξίσου ώριμο, σκοτεινό και σκηνοθετικά πλούσιο με τα προηγούμενα, αλλά κατά τη γνώμη μας σεναριακά άνισο και με άνευρο χειρισμό διακυβευμάτων.
Οι σκηνές δράσης είναι πολύ μικρές σε έκταση, με τον κίνδυνο να αποφεύγεται πολύ εύκολα, πριν χτιστεί η αγωνία και το πραγματικά επικίνδυνο ρίσκο. Δείτε για παράδειγμα τη σκηνή όπου καταστρέφεται το μενταγιόν: ξεκάνει με μια επιβλητική ανάδυση του πνεύματος από το εσωτερικό του, αλλά η μόνη απειλή που προσφέρει είναι να προκαλέσει τον εγωισμό του Ρον, ο οποίος το καταστρέφει με μια κίνηση. Επίσης, η ταινία χρησιμοποιεί τα πρώτα δέκα λεπτά για να κλιμακώσει την αρχική ενέδρα του Βόλντεμορτ (το φιλμ δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στις ‘τρομακτικές’ προσδοκίες που το ίδιο θέτει στη σκηνή πριν τον τίτλο), την οποία τελικά προσπερνά βιαστικά για να επικεντρωθεί στην καταδίωξη του Χάρι (δικαιολογημένα), τη στιγμή όμως που όλοι του οι φίλοι κινδυνεύουν για χάρη του και δε βλέπουμε ούτε ένα πλάνο τους να πολεμούν (άνιση κατανομή κινδύνου μέσα στη σκηνή), αλλά απλώς να καταφτάνουν μετά τη μάχη στο σπίτι των Γουίζλι.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα σημεία της πλοκής, η οποία είναι τόσο αποσπασματική, ώστε το κάθε νέο στοιχείο συσσωρεύεται ‘ατάκτως’ στα προηγούμενα, χωρίς πολλές διασαφηνίσεις ή συνδέσεις με τις προηγούμενες ταινίες. Ποιος είναι ο Γκριγκόροβιτς; Γιατί ο Χάρι με την Ερμιόνη αφού σκοτώνουν το φίδι δεν ψάχνουν για στοιχεία το σπίτι της ηλικιωμένης που ήρθαν να επισκεφτούν με κίνδυνο της ζωής τους; Ποιά η σημασία του μύθου των Κλήρων; Γιατί ο Χάρι συμπεραίνει ότι ο Βόλντεμορτ θέλει μόνο το ραβδί, και όχι τον μανδύα ή την πέτρα; Φανταζόμαστε ότι πολλά απ’ αυτά τα ερωτήματα συνδέονται με τις προηγούμενες και, κρισιμότερα, με την επόμενη και τελευταία ταινία που πιθανότατα θα επιφυλάσσει τις σημαντικότερες αποκαλύψεις και την ολοκλήρωση του μύθου. Όμως, ακόμη και χωρίς να προδώσει τη συνέχειά του, το σενάριο θα μπορούσε να υπενθυμίζει σύντομα όσα συνδέονται με το παρελθόν, να είναι σαφέστερο στους προσωρινούς του στόχους και να τους εκπληρώνει με μεγαλύτερη αγωνία και οικονομία. Ειδικά το μεσαίο τμήμα του φιλμ, κατά το οποίο τα τρία παιδιά περιπλανώνται μέσα σε σκηνές, πλατειάζει αδικαιολόγητα με σχετικά αδρανή στιγμιότυπα. Ακόμη και οι συνδέσεις των σκηνών μεταξύ τους με fade, δίνουν την αίσθηση μιας αμήχανα δομημένης ταινίας, συνδέοντας τις σκηνές με χαλαρή αιτιότητα που δε δικαιολογείται για μια τόσο γεμάτη πλοκή. Ας ελπίσουμε ότι το δεύτερο μέρος θα είναι σαφέστερο, πιο ολοκληρωμένο και πιο αγωνιώδες.

