Σύσκεψη με τους υπουργούς Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου, Δικαιοσύνης Χάρη Καστανίδη και Προστασίας του Πολίτη Χρήστο Παπουτσή, είχε χθες ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, στο πολιτικό του γραφείο στη Βουλή.

Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης που αφορά την επιτάχυνση της εκδίκασης μεγάλων φορολογικών υποθέσεων, το οποίο έχει κατατεθεί στη Βουλή και επίκειται η συζήτησή του.

Το νομοσχέδιο ισχυροποιεί το θεσμό της πρότυπης δίκης, που εισήχθη μεν στην έννομη τάξη πριν από δύο χρόνια αλλά δεν έχει εφαρμοστεί ουσιαστικά.

Το νομοσχέδιο, μεταξύ άλλων προβλέπει επίσης ότι οι υποθέσεις μεγάλης φοροδιαφυγής (άνω των 150.000 ευρώ) θα παραπέμπονται στα διοικητικά Εφετεία, χωρίς να έχει δικαίωμα ο φορολογούμενος να ασκήσει αναίρεση.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, για τη χορήγηση αναστολών από τα Διοικητικά Δικαστήρια στις προκαταβολές που καταβάλλουν οι φορολογούμενοι απαιτείται πλέον η κατάθεση του 50% του φόρου ή του τέλους, ενώ σήμερα ισχύει το 25%. Δηλαδή, για την καταβολή προσφυγής στα φορολογικά δικαστήρια απαιτείται η καταβολή του 50% του φόρου που τους είχε επιβληθεί.

Επίσης, καταργείται η δυνατότητα προσφυγής από το Δημόσιο και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά πράξεων των δικών τους οργάνων που εκδόθηκαν ύστερα από άσκηση διοικητικής προσφυγής, με εξαίρεση αυτής από τον υπουργό Οικονομικών. Ακόμη, καταργείται ρητά η δυνατότητα των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως να προσφεύγουν ενώπιον των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων κατά πράξεων των οργάνων τους, όταν αποφαίνονται επί ενδικοφανούς προσφυγής ιδιώτη.

Σήμερα, για την επίλυση διοικητικής διαφοράς, ανεξαρτήτως της σημασίας της, επιλαμβάνονται τα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, το οικείο Πρωτοδικείο και Εφετείο και αρκετές φορές και το Συμβούλιο της Επικρατείας, κάτι που οδηγεί σε μεγάλες καθυστερήσεις για την έκδοση οριστικής απόφασης αλλά και διαφορετικές κρίσεις σε όμοιες περιπτώσεις.

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι πλέον θα υπάρχει η δυνατότητα τα ένδικα μέσα -ακόμη και αν έχουν κατατεθεί σε άλλο δικαστήριο- να εισάγονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πρωτοβουλία τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου που υποβλήθηκαν. Έτσι, με την απόφασή του διαπλάθει νομολογία, την οποία είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, όταν κληθούν στο μέλλον να επιλύσουν ανάλογες διαφορές.

Ακόμη, δίνεται η δυνατότητα να ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη και ανάλογα με την υπόθεση, αίτηση αναίρεσης ή έφεση για υπόθεση που δεν το έχει απασχολήσει στο παρελθόν. Έτσι, η διαφορά επιλύεται οριστικά, χωρίς να απαιτηθεί να περάσει και από το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε τελευταίο βαθμό αιτήσεις για την αναίρεση αποφάσεων τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, όταν κρίνουν διαφορές ουσία, και εφέσεις στην περίπτωση ακυρωτικών διαφορών. Ο αριθμός των δικογράφων που κατατίθενται ετησίως είναι ιδιαίτερα μεγάλος, με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η λειτουργία των αρμοδίων Τμημάτων. Για τον περιορισμό τους καθιερώνεται «φίλτρο διαλογής» με βάση αντικειμενικά κριτήρια, η συνδρομή των οποίων και μόνο καθιστά τα ένδικα μέσα παραδεκτά.