Του Ν. Τσαγκαράκη

Γιατί πρέπει το Ηράκλειο να νιώθει ότι ανήκει σε άλλη χώρα;



ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ

Τις προάλλες μια φίλη που μένει στην Αθήνα αναρωτιόταν στο Facebook τι θα μπορούσε να δει το βράδυ στο σινεμά. Αμέσως οι προτάσεις έπεσαν βροχή και για μια ακόμη φορά αισθάνθηκα σαν να ζω σε άλλη χώρα - τόση είναι η απόσταση που δημιουργεί η διαφορά του κινηματογραφικού προγράμματος από την Αθήνα μέχρι εδώ. Από την πρώτη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας μέχρι την πέμπτη μεσολαβούν τρεις πόλεις που μοιάζουν με χώρες, αφού η καθυστέρηση των ταινιών από την Αθήνα μέχρι εδώ είναι απογοητευτικά μεγάλη- εφόσον τελικά φτάσουν ποτέ. Οι εταιρείες διανομής υπολογίζουν αρχικά κόπιες μόνο για την Αθήνα και για τη Θεσσαλονίκη καμιά φορά, κι ανάλογα με τις εισπράξεις παίρνουν σειρά κι οι επαρχιακές πόλεις. Όσες ταινίες δεν έχουν εγγυημένη απόδοση στο ταμείο, παραμένουν στα αζήτητα, ανεξάρτητα από την ποιότητά τους ή την προσμονή μιας ενημερωμένης κι ανήσυχης μερίδας κοινού γι’ αυτές.

Όμως προκύπτει το εύλογο ερώτημα, ότι αν οι διανομείς ήταν βέβαιοι για το κέρδος που θ’ αποκόμιζαν από την επαρχία, δε θα φρόντιζαν να την προμηθεύσουν το γρηγορότερο δυνατό με τις ταινίες τους, αντί να περιμένουν να εξαντλήσουν την εισπρακτική πορεία τους στη ‘σίγουρη’ πρωτεύουσα και μετά να τις αφήσουν στο έλεος των περιφερειακών αιθουσαρχών; Αφενός ο διανομέας δε μπορεί να έχει επαφή με το τοπικό κοινό κάθε πόλης, ούτε να έχει αίσθηση των αυξομειώσεών του ή τυχόν ιδιαίτερων προτιμήσεών του. Αφετέρου, θα μπορούσε ίσως να πάρει περισσότερα υπολογισμένα ρίσκα, βασισμένα σε μεθοδική προώθηση της ταινίας του προς το καταλληλότερο κοινό, ώστε ακόμη κι αν δεν προτίθεται να τυπώσει περισσότερες κόπιες, όταν τελικά η ταινία φτάσει στην επαρχία να εξαντλήσει τη δυναμική της.

Παράλληλα, χρειάζεται παρόμοια τόλμη και στρατηγικός προγραμματισμός από τους αιθουσάρχες. Έχει αποδειχτεί σε πολλές περιπτώσεις, ότι το κοινό δεν αντιδρά μονό στο προϊόν αλλά πρωτίστως στο ‘περιτύλιγμα’ στο οποίο θα του το προσφέρει ο επιχειρηματίας. Ταινίες όπως του Κιαροστάμι ή του Οικονομίδη θα χάνονταν σε ένα multiplex ή τουλάχιστον δε θα τις έβρισκαν όλοι οι θεατές που θα τις αναζητούσαν, καθώς το ηλικιακά μεγαλύτερο και το λεγόμενο ‘εναλλακτικό’ νεανικό κοινό δε συμπαθούν ιδιαιτέρως τους πολυ-κινηματογράφους, οπότε οι ίδιες ταινίες σε λιγότερο ‘απρόσωπες’ αίθουσες με πιο ‘ζεστό’ περιβάλλον ίσως είχαν καλύτερη τύχη. Κι εδώ όμως το Ηράκλειο έχει πάλι άσχημο παρελθόν, αφού τέτοιες αίθουσες που φιλοξενούσαν κυρίως ανεξάρτητες παραγωγές όπως ο «Κρόνος», το «Studio» και η «Αστόρια» αναγκάστηκαν να κλείσουν ή να αναστείλουν τη λειτουργία τους ως κινηματογράφοι, προφανώς όχι από επιχειρηματικό καπρίτσιο των ιδιοκτητών τους.

Πάντως, το ζήτημα είναι ότι όσο κάνουμε κύκλους θεωρητικολογώντας, αυτή τη στιγμή στην πρωτεύουσα παίζονται τίτλοι όπως το «Μέλι» του Σεμί Καπλάνογλου που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου, το «Somewhere» της Σοφίας Κόπολα με το Χρυσό Λιοντάρι από το φεστιβάλ Βενετίας, ο πολύ καλός «Μαχαιροβγάλτης» του Γιάννη Οικονομίδη- κατά τη γνώμη μας η καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς, το «Γνήσιο αντίγραφο» του Αμπάς Κιαροστάμι με τη Ζυλιέτ Μπινός, και η «Χώρα προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα που επίσης συμμετείχε στο φετινό φεστιβάλ Βενετίας. Προς το παρόν κανείς δεν ξέρει ποιες απ’ αυτές θα κατέβουν στην πόλη και πότε, αφού οι διακρίσεις και η δημοσιότητά τους δεν είναι αρκετές για να εξασφαλίσουν τη διανομή τους στο Ηράκλειο, και για να καταλάβει κανείς τον παραλογισμό φτάνει να θυμηθεί τι συνέβη με τους δύο προηγούμενους Χρυσούς Φοίνικες των Καννών: το «Ανάμεσα στους τοίχους» του 2008 δεν προβλήθηκε ποτέ εδώ από ιδιώτη αιθουσάρχη, ενώ η «Λευκή κορδέλα» που προβλήθηκε έμεινε στην πόλη μόνο για μια εβδομάδα.

Το ερώτημα που η ίδια η πόλη πρέπει ν’ απαντήσει μόνη της είναι: υπάρχει αρκετά μεγάλο κοινό που να υποδέχεται τις σπουδαίες ταινίες στην ώρα τους ή έστω καθυστερημένα; Αρχικά πρέπει οι αιθουσάρχες ν’ αρχίσουν να ρισκάρουν περισσότερο με πιο ευρηματικό προγραμματισμό (π.χ. διαφορετική συχνότητα προβολών) και διευρυμένη ποικιλία τίτλων (ταινίες ειδικού ενδιαφέροντος, επανεκδόσεις κτλ.). Έπειτα το τοπικό κοινό οφείλει ν’ ανταποκριθεί μαζικότερα, αν θέλει να διατηρήσει το δικαίωμα να παραπονιέται, αφού ακόμη κι αν διατεθούν κόπιες από τις εταιρείες, ακόμη κι αν οι αίθουσες ξαφνικά γεμίσουν ταινίες, αν το κοινό δεν τις παρακολουθεί θα αδειάσουν πάλι το ίδιο γρήγορα. Ταυτόχρονα, μη κερδοσκοπικοί φορείς (δήμος, λέσχη, πανεπιστήμιο, σωματεία κτλ.) θα παίζουν τον δικό τους συμπληρωματικό αλλά εξίσου σημαντικό ρόλο ώστε να διατηρηθεί ένα επίπεδο ενημέρωσης και συνεχούς τροφοδότησης του τοπικού κοινού. Όμως σε κάθε περίπτωση, πριν καταλογίσουμε ευθύνες σε άλλους, ας βεβαιωθούμε ότι ο καθένας μας κάνει ό,τι μπορεί. Μόνο έτσι ίσως κάποια στιγμή αλλάξουν τα πράγματα στο Ηράκλειο.



ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗΣ ΣΤΟΝ ΕΡΙΚ ΡΟΜΕΡ



Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών παρουσιάζουν ένα εκτενές αφιέρωμα στον Ερίκ Ρομέρ, αποτίνοντας φόρο τιμής στον μεγάλο δημιουργό λίγο πριν κλείσει ένας χρόνος από τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 2010. Από τις 18 έως και τις 24 Νοεμβρίου 2010 θα προβληθούν στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος 21 ταινίες του, 16 μεγάλου και 5 μικρού μήκους, τις οποίες ο διάσημος δημιουργός γύρισε από το 1951 μέχρι και το 2004. Το αφιέρωμα πραγματοποιείται σε συνεργασία με τα Υπουργεία Εξωτερικών και Πολιτισμού και Επικοινωνίας της Γαλλίας και το πρόγραμμα Culturesfrance, την εταιρεία παραγωγής του Ρομέρ, Les Films du Losange, και τους έλληνες διανομείς CINEMAX και NUTOPIA.

Στο πλαίσιο του αφιερώματος, τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010 θα πραγματοποιηθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στις 20.00 μια συζήτηση με αφορμή το έργο του μεγάλου δημιουργού με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, της Κατερίνας Διδασκάλου, πρωταγωνίστριας στην προτελευταία του ταινία «Τριπλός Πράκτορας» («Triple Agent», 2004), η προβολή της οποίας θα ακολουθήσει αμέσως μετά. Συμμετέχουν επίσης οι κριτικοί κινηματογράφου Νίκος Σαββάτης και Γιάννης Ζουμπουλάκης, η Καθηγήτρια Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Πέπη Ρηγοπούλου, ενώ τη συζήτηση συντονίζει η Μαρία Κομνηνού, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ.



ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ

ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΗ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ



Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου (EAK) και ο Σύνδεσμος Υποτρόφων του Ιδρύματος Ωνάση διοργανώνουν το 1ο διεθνές συνέδριο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου με τίτλο «Η Σημασία της Οπτικοαουστικής Παιδείας Cinema Speaking…». Το συνέδριο τελεί υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Ωνάση και θα πραγματοποιηθεί στις 19 και 20 Νοεμβρίου 2010, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος). Στόχος του συνεδρίου είναι η διερεύνηση της λειτουργίας του κινηματογράφου ως μέσου κινητοποίησης, καθώς και η σύνδεση του οπτικοαουστικού αλφαβητισμού με την ικανότητα ενεργής συμμετοχής των πολιτών σε μια δημοκρατία. Άλλωστε, μία από τις κοινές πεποιθήσεις που οδήγησαν τους κινηματογραφιστές στην ίδρυση της ΕΑΚ είναι πως το μέλλον του κινηματογράφου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την παιδεία και πως τόσο η κινηματογραφική Τέχνη όσο και η Οπτικοαουστική Παιδεία αποτελούν σημαντική συνεισφορά στο μέλλον των κοινωνιών μας. Το πρόγραμμα του συνεδρίου διαμορφώθηκε με στόχο να συμπεριλάβει και να παρουσιάσει όλες τις απόψεις και θέσεις, να δώσει βήμα έκφρασης σε θεωρητικούς, τεχνοκράτες, και δημιουργούς του κινηματογράφου, φιλοδοξώντας να συνθέσει μια σφαιρική εικόνα της σύγχρονης πραγματικότητας και να ορίσει τις δυνατότητες και τα οράματα του αύριο.

Επίσημοι προσκεκλημένοι ομιλητές είναι οι: Henning Camre, Δανός κινηματογραφιστής και τεχνοκράτης, πρόεδρος του οργανισμού «European Think Tank on Film and Film Policy». Mary Ann Doane, Αμερικανίδα θεωρητικός κινηματογράφου, καθηγήτρια στην έδρα «George Hazard Crooker» και πρόεδρος του Τμήματος Σύγχρονου Πολιτισμού και Μέσων του Πανεπιστημίου Brown. Jean Douchet, Γάλλος κινηματογραφιστής, σημαντικός ιστορικός και κριτικός του κινηματογράφου, μέλος της ιστορικής συντακτικής ομάδας του παγκοσμίου φήμης περιοδικού Cahiers du cinéma. Δημήτρης Ελευθεριώτης, Έλληνας πρόεδρος του Τμήματος Σπουδών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης και συντάκτης στο παγκοσμίου φήμης περιοδικό Screen. Στον διάλογο θα συμβάλουν σημαντικοί άνθρωποι του κινηματογράφου, έλληνες και μη, που θα συνομιλήσουν με τους προαναφερθέντες προσκεκλημένους σε επτά στρογγυλά τραπέζια. Κάθε θεματική ενότητα θα ολοκληρώνεται με ανοιχτή ανταλλαγή απόψεων, στην οποία θα καλείται να συμμετάσχει και το κοινό του συνεδρίου. Παράλληλα με το συνέδριο θα προβληθούν έργα των κινηματογραφιστών υποτρόφων του Ιδρύματος Ωνάση, σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους του Ιδρύματος Κακογιάννη. Μέσα από χαρακτηριστικά αποσπάσματα έργων τους θα αναδειχθεί ο πλουραλισμός της καλλιτεχνικής τους έκφρασης και θα δοθεί το ερέθισμα για επιπλέον συζητήσεις και σκέψεις στο πλαίσιο του συνεδρίου. Η είσοδος στο συνέδριο και τις προβολές είναι ελεύθερη.