
Ο Βιαννίτης δεκανέας, Αλέξανδρος Ραπτόπουλος, στην Κορυτσά το 1913
Ο μάρτυρας του αγώνα κατά των Γερμανών με την πατριωτική δράση από τα νεανικά του χρόνια
Είναι ένας από τους μάρτυρες της ελευθερίας στον αγώνα κατά των Γερμανών. Ιδρυτής και αρχηγός της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης, εκτελέστηκε από τις δυνάμεις κατοχής στις 3 Σεπτεμβρίου 1942.
Όμως η πατριωτική δράση του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου, από την Άνω Βιάννο, ξεκινά πολλά χρόνια νωρίτερα. Εδώ τον συναντάμε δεκανέα του ελληνικού στρατού στην Κορυτσά, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος, που είχε γεννηθεί το 1889, εντάχθηκε στο στρατό της Κρήτης, την Πολιτοφυλακή όπως ονομαζόταν, το 1908 και από το 1910 στον ελληνικό στρατό, στον οποίο υπηρέτησε, με μικρά διαλείμματα, σε όλους τους πολέμους συνεχώς μέχρι το 1921, όταν και τραυματίστηκε σοβαρά έξω από την Άγκυρα, καθώς ετοιμαζόταν να εισέλθει με τη δύναμή του θριαμβευτής σʼ αυτήν.
Από την παρουσία του στην Κορυτσά, την «ωραία και ελληνικωτάτη» πόλη, όπως τη γράφει, δημοσιεύομε δύο ντοκουμέντα. Μια φωτογραφία με τους επιτελείς του, συμπατριώτες του Βιαννίτες όλους, και μια επιστολή προς τον μεγαλύτερο αδελφό του Δημοσθένη. Και τα δύο ντοκουμέντα μάς παρέδωσε ο γιός του κ. Δημοσθένης Ραπτόπουλος.
Ο 23χρονος Αλέξανδρος Ραπτόπουλος βρισκόταν στην Κορυτσά τέτοιες μέρες, πριν από 97 χρόνια. Από το μέτωπο αλληλογραφούσε συχνά με τον αδελφό του, που ήταν δάσκαλος, ένας λόγιος και με διαμορφωμένη πατριωτική συνείδηση, με την οποία ενέπνευσε και τον μικρότερο Αλέξανδρο. Για τον Βιαννίτη δεκανέα, όπως μας λέει ο γιός του κ. Δημ. Ραπτόπουλος, ο μεγαλύτερος αδελφός ήταν ένα πρότυπο.
Στην επιστολή που δημοσιεύομε στη συνέχεια, με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1913, ο Αλέξανδρος ενημερώνει τον αδελφό του για τον αγώνα του ελληνικού στρατού, τις δυσκολίες που συναντά μαζί με τους συγχωριανούς του, που είναι το επιτελείο του, ενώ αναφέρεται και στις ομορφιές της Κορυτσάς. Εκφράζει όμως και πικρία. Η Κρήτη δεν είναι ακόμη τμήμα της Ελλάδας κι εκείνος ήδη τρία χρόνια είναι στις τάξεις του ελληνικού στρατού υπηρετώντας μάλιστα, τώρα, στην πρώτη γραμμή. Άλλοι, την ίδια ώρα, πίσω στο χωριό του συνεχίζουν να χαίρονται τη ζωή. Εκείνος, παρά τις απίστευτες δυσκολίες, την οικονομική καταστροφή, κι αργότερα, το 1921, τον τραυματισμό του που του άφησε μόνιμη αναπηρία, προτάσσει το συμφέρον της πατρίδας. Σε αντίθεση με άλλους. Κι αυτό το εκφράζει ως παράπονο. Πάντως αυτό δεν τον επηρεάζει, καθώς επιλέγει να εκπληρώσει το πατριωτικό καθήκον του. Αυτό το καθήκον θα τον οδηγήσει να ακολουθήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο και αργότερα, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, στην πρώτη γραμμή της αντίστασης και στη θυσία της ίδιας της ζωής του.
Η φωτογραφία είναι από την ίδια εποχή. Ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος είναι στο μέσον της σειράς των καθισμένων. Όπως προαναφέραμε, όλοι οι άλλοι είναι από την περιοχή της Βιάννου. Οι 7 στρατιώτες πόζαραν στο ελληνικό φωτογραφείο του Ε. Δ. Ζωγράφου, στην Κορυτσά, όπως αναφέρεται και στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας. Ίσως, μάλιστα, έμεινε και στο σπίτι του φωτογράφου, καθώς, όπως αναφέρει, διέμεινε μια βραδιά στο σπίτι κάποιου ζωγράφου, χωρίς να διευκρινίζει αν πρόκειται για επώνυμο ή για ιδιότητα.
Η επιστολή
Η επιστολή του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου προς τον αδελφό του είναι η παρακάτω (διατηρείται η ακριβής μορφή της):
«Κορυτσά τη 30η 8/βρίου 1913
Αγαπητέ Δημοσθένη
Μετά μεγάλης μου χαράς έλαβον την υπό χρονολογίαν 18η 8/βρίου 1913 επιστολήν σας απευθυνομένην εις Φλώρινα και τα εν αυτή καλώς είδον.
Ως και εις την υπό χρονολογίαν 21η λήγοντος επιστολήν μου σας έγραφον, ανεχωρήσαμεν εκ Φλωρίνης και μετά πορείαν τεσσάρων ημερών, πορείαν αναπαυτικήν και με καλόν καιρόν, αφίχθημεν εις Κορυτσά.
Είναι πόλις ωραία και Ελληνικωτάτη με ωραίας καλονάς.
Μένωμεν προσωρινώς εις διάφορα οικήματα μέχρις ου ευρεθώσιν οριστικά να στρατωνισθώμεν.
Εις τον επιλοχίαν Κλόντζαν ενεχείρησα την επιστολήν σας και την ανέγνωσε και μου είπε να σας γράψω πολλούς χαιρετισμούς και μόλις αποκατασταθώμεν θα σας γράψη.
Έχωμεν πολλάς φροντίδας αγαπητέ Δημοσθένη καθʼ ότι δεν ευρίσκονται κατάληλα οικήματα να στρατωνισθώμεν και μένωμεν σκορπισμένοι τείδε κακείσε και καθημερινώς αλάσωμεν οικήματα.
Εγώ με το επιτελείον μου έχωμεν αλάξει μέχρι τούδε τρία οικήματα. Την πρώτη βραδιά έμεινα εις ωραίον καφενείον. Την δευτέραν εντός οικίας οικογενειακής και απόψε με το επιτελείον μου εις την οικίαν ενός ζωγράφου, αύριον τις οίδε πού θα με διατάξουν να μεταφερθώ.
Εν Βιάννω ευρήκαν μερικοί καιρόν να κάμουν το κέφι των. Δεν ήλπιζον οι δήλεοι ποτέ να γνωρίσουν μοίρα και τώρα παντρεύουνται και με παρακάλια και χαχαλιαίς. Εμοιάσαμεν δε της παροιμίας που λέγει (όλοι κυτάζουν τον καυγά κι ο Μαραγκός γυναίκα). Τι να είπη κανείς… Αυτά έχει ο πόλεμος… Άλλους μεν έκανε ανθρώπους, άλλους δε (Γαϊδάρους) κατά την κοινήν φράσιν του πρώην λοχαγού μου Φισεντζίδου… Βεβαίως όπως και σεις γράφεται ημείς έχωμεν δίκαιον να περιφανευόμεθα διότι εθέσαμεν τα στήθη μας προχώματα εναντίων των εχθρών μας εμεγεθύνθη η πατρίς μας. Αλλά τι το όφελος όπου οικονομικώς κατεστράφημεν τελείως και αύριον μεθαύριον θα υποφέρωμεν και θα δυστυχούμεν και ουδείς θα μας εκτιμά έστω ότι είμεθα αίτιοι του μεγαλείου της πατρίδος μας και της εξασφαλίσεως τιμής τε και περιουσίας των άλλων. Θα μας χλευάζουν δε ημάς έστω και εάν ενώ ημείς εμαχόμεθα, εκινδυνεύαμεν, εκακουχούσαμεν, επεινούσαμεν εις εποχήν καθʼ ην εις τούτους εδόθη ευκαιρία να θησαυρίσουν.
Τους χαιρετισμούς μου εις τον κουνιάδον μου και λοιπούς φίλους συγγενείς και χωριανούς. Έχετε τοιούτους από Ιωαν. Παπαδάκην, Κανάκην, Γελασάκηδες και λοιπούς. Το τσιγαράκι αδελφέ μου δεν μου λείπη ώρα από το χέρι από τα πολλά μου διαόλια και απόδειξις και η καϋματιά της επιστολής.
Σε γλυκοφιλώ
Αλ. Ραπτόπουλος
Δεκ. Πεζ.»

