Του Ν. Τσαγκαράκη

Εκτός από γοητευτικός σταρ, ο Μπεν Άφλεκ αποδεικνύεται ένας ικανότατος σκηνοθέτης σε συνεχή άνοδο.



RESIDENT EVIL: ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ

RESIDENT EVIL: AFTERLIFE



Σκην.: Πωλ Γ. Άντερσον

Πρωτ.: Μίλα Γιόβοβιτς, Γουέντγουορθ Μίλερ, Άλι Λάρτερ, Κιμ Κόουτς, Σων Ρόμπερτς, Μπόρις Κότζο

Επιχειρώντας να φτάσει στην αμόλυντη περιοχή Αρκάντια, η Άλις συναντά μια ομάδα ανθρώπων που δεν έχουν μολυνθεί από τον ιό και ξεκινούν μια ομαδική προσπάθεια με τον ίδιο στόχο. Μόνο που ανακαλύπτουν τελικά ότι η Αρκάντια δεν είναι τοποθεσία αλλά πλοίο, και μάλιστα σε ύποπτη κατάσταση.

Πρόκειται για την τέταρτη ταινία της σειράς ταινιών που ξεκίνησε το 2002 και συνεχίστηκε το ’04 («Apocalypse») και το ’07 («Extinction»), βασισμένη στο ομώνυμο βίντεο-γκέιμ που κυκλοφόρησε το 1996, επίσης με πολλές συνέχειες. Εδώ επιστρέφει ο Άντερσον, σκηνοθέτης του πρώτου φιλμ, καθώς επίσης σεναριογράφος και παραγωγός όλης της σειράς. Αυτή η επιστροφή δυστυχώς δεν είναι ικανή να εγγυηθεί ένα συναρπαστικό αποτελεσμα, αντιθέτως διεκπεραιώνει απλώς ένα κοινότοπο και απλοϊκό σχέδιο, με σχεδιασμό παραγωγής που εύκολα μπορεί να ‘θαμπώσει’ τις εντυπώσεις, ειδικά στην τρισδιάστατη εκδοχή του.

Καταρχάς η ταινία ξεκινάει με μία σεκάνς διαφυγής, οι συνθήκες και οι ‘κανόνες’ της οποίας μοιάζουν να θεωρούνται δεδομένα και να απευθύνονται μόνο στους θεατές που έχουν παρακολουθήσει τις προηγούμενες ταινίες της σειράς. Κανείς δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και γιατί, ενώ ο κακός της υπόθεσης, με τον τυποποιημένο σαδισμό που εξουσιάζει τους υπαλλήλους του, προδιαγράφει την τετριμμένη κατεύθυνση που θα πάρει στη συνέχεια το φιλμ.

Από ‘κει και πέρα, η πλοκή συνεχίζει με τη μικρότερη δυνατή αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στις σκηνές, αποζημιώνοντας γι’ αυτή την αποσπασματικότητα με τον καθορισμό ενός τελικού στόχου προς τον οποίο οδηγείται, την επιβίβαση στο πλοίο. Όμως, τόσο οι χαρακτήρες όσο και τα επιμέρους διακυβεύματα είναι τόσο απλοϊκά που αδυνατούν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, ενώ με κάθε ευκαιρία τα ζόμπι κατακλύζουν το κτήριο, το λαγούμι μέσα στα αποδυτήρια φαίνεται να το αντιλήφθηκαν μόνο όσα μπήκαν την πρώτη φορά. Η Γιόβοβιτς περιφέρεται επιδεικνύοντας την ομορφιά της, και ο Μίλερ σ’ έναν ρόλο μάλλον υποδεέστερο απ’ αυτόν που θα περίμενε κανείς ότι θα του εξασφάλιζε η δημοφιλία του στο «Prison Break».

Όσο για την κλιμάκωση, συνεχίζεται η σεναριακή ασάφεια (παρά τη σύντομη παρουσία διάφορων υποτακτικών και στρατιωτών, δίνεται η εντύπωση ότι ο Γουέσκερ απαρτίζει μόνος του την εταιρεία Ομπρέλα), ενώ φαίνεται ότι ο Άντερσον ζει μια δεκαετία πίσω, όταν το να αντιγράφει κανείς το «The Matrix» ήταν ακόμη εντυπωσιακό. Εδώ όχι απλώς αναπαράγονται τα πιο αναγνωρίσιμα και πλέον εξαντλημένα μοτίβα των Γουατσόφσκι, αλλά σκορπίζονται χωρίς δυναμισμό ή την παραμικρή αγωνία για το αποτέλεσμα. Προφανώς όμως το κοινό δε φαίνεται να συμμερίζεται ή να πτοείται από τις παραπάνω παρατηρήσεις, αφού οι εισπράξεις της ταινίας ξεπέρασαν τα 260 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, και η προετοιμασία της πέμπτης ταινίας έχει ήδη ξεκινήσει.



THE TOWN



Σκην.: Μπεν Άφλεκ

Πρωτ.: Μπεν Άφλεκ, Τζέρεμι Ρένερ, Ρεμπέκα Χωλ, Τζον Χαμ, Πιτ Ποσλθγουέιτ, Μπλέικ Λάιβλυ, Σλέιν

Ο Νταγκ και ο Τζέιμς είναι δύο παιδικοί φίλοι, επικεφαλής μιας συμμορίας ληστών τραπεζών, από τις δεκάδες που υπάρχουν στην Τσάρλσταουν, το προάστιο της Βοστόνης με το ρεκόρ των περισσότερων επιθέσεων σε τράπεζες ετησίως. Σε μία από τις ληστείες τους, η ομάδα παίρνει όμηρο την υποδιευθύντρια Κλερ, την οποία απελευθερώνουν αμέσως. Ο Νταγκ αργότερα αναλαμβάνει να την πλησιάσει χωρίς ν’ αποκαλύψει την ταυτότητά του, προκειμένου να εξακριβώσει τι πληροφορίες έχει δώσει στην αστυνομία, όμως ερωτεύονται και η σχέση τους πια βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στο μυστικό του Νταγκ, στην προσπάθειά του να αποκοπεί από το έγκλημα παρά τις πιέσεις του Τζέιμς, και στο κυνηγητό που έχει εξαπολύσει εναντίον του ο αποφασισμένος αστυνόμος του FBI, Άνταμ Φρόλι.

Βασισμένη στο μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Τσακ Χόγκαν, «Prince of Thieves: A Novel», η ταινία αποτελεί τη δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του Άφλεκ, μετά το «Χωρίς ίχνη» («Gone baby gone» 2007), πάντα στο είδος του αστυνομικού δράματος. Εδώ ο Άφλεκ επιδεικνύει ακόμη μια πτυχή του πολύπλευρου ταλέντου του, αφού εκτός από επαρκής ηθοποιός, είχε κερδίσει Όσκαρ μαζί με τον φίλο του Ματ Ντέιμον για το σενάριο του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ» το 1997, και εδώ με τη δεύτερη σκηνοθεσία του αποδεικνύει ότι η επιτυχία του «Χωρίς ίχνη» δεν ήταν συγκυριακή. Όπως κι εκεί, ο Άφλεκ έχει συμβάλει στο σενάριο, δημιουργώντας μια σφιχτή, αληθοφανή πλοκή, με ρεαλιστικούς χαρακτήρες και έντονη κινηματογράφηση, συνθέτοντας έτσι ένα δυνατό και αγωνιώδες δράμα εγκλήματος.

Η ταινία αναπαριστά πειστικά το εγκληματικό περιβάλλον των ηρώων, διαβαθμίζοντάς τους αποτελεσματικά, ανάλογα με την επιρροή και τον συναισθηματικό τους ρόλο. Η αντιπαράθεση του ανεξέλεγκτου Τζέιμς προς τον συνετό Νταγκ, ο ‘τελειωμένος’ πατέρας, αλλά κυρίως ο ανατριχιαστικός Φέργκι ενσαρκωμένος εκπληκτικά από τον αδυνατισμένο Πόσλθγουέιτ, ο άξιος αντίπαλος Φρόλι από τον στιβαρό Τζον Χαμ των «Mad Men», ακόμη κι η ανερχόμενη Λάιβλυ που αντεπεξέρχεται ιδανικά σ’ έναν απαιτητικό ρόλο συγκριτικά με ό,τι έχει παίξει ως τώρα, συνθέτουν ένα καστ υπό τον πλήρη έλεγχο του σκηνοθέτη Άφλεκ, που δεν παραμελεί τον δικό του χαρακτήρα, τον οποίο αποδίδει ως μια ήρεμη δύναμη με επίγνωση των λαθών του και αρκετή αποφασιστικότητα για να αφήσει πίσω το παρελθόν. Οι τρεις σκηνές δράσης σκηνοθετούνται με θόρυβο και κρισιμότητα, χωρίς περιττά ‘πιστολίδια’ εντυπωσιασμού, και η κατάληξη είναι δικαίως επιεικής χωρίς να καταφεύγει σε ευκολίες.