Συμπληρώνονται αύριο 53 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου συγγραφέα και στοχαστή

Ένα νεανικό κείμενο φιλοσοφικής αναζήτησης του Νίκου Καζαντζάκη, το πρώτυπο δοκίμιό του, δημοσιευμένο στα 1906, αλλά γραμμένο, πιθανότατα, πολύ νωρίτερα, πριν καν εκπνεύσει ο 19ος αιώνας, παρουσιάζομε σήμερα.

Αύριο συμπληρώνονται 53 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου συγγραφέα και στοχαστή και επιλέξαμε να αναδημοσιεύσομε αυτό το πρώιμο κείμενό του, δείγμα των διανοητικών του αναζητήσεων από τα πρώτα χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας.

«Η αρρώστεια του αιώνος», όπως τιτλοφορείται, δημοσιεύτηκε από τον Μάρτιο του 1906 σε συνέχειες στη φιλολογική «Πινακοθήκη», του Δ.Ι. Καλογερόπουλου, στην οποία ο νεαρός Καζαντζάκης συνέγραφε συχνά κείμενα, κυρίως φιλοσοφικά. Μάλιστα αυτό ήταν το πρώτο κείμενο με το οποίο ο νεαρός λογοτέχνης και στοχαστής ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς, είχε εκδώσει το πρώτο του έργο με τον τίτλο «Όφις και Kρίνο».

Με το κείμενό του αυτό, το οποίο υπέγραψε ως Κάρμα Νιρβαμή, όπως αρχικά εμφανίστηκε στο πανελλήνιο, ο Καζαντζάκης υμνεί, μέσω της αρχαίας παράδοσης των λαών - και κυρίως των αρχαίων Ελλήνων- την αγνότητα της ανθρωπότητας στα πρώτα βήματά της, μαζί με τον πολύ διαφορετικό, αγνό και χωρίς πρόκληση αναμάρτητο έρωτα που απολάμβανε. Και μέσα από την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου, από την επικράτηση του χριστιανισμού, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση, φτάνει στον σύγχρονο –για τον νεαρό φιλόσοφο- κόσμο του 19ου αιώνα, όταν όλα τα ήθελαν οι τότε μοντέρνοι άνθρωποι, όπως γράφει χαρακτηριστικά. Όλα τα ήθελαν, αλλά και όλα τα γνώριζαν, «τίποτε δεν αφήκαν παρθένο στην ψυχή μας», όπως λέει για τη δική του σύγχρονη εποχή, καθώς φαίνεται να τον ενοχλεί το γεγονός ότι πλέον δεν μένει τίποτε να ανακαλύψει και να εξελιχθεί μέσω αυτού το ανθρώπινο είδος. Τις νεανικές αυτές σκέψεις του, φυσικά, ο Νίκος Καζαντζάκης θα τις επαναδιαπραγματευτεί αργότερα, όταν θα αρχίσει να ωριμάζει ο φιλοσοφικός του προσανατολισμός.

«Ο άνθρωπος σήμερον αναπτύσσεται τεραστίως. Εις ηλικίαν ολίγων ετών γνωρίζει όσα δεν εγνώριζαν οι γέροι των περασμένων γενεών», γράφει χαρακτηριστικά. Κι αυτή η πρόωρη και καθολική γνώση, τον ενοχλεί. «Νέος ακόμη –προσθέτει- έχει χλωμιάσει απάνω σε ογκώδη βιβλία κι έχει δηλητηριασθή με τους μεγάλους πόθους και με τη δίψα τη μεγάλη των νεωτέρων ψυχών… Πώς μπορεί να νοιώση κανείς σήμερα την αφελή χαράν των προγόνων;

Εκουραστήκαμεν από τη σοφία των βιβλίων, έρχονται και παρέρχονται οι ποιηταί και μας αφίνουν τα δάκρυά των και τις αμφιβολίες των κι εκουραστήκαμε πλειά να διαβάζομε και να ρωτούμε και να περιμένομεν απαντήσεις.

Ποιος μπορεί νʼ αγαπήση σήμερα τη μεγάλη αγάπη των πατέρων του, τη φαιδράν αγάπη των προγόνων του, αφού μέσα στα βιβλία και στις ψυχολογικές αναλύσεις των νεωτέρων συγγραφέων είδε διακεκορευμένα όλα τα μυστικά της αγάπης;

Όταν τα χείλη της πλησιάζουν τα χείλη μου ξέρω – μου είπαν- τι σκέπτεται, τι όργια πλάσσονται κάτω από το δέρμα της. Όταν πηγαίνω στην Εκκλησιά ξέρω – μου είπαν- τι κρύβεται μέσα στο άγιο Δισκοπότηρο, τι σκέπτονται τα μάτια των ιερέων και γιατί πηγαίνουν οι γυναίκες.

Όλα τα ξέρει ο σημερινός άνθρωπος. Τίποτε δεν αφήκαν παρθένο στη ψυχή μας. Η εξουσία, η Επιστήμη, η δόξα δεν μας αρκούνε πλειά. Κάτι άλλο ζητούμε. «Πέραν του καλού και του κακού» κάποιο μυστήριο μας σέρνει».

Προηγουμένως, και πριν φτάσει στα συμπεράσματά του « για το τι ποθεί ο άνθρωπος του 19ου αιώνος», και στον προσδιορισμό του Νίτσε, που αργότερα θα καθοδηγήσει τη σκέψη του, αλλά και του Βίσμαρκ ως «δύο χαλύβδινων προφητών της αποθεώσεως του εγώ», είχε διατυπώσει με διθυραμβική αναφορά το θαυμασμό του για τον αρχαίο κόσμο, τις αναζητήσεις του και την έκφραση του Έρωτα. «Σʼ όλο το μάρμαρο και σʼ όλες τις σκέψεις των –γράφει για τον αρχαίο κόσμο- κάποιο φως χαμογελά, κάποια ειλικρίνεια που δεν γνωρίζομεν εμείς οι σεμνότυφοι και οι υποκριταί. Ιδέτε τον Παρθενώνα, Είνε φως και ειλικρίνεια. Διαβάσετε τη Μαχαραβάτα των Ινδών. Ο εραστής «πίνει» όλη νύχτα τα χείλη της ερωμένης και ταʼ αγκάλιασμα, λέγει κάπου, είνε τόσο άγριο ώστε «οι μαστοί της γυναικός βυθίζονται στο στήθος του ανδρός και κάθε κενόν του σώματός της γεμίζει και τα ψέλλια και τα περιδέραια σπουν». Αυτή είνε η αγάπη των πρώτων ανθρώπων. Διαβάσετε το Άσμα των Ασμάτων στην ώμορφη Σουναμίτιδα. Ο έρως δεν ήτον αμάρτημα τότε και είχε το δικαίωμα να είνε ειλικρινής».



Ο Χριστιανισμός και ο αρχαίος κόσμος



Καταπληκτική, όμως, είναι η αναφορά του Καζαντζάκη, στο ίδιο πρώιμο φιλοσοφικό κείμενό του, στην εξαφάνιση του αρχαίου κόσμου μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού, τον οποίο προσδιορίζει, μάλιστα, ως την αρχή της αντίστροφης πορείας των αγνών αρχαιοελληνικών παραδόσεων. Γράφει χαρακτηριστικά, με τον «αιρετικό» τρόπο που αργότερα όλοι γνώρισαν:

«Ως όλα τα ώμορφα πράματα – κι ο κόσμος ο Ελληνικός απέθανε γρήγορα. Μέσα στην υπεράνθρωπη κʼ απάνθρωπη αταραξία των Στωικών. Μέσα στις υστερικές τάσεις και την απόγνωσι των Πεισιθανάτων και των Ηγησιακών και των Αννικερίων. Μέσα στην ακολασία των εκτροχιασθέντων οπαδών του Επικούρου – απέθανε.

Ο Απόλλων, ο ωραίος Θεός, το χαμόγελο του Ολύμπου απέθανε. Κι επεφάνη από την Ανατολή, ο Υιός της Παρθένου- ο πατέρας της σημερινής αρρώστειας της ψυχής.

Μέχρι του Ιησού ο άνθρωπος εξετίμα την ζωή και ταʼ αγαθά του κόσμου τούτου. Ήθελε να είνε ωραίος και υγιής και νέος και πλούσιος. Ήθελε νʼ απολαύση τη ζωή και ήξερε να την απολαύση. Επεφάνη ο Ιησούς, ωχρός, ονειροπόλος, ανεθρεμένος στους θερμούς ήλιους της Παλαιστίνης, μέσα στη σιγή και την ατάραχτη ονειροπολία της λίμνης της Γεννησαρέτ. Ανέβηκε μια μέρα γλυκύς, γαλήνιος, ωραίος στο όρος και η ανθρωπότης τον ακολούθησε και είπε γελαστός: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες. Μακάριοι οι πενθούντες». Ανέβηκε στον Παρθενώνα ο Ναζωραίος ο ωχρός κι έδιωξε τους Μεγάλους Θεούς. Τον Απόλλωνα και την Άρτεμιν και το χαμόγελο της Αφροδίτης και την ευθυμίαν του Διονύσου –«κι έσβυσε το γέλοιο το άσβεστο των Θεών». Κι απλώθηκαν πάνω στα μάρμαρα οι αγιογραφίες και οι σταυροί. Παναγίες σιωπηλές με κατεβασμένα μάτια, χλωμές Παναγίες που κλαίνε, μαρτύρια αγίων, σάρκες αρρωστημένες και αιματωμένες. Μια βαρειά μυρωδιά λιβανιού απλώνεται στον κόσμο. Και μαραίνονται τα ρόδα και θεριεύουνε τα ροσμαρί και η βάγια και το κυπαρίσσι και η ιτιά».

«Έφερε στον κόσμο την αγάπη και την αγαθότητα και τη ταπεινοφροσύνη. Ναι. Αλλά και τον αγιάτρευτο Πόνο και τη μεγάλη Νοσταλγία και την αιώνια προσήλωση σʼ ένα κόσμον ωραίον, μακάριον, όπου ουκ έστι στεναγμός… αλλʼ ανύπαρκτόν!», γράφει για την εμφάνιση του χριστιανισμού και την επικράτηση του έναντι του αρχαίου κόσμου.

Το ότι πρόκειται για ένα πράγματι πολύ πρώιμο έργο του Καζαντζάκη φαίνεται όχι μόνο από τον τρόπο διατύπωσης και ανάπτυξης των σκέψεων του, αλλά και από τη χρήση της γλώσσας. Ακόμη δεν έχει κατασταλάξει στην απόλυτη υποστήριξη της δημοτικής, και μάλιστα της δημοτικής με το δικό του χαρακτήρα και τη γλωσσοπλαστία, όπως τη γνωρίσαμε στη συνέχεια στα κείμενα της ωριμότητάς του. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ασφαλώς είναι απλή, με μερικά στοιχεία, πάντως, από τους «κανόνες της καθαρεύουσας».

Ίσως κι η αναφορά του στον άνθρωπο του 19ου αιώνα σε ενεστώτα χρόνο, μας επιβεβαιώνει ότι ο Καζαντζάκης έγραψε το κείμενο πριν καν φτάσει τα 17-18 χρόνια του! Άρα, ίσως έχομε μπροστά μας το πρώτο πόνημα φιλοσοφικής αναζήτησής του.

Αλέκος Α. Ανδρικάκης

[email protected]