Του Ν. Τσαγκαράκη

Ταινίες καλύτερες των προσδοκιών τους φέρνει αυτή η εβδομάδα.

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

THE AMERICAN

Σκην.: Αντόν Κορμπίν

Πρωτ.: Τζωρτζ Κλούνι, Βιολάντε Πλάσιντο, Θέκλα Ρόιτεν, Πάολο Μπονατσέλι, Γιόχαν Λάισεν

Μετά από μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, ένας αμερικανός επαγγελματίας εκτελεστής καταφεύγει σ’ ένα απομονωμένο ιταλικό χωριό, αναλαμβάνοντας παράλληλα να προμηθεύσει μια νεαρή ‘συνάδελφό’ του με τον εξοπλισμό για μια δική της αποστολή.

Είναι αλήθεια ότι το πρωταγωνιστικό όνομα του Τζωρτζ Κλούνι μπορεί να παραπλανήσει για το ύφος και τις προθέσεις της ταινίας, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψιν τις προσδοκίες που δημιουργεί η πλοκή της. Όμως, όχι μόνο δεν πρόκειται για ταινία δράσης, αλλά καταλαβαίνει κανείς περισσότερα γι’ αυτήν από τον τίτλο του μυθιστορήματος του βρετανού Μάρτιν Μπουθ «A very private gentleman», στο οποίο βασίζεται. Πρόκειται δηλαδή για ένα δράμα χαρακτήρων (στην προκειμένη περίπτωση, μόνο ενός), με ελάχιστη δράση και αγωνία, και με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει στην εσωτερική κατάσταση του ήρωα, που απλώς ελπίζει ότι ο χρόνος θα περάσει αναίμακτα για να προλάβει ν’ αποσυρθεί οριστικά.

Η όποια δράση και αγωνία λοιπόν, προκύπτουν από τη διαρκή ανασφάλεια του Τζακ σχετικά με τους επίδοξους δολοφόνους του, για τους οποίους υποψιάζεται και λαμβάνει όλα τα δυνατά μέτρα προφύλαξης, χωρίς όμως να απαλλάσσεται από τον κίνδυνο. Η υπόλοιπη ταινία βασίζεται στην απομόνωση του Τζακ, κατά την οποία ξεδιπλώνεται ο χαρακτήρας του: άριστος τεχνίτης, παθιασμένος λάτρης των γυναικών, αλλά μοναχός και μ’ ένα ερμητικά κλειστό -αν κι όχι δυσανάγνωστο- παρελθόν να τον βαραίνει.

Ο Κλούνι δίνει επιτυχημένα την πιο ‘εσωτερική’ ερμηνεία του μέχρι τώρα, αποδίδοντας τον συνδυασμό μοναχικότητας, ανησυχίας αλλά και πλήρους αυτοελέγχου του βετεράνου, πλαισιωμένος από πανέμορφες γυναίκες που απαλύνουν τη μοναξιά. Τελικά, το ότι δε μαθαίνουμε περισσότερα πράγματα για τον Τζακ, παρότι το σενάριο του δίνει ευκαιρίες να ‘ανοιχτεί’ (με τον ιερέα και την Κλάρα), ίσως υπογραμμίζει τη γενικότερη κενότητα της ζωής του, η οποία, αν κρίνουμε από το πώς αξιοποιεί τον χρόνο του στο χωριό, αποτελείται μόνο από τη δουλειά και τις γυναίκες- με εξαίρεση τις αγαπημένες του πεταλούδες, που όμως δε διαθέτουν σημαντικό συναισθηματικό βάρος. Αυτή η μοναχικότητα είναι η βάση όλης της ταινίας, η οποία εξάλλου ξεκινάει με μια σοκαριστική επίδειξη αυτής της τρομακτικής ανισότητας στη ζωή του Τζακ: μια ζωή εξαναγκασμένη στη μοναξιά υπο το βάρος του ‘εργασιακού ρίσκου’ της επιβίωσης.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

THE LAST EXORCISM

Σκην.: Ντάνιελ Σταμ

Πρωτ.: Πάτρικ Φέιμπιαν, Άσλι Μπελ, Λούι Χέρδαμ, Άιρις Μπαρ, Τόνυ Μπέντλεϊ

Ο πάστορας Κότον Μάρκους εξηγεί στην κάμερα που τον ακολουθεί για τους σκοπούς ενός ντοκιμαντέρ, ότι έπειτα από μια μακρόχρονη καριέρα ως ιερέας, έχει την άνεση να παραδεχτεί ότι δεν πιστεύει στους εξορκισμούς, και προσκαλεί το τηλεοπτικό συνεργείο να τον συνοδεύσει σ’ έναν τελευταίο εξορκισμό που του ζητείται, ώστε να αποδείξει και μπροστά στην κάμερα τη φυσική και ψυχολογική πραγματικότητα αυτού του φαινόμενου.

Ενας χρήσιμος συσχετισμός για να γίνει κατανοητός ο χειρισμός του εξορκισμού από την ταινία, είναι με τον «Εξορκισμό της Έμιλυ Ρόουζ» (Σκοτ Ντέρικσον, 2005) όπου και πάλι το φαινόμενο περνούσε από πολλές σκεπτικιστικές και ορθολογιστικές δοκιμασίες. Αυτή είναι και η εξυπνάδα στην ταινία του Σταμ, ότι δηλαδή χτίζει την πλοκή της με τέτοιον τρόπο, ώστε ν’ αφήνει τον θεατή συνεχώς σε αμφιβολία για τη φύση των γεγονότων, παρέχοντας πειστικές ψυχολογικές εξηγήσεις και διατηρώντας αποφασιστικά τον σκεπτικισμό του Κότον, χωρίς να τον υπονομεύει εύκολα ή βιαστικά.

Η ιδέα της καταγραφής και πρόσληψης των γεγονότων από την τηλεοπτική κάμερα μπορεί να μην είναι πρωτότυπη («The Blair Witch project» 1999, «Rec» 2007), αλλά αξιοποιείται έξυπνα και αποτελεσματικά, καθώς το καδράρισμα είναι σχετικά σταθερό και το μοντάζ μελετημένο, όχι νευρικό κι επιδεικτικό. Σε συνδυασμό με τις καλές ερμηνείες και με τους χαρακτήρες εύστοχα κατανεμημένους μέσα στην πλοκή (π.χ. οι σύντομες και συγκρατημένες παρεμβάσεις της Άιρις), η συνολική ιδέα πετυχαίνει σκηνοθετική και λογική αληθοφάνεια.

Όσο για το τέλος, παρότι είναι λειτουργικό και εύλογα επιχειρεί ν’ ‘αποζημιώσει’ τις προσδοκίες που δημιουργεί το είδος, ίσως ταίριαζε να είναι περισσότερο υπαινικτικό και έμμεσο, καθώς τόση ξαφνική και έντονη γλαφυρότητα μοιάζει άνιση με τη ‘μπλόφα’ εκλογίκευσης των γεγονότων που στήνεται σε όλη την προηγούμενη ταινία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ 1923-2010

Στο πρόσωπο του Γιάννη Δαλιανίδη, ο ελληνικός κινηματογράφος βρήκε έναν από τους πιο ταλαντούχους λαϊκούς διασκεδαστές του. Με πάνω από 60 ταινίες στη φιλμογραφία του, ο Δαλιανίδης διέπρεψε κυρίως στην κωμωδία και το μιούζικαλ, αποδίδοντας τις περισσότερες από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της εικοσαετίας ’50-’70, και αναδεικνύοντας γενιές ταλαντούχων ηθοποιών, ακόμη και πολύ μετά την εμπορική ακμή του ελληνικού σινεμά. Σπουδαίος χειριστής του κωμικού τάιμινγκ, δούλευε τις περισσότερες φορές σε δικά του σενάρια, αφήνοντας αξέχαστους χαρακτήρες και ατάκες που μας ακολουθούν στην καθημερινότητά μας μέχρι σήμερα. Επίσης, παρότι δεν ήταν ο πρώτος που σκηνοθέτησε μιούζικαλ στον ελληνικό κινηματογράφο, κατάφερε να “εξελληνίσει” επιτυχημένα την αμερικανική εκδοχή του είδους, προσαρμόζοντάς το κυρίως θεματικά, έστω κι αν η ανυπέρβλητη υστέρηση στα τεχνικά μέσα δεν του επέτρεψε ένα ισάξιο αισθητικό αποτέλεσμα με το αμερικανικό πρότυπο.