Ενας άντρας θαμμένος ζωντανός σ’ένα ξύλινο κουτί, και μια γυναίκα που γυρνάει τον κόσμο για να βρει τον εαυτό της.
BURIED
Σκην.: Ροντρίγκο Κορτέζ
Πρωτ.: Ράιαν Ρέινολντς, Ρόμπερτ Πάτερσον, Χοσέ Λουίζ Γκαρθία Πέρεζ, Στήβεν Τομπολόβσκι, Σαμάνθα Μάθις, Κάλι Ρότσα
Ο Πωλ Κόνροϊ είναι ένας αμερικανός πολίτης, οδηγός φορτηγού μιας αμερικανικής εταιρείας με εργολαβία στο Ιράκ. Ξαφνικά ξυπνάει κλεισμένος μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί σαν φέρετρο και συνειδητοποιεί ότι είναι θαμμένος λίγα μέτρα κάτω από τη γη. Δίπλα του βρίσκει μόνο αναπτήρα, φακό, κινητό τηλέφωνο και στυλό, τα οποία χρησιμοποιεί στην προσπάθειά του να ελευθερωθεί.
Είναι ένα πράγμα ο αφηγηματικός χώρος να είναι περιορισμένος («Σωσίβια λέμβος» 1944, «Η θηλιά» 1948, «Τηλε-φονικός θάλαμος» 2002, «Collateral» 2004, «Μεταφυσική δραστηριότητα» 2009), άλλο κλειστοφοβικός («Das Boot» 1981, «Η κάθοδος» 2005), και άλλο το «Buried», το οποίο εκτυλίσσεται από το πρώτο κάδρο μέχρι το τελευταίο μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί στο μέγεθος ενός φερέτρου, με την κάμερα να προεκτείνει τον αφηγηματικό χώρο μόνο σε ελάχιστα πλάνα και αποκλειστικά για αισθητικούς λόγους. Ενενήντα ασφυκτικά, απεγνώσμενα, και σε στιγμές αγωνιώδη λεπτά, με τον Πωλ να εξαντλεί τα μικρά περιθώρια που έχει να ειδοποιήσει για την κατάστασή του, δοσμένα με αληθοφάνεια, εξυπνάδα, πολιτικές αιχμές και μια πολύ καλή ερμηνεία από τον Ρέινολντς.
Καταρχάς, ο Κορτέζ πραγματοποιεί μια πολύ θαρραλέα επιλογή παραμένοντας στο εσωτερικό του κουτιού για όλη τη διάρκεια της ταινίας, αντιμετωπίζοντας το υλικό του συγκροτημένα και αποφασιστικά. Βοηθημένος από ένα προσεκτικό σενάριο, χτίζει την ιστορία με ρεαλισμό, προσέχοντας να εξαντλεί τις επιλογές του ήρωα με τη σωστή προτεραιότητα όπως αυτή καθορίζεται από τις συνθήκες (εκτός ίσως απ’ όταν επιτέλους βρίσκει τον αριθμό του τηλεφώνου του και δεν ειδοποιεί αμέσως τον στρατό αλλά παίρνει τη γυναίκα του), και ένταση που βασίζεται κυρίως σε δύο συναισθήματα, της απόγνωσης και της αγωνίας. Η αφήγηση χτίζεται αφενός πάνω στην απελπισία του εγκλεισμού, αφετέρου στην αγωνία του ήρωα να βγει έξω πριν πεθάνει.
Η αλήθεια είναι ότι σε μια τέτοια ταινία, θα περίμενε κανείς το εντονότερο από τα δύο να είναι το αίσθημα της αγωνίας με το σενάριο να χρησιμοποιεί, για παράδειγμα, πιο σφιχτές διορίες προς τις οποίες να οδηγεί τον ήρωα. Παρά την ύπαρξη διοριών στην πλοκή, αυτές χρησιμοποιούνται με χρονική χαλαρότητα, όπως και οι άλλες υπο-πλοκές που αφορούν την αναζήτηση της ομάδας διάσωσης, την επιβίωση της άλλης ομήρου, και τον κίνδυνο που διατρέχει η οικογένεια του Πωλ, οι οποίες δεν αναπτύσσονται επαρκώς ώστε ν’ αποκτήσουν συναισθηματικό βάρος και να αυξήσουν περισσότερο την αγωνία.
Το βάρος πέφτει στην απόγνωση του ήρωα και στην προσπάθειά του να ελευθερωθεί, μέσα από την οποία γίνονται υπαινιγμοί για την προσωπική του ζωή και τις πολιτικές του πεποιθήσεις, με τις τελευταίες πολύ πιο ενδιαφέρουσες από την πρώτη, καθώς εκφράζεται η δυσπιστία του προς τον αμερικανικό στρατό, και καταγγέλλεται η παρασκηνιακή διπλωματία που ασκείται σε βάρος του στρατιωτικού καθήκοντος.
EAT PRAY LOVE
Σκην.: Ράιαν Μέρφι
Πρωτ.: Τζούλια Ρόμπερτς, Χαβιέ Μπαρδέμ, Βαϊόλα Ντέιβις, Τζέιμς Φράνκο, Μπίλυ Κράνταπ
Η Λιζ είναι μια επιτυχημένη ταξιδιωτική συγγραφέας, παντρεμένη μ’ έναν άντρα που την αγαπάει και μ’ ένα σπίτι που μοιάζει ιδανικό, όμως παραμένει ανικανοποίητη απ’ αυτή την φαινομενικά τέλεια ζωή. Συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι ευτυχισμένη, αποφασίζει να πάρει διαζύγιο, ν’ αφήσει πίσω την καθημερινότητά της για έναν χρόνο και να ταξιδέψει σε τρεις χώρες, εξερευνώντας τρεις διαφορετικές πλευρές της ζωής: το φαγητό, τη θρησκεία και τον έρωτα.
Διασκευή του αυτοβιογραφικού μπεστ-σέλερ της αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ, το φιλμ ξαναφέρνει μετά από πολλά χρόνια τη γλυκύτατη και δροσερή Ρόμπερτς στο είδος που την καθιέρωσε, την αισθηματική κομεντί. Η ταινία “πουλάει” την ανεύρεση του εαυτού στο πλήρες χολιγουντιανό φαντασιακό “πακέτο”, με γραφικό εξωτισμό, πολύχρωμη ζωηρή φωτογραφία, όμορφους πρωταγωνιστές και σχεδόν κανένα ουσιαστικό εμπόδιο για την ηρωίδα, που φαίνεται να προχωρά από το ένα στάδιο στο άλλο με περισσότερη ευκολία απ’ όσο υπονοούν τα κίνητρά της, συλλέγοντας στη διαδρομή μπόλικη εύηχη αμπελοφιλοσοφία.
ΔΟΛΩΜΑ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
STONE
Σκην.: Τζον Κούραν
Πρωτ.: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Έντουαρντ Νόρτον, Μίλα Γιόβοβιτς, Φράνσις Κόνροϊ
Ο Στόουν είναι ένας κατάδικος που προτρέπει τη σαγηνευτική γυναίκα του ν’ αποπλανήσει τον υπεύθυνο αποφυλακίσεων και να εξασφαλίσει έτσι την πρόωρη απελευθέρωσή του.
Αυτό το κοινωνικο-ερωτικό δράμα μοιάζει να μην ξέρει πώς ακριβώς να χειριστεί τις ενδιαφέρουσες ιδέες που συγκεντρώνει στο σενάριό του. Η εναρκτήρια σκηνή μάς εισάγει στην πιο ενδιαφέρουσα υπο-πλοκή της ταινίας, που όμως εκτυλίσσεται με ασάφεια, παρότι επιφυλάσσει το μυστήριο και τη μικρή ανατροπή του φιλμ. Η οικογενειακή ζωή του Τζακ φαίνεται ν’ αποτελείται από μια αρρωστημένη, καταπιεστική ρουτίνα (πολύ καλή η ερμηνεία της Κόνροϊ ως συζύγου), που αντανακλάται στο έξυπνο εύρημα των χριστιανικών ραδιοφωνικών εκπομπών που διαποτίζουν το περιβάλλον της αφήγησης, γεμίζοντάς το υποκρισία, αδιέξοδο και μισανθρωπία.
Από την άλλη, ο κύριος κορμός του φιλμ που αφορά το ερωτικό τρίγωνο, παρότι επίσης προσφέρει καλές ερμηνείες, είναι εύκολα προβλέψιμος και χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις ή μυστήριο που θα του προσέδιδαν περισσότερο ενδιαφέρον.
Η θρησκεία, ο ψυχαναγκασμός, η χειραγώγηση, η εγκληματικότητα, είναι θέματα που περιλαμβάνονται στο σενάριο, αλλά χωρίς την κατανομή και την πληρότητα που θα τα έπλεκαν σ’ ένα αποδοτικό, συναρπαστικό δράμα.

