Της Κατερίνας Μυλωνά

Η Κρήτη αποτελεί ένα καλό παράδειγμα ερευνητικής και επιστημονικής δουλειάς, τόνισε από το Ηράκλειο ο γενικός γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας, Αχιλλέας Μητσός, ο οποίος επιχείρησε να αποκωδικοποιήσει το Σχέδιο Δράσης για την Ενίσχυση της Έρευνας, της Τεχνολογικής Ανάπτυξης και της Καινοτομίας.

Το σχέδιο έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από το υπουργείο Παιδείας και χθες κλήθηκαν τα μέλη του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, όπου έγινε η εκδήλωση, του Πανεπιστημίου, του ΤΕΙ Κρήτης και του Επιμελητηρίου Ηρακλείου να καταθέσουν τις προτάσεις, τις παρατηρήσεις και τους προβληματισμούς τους για το μέλλον της έρευνας στη χώρα μας.

Ο κ. Μητσός τόνισε πως στοίχημα της ΓΓΕΤ αποτελεί να βρεθεί ένας τρόπος να επιβραβεύονται οι καλοί ερευνητές και οι υπόλοιποι να ακολουθούν το παράδειγμά τους. Υπάρχουν, όπως είπε, μονάδες αριστείας με ευρωπαϊκό και διεθνές κύρος, όπως το ΙΤΕ, όμως, στο σύνολο της, η έρευνα στην Ελλάδα υστερεί.

Το Σχέδιο Δράσης έχει στόχο να καταρτιστεί ένα νομοσχέδιο για την έρευνα που θα καλύψει τα κενά που υπάρχουν σήμερα θεσμικά αφού στη χώρα μας ισχύει ένας πεπαλαιωμένος νόμος 30 ετών και ο κ. Μητσός ανέφερε πως ο νόμος της προηγούμενης κυβέρνησης δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Η δημόσια διαβούλευση ξεκίνησε πριν από τρεις βδομάδες και το νομοσχέδιο αναμένεται να είναι έτοιμο σε δύο μήνες.

Στην τοποθέτησή του, ο κ. Μητσός τόνισε πως τα σημαντικότερα προβλήματα που απασχολούν την ερευνητική κοινότητα είναι οι πόροι, η αποτελεσματική χρήση τους και η χαμηλή αποτελεσματικότητα.

Στόχος είναι να τριπλασιαστούν οι πόροι τα επόμενα δέκα χρόνια, κάτι που θα επιτευχθεί και με ιδιωτικές επενδύσεις. Για να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται ένα κλίμα σταθερής και μακροχρόνιας πολιτικής. Ωστόσο, σήμερα η εικόνα που επικρατεί για τα δημόσια ερευνητικά κέντρα είναι νεφελώδης. Θέση της ΓΓΕΤ είναι ότι απαιτείται ένας περιφερειακός ή γεωγραφικός συντονισμός. Αναζητείται, όμως, η χρυσή τομή που δε θα επιτρέψει το κέντρο να «καπελώσει» τα ΑΕΙ ή τα ερευνητικά κέντρα αλλά να υπάρξει μια επιτυχημένη συνεργασία. Το πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός των ερευνητικών κέντρων και της κρίσιμης μάζας. Ο κ. Μητσός τόνισε πως οι συγχωνεύσεις δεν αποτελούν την πλέον ενδεδειγμένη λύση και είναι λάθος η λογική «μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο ίσον καλύτερο». Ανάμεσα στη δικτύωση, τη σύμπραξη και τη συγχώνευση, η σύμπραξη φαίνεται να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα αφού τα ίδια τα κέντρα και τα ΑΕΙ επιλέγουν πώς θα συνεργάζονται, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί και σε παράλληλους επιστημονικούς χώρους. Οι συγχωνεύσεις είναι δυνατό να φέρουν επιθυμητά αποτελέσματα, αρκεί να γίνουν μετά από πολύ προσεκτική μελέτη.

Ο ΓΓΕΤ τόνισε πως στη χώρα μας έχουμε παρωχημένες και αναξιοποίητες ερευνητικές υποδομές και απαιτείται ένας εθνικός σχεδιασμός που θα καταδείξει ποιες είναι απαραίτητες αλλά και τον τρόπο, με τον οποίο θα έχουν πρόσβαση σε αυτές όλοι οι ερευνητές της χώρας.

Ανέφερε, ακόμα, πως το θεσμικό πλαίσιο είναι παρωχημένο και υπογράμμισε το ρόλο που καλείται να παίξει η ΓΓΕΤ αλλά και το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας. Εξάλλου, η ίδια η υπουργός Παιδείας έχει δεσμευτεί πως, όσο αφορά τις προτάσεις του ΕΣΕΤ για τους νέους προέδρους των κέντρων και διευθυντές των ινστιτούτων, θα τις ακολουθεί τυφλά. Ο κ. Μητσός έκανε λόγο για έλλειψη μακροχρόνιας πολιτικής, κάτι που θα διορθωθεί με το εθνικό στρατηγικό πλαίσιο Ερευνας και Τεχνολογίας.