Ενας κατά συρροή δολοφόνος αποδεικνύεται τρομακτικότερος απ’ τον ίδιο τον Διάβολο.
Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ
THE KILLER INSIDE ME
Σκην.: Μάικλ Γουίντερμπότομ
Πρωτ.: Κέισυ Άφλεκ, Κέιτ Χάτσον, Τζέσικα Άλμπα, Σάιμον Μπέικερ, Τομ Μπάουερ, Ελίας Κοτέας, Νεντ Μπίτυ, Μπιλ Πούλμαν
Ο Βοηθός Σερίφη σε μια κωμόπολη στο Τέξας είναι ένας καλά κρυμμένος ψυχοπαθής δολοφόνος, που όμως δεν καταφέρνει να κρυφτεί απ’ όλους όπως νόμιζε.
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Τζιμ Τόμσον, γραμμένο το 1952, το φιλμ αποτελεί ακόμα μία ακόμη ενδιαφέρουσα προσθήκη στην πολύμορφη φιλμογραφία του βρετανού σκηνοθέτη Γουίντερμπότομ, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα «Jude» 1996, «Καλωσήρθατε στο Σεράγεβο» 1997, «Wonderland» 1999, «9 τραγούδια» 2004, «Ο δρόμος για το Γκουαντάναμο» 2006, «Μια γενναία καρδιά» 2007, και «Γένοβα» 2008. Έχοντας στη διάθεσή του τον εξαιρετικό Κέισυ Άφλεκ (αδερφό του Μπεν) σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες του μέχρι τώρα, κι ένα αντάξιο υποστηρικτικό καστ, ο Γουίντερμπότομ δεν ενδιαφέρεται τόσο για το μυστήριο της υπόθεσης, όσο για την ανεμπόδιστη ελευθερία που διαθέτει ο ήρωας να σκορπάει τον θάνατο.
Η ιστορία δίνεται μέσα από τη δική του οπτική, και χωρίς να εμβαθύνει σε αίτια και ψυχολογικές αναγωγές, φτιάχνει έναν τρομακτικό κακό, αποφεύγοντας κάθε υπερβολή αλλά και τη στερεοτυπία, αφού ο Άφλεκ πλάθει με υποδειγματική εσωτερικότητα έναν χαρακτήρα διαταραγμένο αλλά πανέξυπνο. Το συνταρακτικότερο αίσθημα της ταινίας είναι η δυσαναλογία ανάμεσα στη δυστυχία που προκαλεί ο ήρωας και στην απάθεια με την οποία το κάνει, που μεταδίδεται από την αδράνεια της κάμερας η οποία δεν πανικοβάλλεται καθόλου αλλά ακολουθεί την ανατριχιαστική αταραξία και φυσική βιαιότητα του Λου χρησιμοποιώντας αντιστικτικά τη μουσική για να παραπέμψει στον δαιδαλώδη νου του.
DEVIL
Σκην.: Τζον Έρικ Ντάουντλ
Πρωτ.: Κρις Μεσίνα, Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν, Τζένυ Ο Χάρα, Μπογιάνα Νοβάκοβιτς, Μποκίμ Γούντμπαϊν, Τζέφυ Άρεντ, Τζέικομπ Βάργκας
Τρεις άντρες και δύο γυναίκες, άγνωστοι μεταξύ τους, παγιδεύονται στο ασανσέρ ενός ουρανοξύστη στη Φιλαδέλφεια. Ξαφνικά αρχίζουν να πεθαίνουν βίαια ένας-ένας, και τελικά συνειδητοποιούν ότι κάποιος απ’ αυτούς είναι ο Διάβολος.
Η διευκρίνιση ότι το φιλμ βασίζεται σε μια σεναριακή ιδέα του Μ. Νάιτ Σάμαλαν, ο οποίος διατελεί επίσης παραγωγός του, θέτει περισσότερο ένα μέτρο σύγκρισης το οποίο η ταινία αποτυγχάνει να φτάσει. Η ιστορία όντως θυμίζει Σάμαλαν, καθώς συγκεντρώνει μια ετερόκλιτη ομάδα ανθρώπων και τους ενώνει μ’ ένα υπερφυσικό μυστήριο, περιλαμβάνοντας ένα βαθύτερο ανθρωπιστικό (εδώ συγκεκριμένα θρησκευτικό) δίδαγμα και μια τελική ανατροπή. Δυστυχώς όμως λείπουν τα στοιχεία που διακρίνουν τον ινδο-αμερικανό σκηνοθέτη από τους συναδέλφους του στο είδος του μεταφυσικού μυστηρίου, όπως η συγκροτημένη (σχεδόν τελετουργική) κι ευρηματική κινηματογράφηση, οι συναισθηματικά επιμελημένοι χαρακτήρες, η κλιμάκωση της αγωνίας και το μέγεθος του συναισθηματικού διακυβεύματος.
Οι χαρακτήρες είναι απλώς διεκεπραιωτικοί, και παρότι στην αρχή καταφέρνουν όλοι να φανούν εξίσου ύποπτοι, τελικά το ενδιαφέρον χάνεται ακριβώς επειδή το ίδιο το φιλμ μοιάζει να μην ενδιαφέρεται τόσο γι’ αυτούς, αφού τους σκοτώνει με συνοπτικές και επαναλαμβανόμενες διαδικασίες, ενώ όταν τελικά εμφανίζεται ο Διάβολος, η απεικόνισή του δε διαφέρει από αυτή ενός συνηθισμένου ψυχοπαθούς. Ακόμη και η σημαντικότατη υπο-πλοκή του ντετέκτιβ εκτίθεται βιαστικά, ώστε όταν έρχεται η τελική αποκάλυψη, είναι μεν έξυπνη και λειτουργική για τη ρητορική του σεναρίου, αφήνει δε την εντύπωση της αναξιοποίητης δυναμικής ανάμεσα στους χαρακτήρες, την οποία υποκαθιστά με μια εύκολη συγχώρεση.

