Του Ν. Τσαγκαράκη
Εντυπώσεις από το 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.
ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 16
Για 16η χρονιά πραγματοποιήθηκαν οι Νύχτες Πρεμιέρας, το διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ της Αθήνας που διοργανώνει το περιοδικό Σινεμά σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του δήμου Αθηναίων. Από τις 15 ως τις 26 Σεπτεμβρίου προβλήθηκαν πάνω από 100 ταινίες στα διάφορα -διαγωνιστικά και μη- τμήματα του φεστιβάλ, κι εμείς καταφέραμε να παρακολουθήσουμε κάποιες απ’ αυτές. Τα αφιερώματα στον γερμανό Ερνστ Λιούμπιτς (Ernst Lubitsch) και στον γάλλο Σεμπαστιάν Λιφσίτς (Sébastien Lifshitz), μαζί με νέες ελληνικές και ξένες παραγωγές τράβηξαν περισσότερο την προσοχή μας.
Φέτος οι Νύχτες Πρεμιέρας, σε συνεργασία με το διεθνές φεστιβάλ του Λοκάρνο και τη Γαλλική Ταινιοθήκη, οργάνωσαν ένα τιμητικό αφιέρωμα στον γερμανό σκηνοθέτη Ερνστ Λιούμπιτς. Γεννημένος το 1892 στο Βερολίνο από ρωσοεβραίους γονείς, δούλεψε στον θίασο του Μαξ Ράινχαρτ κι έπαιξε σε πολλές ταινίες πριν περάσει πίσω από την κάμερα. Το 1922 η Μαίρη Πίκφορντ τον κάλεσε στην Αμερική για να τη σκηνοθετήσει κι αυτός έμεινε για πάντα εκεί, χτίζοντας μια ένδοξη καριέρα στην ανάλαφρη κωμωδία την οποία σημάδεψε ανεξίτηλα με το περίφημο ‘άγγιγμά’ του που συνδύαζε κομψότητα, έξυπνο χιούμορ, και προχωρημένες αισθηματικές καταστάσεις. Συνεργάστηκε με μερικούς από τους μεγαλύτερους σταρ της εποχής του, όπως η Γκρέτα Γκάρμπο, η Μάρλεν Ντίντριχ, ο Γκάρι Κούπερ και ο Μορίς Σεβαλιέ, σε ταινίες που επηρέασαν και εμπλούτισαν το είδος της κομεντί. Από τις 9 ταινίες του αφιερώματος, παρακολουθήσαμε τις 5, με πρώτη το «Monte Carlo» του 1930, όπου ο Τζακ Μπιουκάναν προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά της Τζάνετ ΜακΝτόναλντ.
Οι επόμενες τρεις ταινίες διακρίνονται από μία θεματική ιδιομορφία αρκετά πρωτοποριακή για την εποχή κατά την οποία γυρίστηκαν. Οι «Ερωτικές καντρίλιες» («Design for Living») του 1933, είναι βασισμένες στο ομότιτλο θεατρικό έργο του Νόελ Κάουαρντ, και φημίζεται για το ερωτικό τρίγωνο μιας γυναίκας και δύο αντρών που παρουσιάζει και διατηρεί μέχρι το τέλος της, αψηφώντας τις κοινές αντιλήψεις της εποχής. Το «Angel» του 1937 μας χαρίζει μία από τις καλύτερες εμφανίσεις της Μάρλεν Ντίντριχ στον ρόλο μιας παντρεμένης γυναίκας η οποία ερωτεύεται ξαφνικά ένα ξένο, και διχάζεται ανάμεσα σ’ εκείνον και στον αφοσιωμένο της σύζυγο. Το «Να ζει κανείς ή να μη ζει» («To Be or Not to Be») είναι μία από τις καλύτερες σάτιρες εναντίον των Ναζί στην ιστορία του κινηματογράφου, γυρισμένη το 1942, και διαδραματίζεται στην κατεχόμενη Πολωνία. Και στις τρεις ταινίες, ο κύριος γυναικείος χαρακτήρας διχάζεται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους διαφορετικούς άντρες, διαθέτοντας την πρωτοβουλία κινήσεων και την ευχέρεια της επιλογής. Οι γυναίκες αναγκάζουν τους άντρες να συμβιβαστούν με τη ‘ρευστότητα’ των συναισθημάτων τους, με τις ταινίες είτε ν’ αποφασίζουν να τις βγάζουν απ’ το δίλημμα («Καντρίλιες»), είτε να αφήνουν ανοιχτές τις επιλογές τους μέχρι το τέλος (στις άλλες δύο) με τους άντρες να παρακολουθούν ανήμποροι.
Εκεί όπου ο άντρας παίρνει την εκδίκησή του, είναι το «Ας περιμένει ο ουρανός» («Heaven can wait») γυρισμένο σε Technicolor το 1943, όπου ο Ντον Αμίτσι φτάνει στις πόρτες της Κολάσεως ζητώντας να γίνει δεκτός με τη σιγουριά μιας ζωής γεμάτης απιστίες, αλλά αφού αφηγείται στον Διάβολο όσα έκανε, εκείνος τον καθησυχάζει και τον στέλνει στον Παράδεισο.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί η συγγένεια του ‘σύμπαντος’ του σκηνοθέτη μ’ εκείνο του Φρεντ Αστέρ. Παρότι οι δύο καλλιτέχνες δεν έτυχε να συνεργαστούν ποτέ, ίσως είναι ενδεικτικό αυτής της συνάφειας το γεγονός ότι ο Αστέρ συμπρωταγωνίστησε με τη Σιντ Σαρίς το 1957 στις «Μεταξωτές κάλτσες», ριμέικ της «Νινότσκας» του Λιούμπιτς με τη Γκρέτα Γκάρμπο στον ομώνυμο ρόλο.
Το αφιέρωμα στον 42χρονο γάλλο σκηνοθέτη Σεμπαστιάν Λιφσίτς ήταν εξίσου διαφωτιστικό, καθώς μέχρι τώρα μόνο μία ταινία του σκηνοθέτη έχει πάρει διανομή στην Ελλάδα, το «Σχεδόν όλα» («Presque rien», 2000), η μία από τις 4 μεγάλου μήκους ταινίες του σκηνοθέτη, τις οποίες παρακολουθήσαμε. Οι υπόλοιπες είναι το ντοκιμαντέρ «Το πέρασμα» («La traversee», 2001) και οι μυθοπλασίες «Άγρια πλευρά» («Wild side», 2004) και «Ταξίδι στο νότο» («Plein sud», 2009). Στο «Πέρασμα» ο σκηνοθέτης συνοδεύει έναν γάλλο φίλο του που αναζητά τον αμερικανό πατέρα του στις Η.Π.Α. Αποστασιοποιημένο και ανεπιτήδευτα τρυφερό όταν χρειάζεται, σκιαγραφεί τα συναισθήματα ενός ενήλικα που η αναζήτηση του πατέρα τον κάνει ξανά ευάλωτο σαν παιδί.
Οι μυθοπλασίες του Λιφσίτς έχουν ως κύρια θεματική τους τη σεξουαλικότητα και τους ρόλους του φύλου, με χαρακτηριστική την απουσία του πατέρα, που κάθε φορά έχει προκληθεί από μια τραυματική αιτία (δυστύχημα, αυτοκτονία, εγκατάλειψη κτλ.). Η ομορφιά στις ταινίες του σκηνοθέτη είναι ότι ανεξάρτητα από τα δύσκολα ζητήματα ταυτότητας, συντροφικότητας και ωρίμανσης που αντιμετωπίζουν οι ήρωες, η κάμερα τούς κοιτάζει πάντα με κατανόηση και συμπάθεια, χωρίς να ηθικολογεί αλλά υπογραμμίζοντας την ποικιλία της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από το αφιέρωμα στον βέλγο πρωτοποριακό σκηνοθέτη Ολιβιέ Σμολντέρ καταφέραμε να δούμε τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του, τη σουρεαλιστική «Μαύρη νύχτα» («Nuit noire», 2004) όπου ένας εντομολόγος προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το τραυματικό παρελθόν του που του στέρησε τη μικρή αδερφή του. Συναρπαστική αλλόκοτη εικονογραφία που παρασύρει μέσα σ’ έναν συνεχή συνειρμό προσωπικών και πολιτισμικών βιωμάτων, φτιάχνοντας ένα σχόλιο για την προσωπική και την ιστορική μνήμη.
Στο τμήμα Μουσική και Φιλμ είδαμε το «Benda Bilili!» των Φλοράν ντε λα Τάιγ και Ρενό Μπαρέ, ένα ντοκιμαντέρ που καταγράφει την αληθινή ιστορία άστεγων παραπληγικών από την Κινσάσα του Κονγκό, οι οποίοι κατάφεραν μέσω της αγάπης τους για την κογκολέζικη ρούμπα, το rhythm ‘n’ blues και τη reggae να κατακτήσουν παγκόσμια αποδοχή και καταξίωση. Ένα μοναδικό παράδειγμα υπέρβασης μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες ζωής.
Είδαμε επίσης τρεις καινούριες ελληνικές ταινίες. Το «Χάρισμα», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδου (συζύγου του Γιώργου Νούσια των «Κακών») είναι μια ρομαντική κομεντί στη σύγχρονη Αθήνα, που παρά τα ελαττώματά της, αναδεικνύει έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή στο πρόσωπο του Μάκη Παπαδημητρίου στο ρόλο του Χάρη, που με την ευθύτητα και το χιούμορ του κερδίζει τις εντυπώσεις. Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η τελευταία ταινία του Άγγελου Φραντζή, «Μέσα στο Δάσος», η οποία γυρίστηκε με μια ψηφιακή φωτογραφική κάμερα και αποτυπώνει ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε δυο αγόρια και μια κοπέλα. Σχεδόν χωρίς καθόλου διαλόγους, αλλά με ολοφάνερη εικαστική δεξιότητα, το φιλμ αφήνει μάλλον θετική εντύπωση παρά την κοινότοπη πλοκή του. Απογοητευτική ήταν αντιθέτως η νέα ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Τα Οπωροφόρα της Αθήνας», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου. Προσπαθεί να είναι μια ανάλαφρη κινηματογραφική ‘ξενάγηση’ στην Αθήνα, αλλά η ατημέλητη, απλοϊκή σκηνοθεσία, το επίπεδο σενάριο και το άστοχο χιούμορ τής στερούν το ενδιαφέρον.
Τέλος, η Ανέτ Μπένινγκ πρωταγωνιστεί σε δύο ταινίες που πραγματεύονται τις εναλλακτικές μορφές οικογένειας και θα κυκλοφορήσουν σύντομα στις ελληνικές αίθουσες. Για το «Τα παιδιά είναι εντάξει» («The kids are all right») της Λίζα Τσολοντένκο είχαμε γράψει από το φεστιβάλ Βερολίνου τον Φλεβάρη ότι είναι μια ισορροπημένη και αισιόδοξη απεικόνιση μιας οικογένειας με ομοφυλόφιλους γονείς, που υποδύονται η Μπένινγκ με τη Τζουλιάν Μουρ. Το «Μέχρι να σε βρω» («Mother and child») του Ροντρίγκο Γκαρσία, ασχολείται με τις διάφορες μορφές υιοθεσίας και προκρίνει εκείνες στις οποίες δεν εμπλέκεται βιολογικός γονέας του παιδιού. Εκεί η Μπένινγκ υποδύεται μια μητέρα που έπειτα από δεκαετίες κουβαλάει ακόμη την αναγκαστική παραχώρηση της κόρης της για υιοθεσία, την οποία και αναζητά.

