Του Ν. Τσαγκαράκη
Η Αντζελίνα Τζολί σε ακόμα μία περιπέτεια εύκολου εντυπωσιασμού.
SALT
Σκην.: Φίλιπ Νόις
Πρωτ.: Αντζελίνα Τζολί, Λιβ Σράιμπερ, Τσιγουετέλ Ετζοφόρ, Ντάνιελ Ολμπρίτσκι, Ώγκουστ Ντιλ
Η Έβελιν Σολτ είναι μια πράκτορας της CIA που ετοιμάζεται ν’ αποσυρθεί από το πεδίο δράσης και ν’ αναλάβει θέση γραφείου. Όμως ένας ρώσος κατάσκοπος που αυτομολεί, αποκαλύπτει ότι η Σολτ είναι στην πραγματικότητα μια ρωσίδα δολοφόνος ‘προγραμματισμένη’ να σκοτώσει τον ρώσο Πρόεδρο σε αμερικανικό έδαφος και να προκαλέσει την πυρηνική μονομαχία των δυο υπερ-δυνάμεων που με τόσες δυσκολίες αποφεύχθηκε στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Έτσι, η Σολτ βρίσκεται κυνηγημένη από την υπηρεσία της, προσπαθώντας ν’ αποδείξει την αθωότητά της.
Η ταινία δράσης είναι ένα πολύ ταιριαστό είδος και σίγουρα το πιο εμπορικά επιτυχημένο στην καριέρα της Αντζελίνα Τζολί. Ίσως είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι για μια ηθοποιό με Όσκαρ που θεωρείται μία από τις τέσσερις-πέντε πιο αναγνωρίσιμες και ερωτευμένες γυναίκες του πλανήτη, η -συνήθως προορισμένη για γυναίκες- ρομαντική κομεντί αποτελεί ένα απροσδόκητα μειοψηφικό είδος στη φιλμογραφία της. Από την άλλη, ο δυναμισμός και η έντονη σεξουαλικότητά της την καθιστούν ιδανική για το είδος της περιπέτειας, το οποίο εναλλάσσει με πιο προσωπικά σχέδια δημιουργών όπως η «Ανταλλαγή» του Κλιντ Ίστγουντ και το «Μια γενναία καρδιά» του Μάικλ Γουίντερμπότομ.
Το φιλμ είναι σκηνοθετημένο από τον αυστραλό Φίλιπ Νόις, που στη δεκαετία του ’90 συνέχισε επιτυχημένα τη σειρά ταινιών με ήρωα τον αναλυτή της CIA Τζακ Ράιαν με τον Χάρισον Φορντ στο ρόλο («Παιχνίδια ολέθρου» 1992 και «Απόλυτος κίνδυνος» 1994), το 1999 πραγματοποίησε την πρώτη του συνεργασία με τη Τζολί στον «Συλλέκτη οστών», και το 2002 έδωσε τα ενδιαφέροντα «Ο μακρύς δρόμος του γυρισμού» και «Ο ήσυχος Αμερικανός».
Επιστρέφοντας λοιπόν σ’ ένα γνώριμο είδος, εδώ σκηνοθετεί μια κατασκοπική περιπέτεια, η οποία ουσιαστικά είναι ένα συνονθύλευμα ιδεών από τις πιο τρεις πιο επιτυχημένες κατασκοπικές σειρές του κινηματογράφου: του Τζέιμς Μποντ, των «Επικίνδυνων αποστολών» και του Τζέισον Μπορν, με λίγο από «Άνθρωπο της Μαντζουρίας». Η Σολτ δηλαδή είναι μια δολοφονική ‘μηχανή’ με αλλαγμένη ταυτότητα (Μπορν), μέρος ενός σοβιετικού προγράμματος δημιουργίας δολοφόνων με αμερικανικούς στόχους («Μαντζουρία»), η οποία στην πορεία της ταινίας κρατείται αιχμάλωτη στη Βόρεια Κορέα και αποφυλακίζεται με ανταλλαγή από την κυβέρνησή της («Τζέιμς Μποντ: Πέθανε μια άλλη μέρα»), όταν χρειαστεί χρησιμοποιεί τεχνολογικά εξελιγμένη μεταμφίεση (ένα από τα χαρακτηριστικότερα ευρήματα των «Αποστολών»), δε διστάζει να ρίξει από ύψος ακόμη και το αυτοκίνητο στο οποίο επιβαίνει (Μπορν), ενώ στο τέλος παραμένει κυνηγημένη με κατεύθυνση μελλοντικές συνέχειες (Μπορν).
Γενικότερα, η ταινία υπονομεύεται από τη στερεοτυπία και την υπερβολική επιτήδευση κάποιων σκηνών (δείτε πώς στην έναρξη της ανάκρισης η υπάλληλος προφέρει φωναχτά κάθε βήμα της διαδικασίας μαγνητοφώνησης σαν να πρόκειται για πυρηνική εκτόξευση), και την αμέλεια σε κρίσιμα ζητήματα της πλοκής (-οι καταβολές της Σολτ μένουν τελικά ασαφείς, θολώνοντας την πλοκή
-η εύκολη καχυποψία των συναδέλφων της που την υποπτεύονται κατευθείαν αντί να αναρωτηθούν τη σκοπιμότητα των αποκαλύψεων του ρώσου κατασκόπου).
Βέβαια, οι παραπάνω επισημάνσεις ίσως να μην αφορούν τους θεατές που δεν παρακολουθούν με τόση σχολαστικότητα το είδος της δράσης και απλώς θέλουν να περάσουν ένα διασκεδαστικό δίωρο. Με την ικανότατη πρωταγωνίστριά της, την ασταμάτητη δράση, ένα καλό καστ, και μια διεκπεραιωτική πλοκή, το πιθανότερο είναι ότι η πλειοψηφία των θεατών θα φύγει ευχαριστημένη, αλλά η ταινία θα παραμείνει αντάξια της προηγούμενης φιλμογραφίας δράσης της Τζολί: εντυπωσιακή αλλά τετριμμένη και απλοϊκή.

