Του Γιώργου Παναγιωτάκη

Τμήμα του υπό έκδοση βιβλίου του κ. Γ. Παναγιωτάκη με τον τίτλο «20ός αιώνας. Θυσίες και αγώνες των Κρητικών πέραν της Κρήτης» (Μακεδονία-Βαλκάνια-Μικρασία-Αλβανία)

Με την ονομασία Βαλκανικοί Πόλεμοι, αναφέρονται οι δύο πολυαίμακτες αναμετρήσεις, που το θέατρό τους βρισκόταν στο βαλκανικό χώρο. Περίοδος διεξαγωγής τους ήταν η διετία 1912-13. Οι πόλεμοι αυτοί, είχαν ως αποτέλεσμα την επιστροφή των εδαφών, που κατείχαν οι Τούρκοι στη βαλκανική χερσόνησο και την ανακατανομή τους στα βαλκανικά κράτη, δηλαδή την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.



Το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών και τα εθελοντικά σώματα

Όταν κατά την ιερή στιγμή του εθνικού συναγερμού η πατρίδα διατυμπάνιζε το «Ίτε παίδες Ελλήνων νυν υπέρ πάντων αγών», η Κρήτη δεν μπορούσε να μείνει άπρακτη και ασυγκίνητη, όσο το τουφέκι βροντούσε σε κάποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας. Έτσι, στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 που κηρύχθηκε γενική επιστράτευση, ο πατριωτικός ενθουσιασμός κατέλαβε όλους τους Κρητικούς. Αυτό κέντρισε τους κατοίκους του νησιού, που ανεξάρτητα από επάγγελμα, ηλικία ή άλλες υποχρεώσεις, προσήλθαν και εντάχθηκαν στους εθελοντές αγωνιστές.

Μεταφέροντας το κλίμα της εποχής, ο Αρχανιώτης Υπολοχαγός (ΠΖ) Γεώργιος Χαιρέτης έγραφε στο ημερολόγιό του τα παρακάτω για την επιστράτευση στο Ηράκλειο. Ανάλογο βέβαια ήταν το κλίμα και σ’ ολόκληρη την Κρήτη.

“Το πρώτον δεκαήμερον του Σεπτεμβρίου επλησίαζεν ήδη εις το τέρμα του, οπότε άνεμος πολεμικός, φήμαι αόριστοι κατ’ αρχάς, ήρχισαν να συνταράσσουν τα διαμήκη άλλως τε ανήσυχα στήθη των Κρητών και να πληρώσι αυτά ενθουσιασμού.

Πανταχού εις όλα τα κέντρα ουδέν άλλον ηκούετο ει μη περί πολέμου. Αγωνιώδη τα πλήθη προσήρχοντο καθ’ εκάστην εις τα Στρατ. Γραφεία και εις τα Γραφεία του Τάγματος, ζητούντα πληροφορίας σχετικάς με τους πόθους των, διότι όλος ο Κρητικός λαός επόθει τον πόλεμον.

Έφθασε τέλος η μεγάλη μέρα της κηρύξεως της γενικής επιστρατεύσεως (17-9-1912), ημέρα ηλιόλουστος, ημέρα εορτής δι’ όλους τους Κρήτας, ημέρα αναστάσεως του δούλου κατά του δεσπότου...

Ο κόσμος φρενήρης ενθουσιών περιήρχετο καθ’ ομίλους την πόλιν. Γέροντες κύπτοντες υπό το βάρος των ετών εδάκρυζον εκ χαράς και λύπης συγχρόνως, διότι δεν ηδύναντο και αυτοί να πολεμήσουν, και απέστελλον μετ’ ευχών τα τέκνα των, όπως καταταχθώσιν υπό τας σημαίας. Άπασα η Κρήτη ηγείρετο πάνοπλος, εις όλας τας οικίας έβλεπες τους άνδρας περιποιουμένους τα όπλα των, όπλα που τόσον εδόξασαν την Κρήτην εις τας διαφόρους επαναστάσεις, όπλα που η βροντή των έμελλε να διαλαλήσει εις τα πέρατα του κόσμου την δύναμιν του εξεγειρομένου Ελληνισμού.

ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗΝ ΟΝΤΩΣ ΑΝ ΗΓΕΙΣΟ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΕΙΝΑΙ.

Τρεις ημέρας διήρκεσεν η κατάταξις ένεκα του πλήθους των επιστράτων. Από όλας τας πύλας των Ενετικών φρουρίων της πόλεως εισήρχοντο πλήθη επιστράτων με την κυανόλευκον επί κεφαλής άδοντα τον εθνικόν ύμνον και εισήρχοντο εις τα γραφεία του Τάγματος, δια να καταταχθούν”.

Αλλά και ο τότε δάσκαλος Μιχαήλ Μαρκουλάκης, που υπηρετούσε στο χωριό Ψυχρό της απομονωμένης επαρχίας Λασιθίου, σημείωνε και διέδωσε πολύτιμο πληροφοριακό υλικό, από το οποίο καταφαίνεται ο αγωνιστικός παλμός αλλά και οι ταλαιπωρίες, τα δεινά και οι κακουχίες των στρατευμένων νέων της Ελλάδας. Γράφει λοιπόν:

“Εδώ, (εννοεί στο Ψυχρό), κηρυχθέντος του Βαλκανικού πολέμου υπέβαλον παραίτησιν, περιήλθον όλα τα χωρία της επαρχίας προσκαλών τους πάντας να τρέξωμεν εις βοήθειαν να πολεμήσωμεν, να απελευθερώσωμεν τας χώρας μας, τους αδελφούς μας. Η προσπάθειά μου δεν έμεινεν άκαρπος, και την πρώτην Κυριακήν Οκτωβρίου 1912 υπεγράφη πρωτόκολλον συμμετοχής εις το Τζερμιάδων υπό 41 αλκίμων νέων και αμέσως ανεχωρήσαμεν δια τον σκοπόν μας πεζή. Εφθάσαμεν εις Ηράκλειον και ανεχωρήσαμεν νύκτωρ κρημνησθέντες από τα τείχη, διότι δεν μας επέτρεπον οι Άγγλοι να επιβιβασθώμεν από την είσοδον του λιμένος. Την επομένην αφίχθημεν εις Αθήνας, κατετάγημεν αμέσως, χιλιάδες εθελοντών και μετά από παίδευσιν και οπλισμόν ανεχωρήσαμεν δια το μέτωπον, απαρτίσαντες τον 4ον λόχον του ανεξαρτήτου τάγματος Μανουσάκι, με δύναμιν λόχου 365 άνδρας απάντων εθελοντών, πλείστων εκ Κρήτης, Κύπρου και από τα πέρατα της οικουμένης με παγγλωσίαν, εν οις και δύο βουλευταί Κρήτες, Βασίλειος Μεϊμαράκης και Μιχάλης Μανασάκης, δεκάδων διδασκάλων, διευθυντών των κρατικών υπηρεσιών και προσεκολλήθημεν εις το Σύνταγμα Ντελαγραμμάτικα. Ήλθαμεν εις Μυτιλήνην, απελευθερώσαμεν το νησί, αμέσως εφύγαμεν δια Χίον, εις 24 ώρας το ηλευθερώσαμεν με σύλληψιν χιλιάδων αιχμαλώτων και φεύγομεν εσπευσμένως δια την πολιορκίαν των Ιωαννίνων. Μετά 40 ημέρας από της αφίξεώς μας διετάχθημεν και ενηργήσαμεν την νύκτα 20-21 Φεβρουαρίου την επίθεσιν από το άκρον αριστερόν ετρέψαμεν εις άτακτον φυγήν τον εχθρόν και εφθάσαμεν εις τα Ιωάννινα πρώτοι κυριεύσαντες τα δύο φρούρια Τσούκας και Αγίου Νικολάου νύστεις επί 1 εβδομάδα. Εφάγαμεν το ψητόν της απόκρεω χωρίς ψωμί και την επομένην κατά τετράδας με τα εφ’ όπλου λόγχη τυφέκια, επεράσαμεν πρώτοι θριαμβευτικώς δια μέσου της πόλεως, ψάλλοντες ελληνικούς ύμνους έχοντες τον ήρωα Ιωάννην Βελισάριον επί κεφαλής. Τότε έφθανον οι ήρωες πολιορκηταί του Μπιζανίου να εισέλθουν. Εφύγαμεν αμέσως δια Πρέβεζαν καταφθανόμενοι από τους μεταφερόμενους 800 αιχμαλώτους Τούρκους, των 35 χιλιάδων στρατιωτών υπολειφθέντων εις Ιωάννινα. Φθάνοντες δε εις Πρέβεζαν ανεχωρήσαμεν αμέσως και μετά 8ήμερον πλουν απεβιβάσθημεν αγνώριστοι εκ των κακουχιών εις τους εκεί Κρήτας χωροφύλακας, ανεχωρήσαμεν δια Λαγκαδάν, όπου ήσαν και βουλγαρικά στρατεύματα αναμίξ. Ήρχισαν να μας γυμνάζουν με όλην την εξάρτυσιν επί δίμηνον αλλά με δίαιταν όχι πλέον απελπιστικήν ως εις την πολιορκίαν των Ιωαννίνων αλλά πλουσιωτάτην. Τότε εδέησε μετά περίοδον 7 μηνών να παρέχουν αδείας και δη εις όσους είχον βαρείας οικογ. υποχρεώσεις και ως τοιούτος έτυχον πρώτος αδείας και ήλθον εις Κρήτην. Εν τω μεταξύ απόντος μου εκηρύχθη ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος. Μετά την λήξιν της αδείας επέστρεψα εις Θεσσαλονίκην αλλά μη έχοντες όπλα να εφοδιάζουν όλους τους αδειούχους εμείναμεν 13 ημέρας, εργαζόμενοι εις εκφόρτωσιν πληγωμένων. Μετά ανεχωρήσαμεν και συναντήσαντες εις τα στενά της Κρέσνας τα Σώματά μας, επροχωρήσαμεν μέχρι των κορυφών της Ροδόπης απ’ όπου εβλέπομεν να καίεται η Άνω Τσουμαγιά από τας εμπροσθοφυλακάς μας.

Ούτως είχον τα πράγματα και ο στραγγαλισμός του αιωνίου μπαμπέση εχθρού θα ήτο άφευκτος, αν αι Κυβερνήσεις ολοκλήρου της Ευρώπης δεν διέτασσον ανακωχήν και δεν έσπευδον εις το Βουκουρέστιον, όπου συνέταξαν την επαίσχυντον Συνθήκην Ειρήνης, ήτις έδωκεν μεν εις ημάς και την σύμμαχον Σερβίαν την Μακεδονίαν αλλά μας έταξε εις τους πρόποδας της Ροδόπης και τους ηττημένους εις τας κορυφάς της, μικρόν δε δειν να μας έπαιρναν και την Ανατ. Μακεδονίαν και την Καβάλαν…”

Οι προστάτιδες βέβαια δυνάμεις προέβαλαν εμπόδια στην επιθυμία αυτή των Κρητικών, με το πρόσχημα ότι η Κρήτη δεν είχε ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν μπορούσε συνεπώς να αποστείλει δυνάμεις προς υποστήριξη και ενίσχυσή της. Έδωκε μάλιστα εντολή στις φυλακίδες (πολεμικά), που ναυλοχούσαν στην Σούδα και το Ηράκλειο, να εμποδίσουν την αναχώρηση πλοίων για τη μεταφορά των εθελοντών στον Πειραιά. Στο διάστημα αυτό και μέχρι να συμφωνήσουν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος που είχε προκύψει, εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία 1.000 Κρητικοί που με διάφορους τρόπους βρέθηκαν στον Πειραιά. Τα άτομα αυτά συγκρότησαν το «Ανεξάρτητο Τάγμα Κρητών» υπό τον Ταγματάρχη Γεώργιο Κολοκοτρώνη - εγγονό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε πολεμήσει στην Κρήτη κατά την τελευταία επανάσταση (1896-97). Γι’ αυτούς θα γράψει ο Παλαμάς:

Κι ήρθαν τα παλικάρια χίλια μύρια

ήρθαν από καλύβια και παλάτια

ήρθαν από σχολεία κι από εργαστήρια

Ο Στρατηγός Ι. Αλεξάκης μας μεταφέρει με εκφραστική πληρότητατα, ένα παράδειγμα εθελοντισμού, θάρρους και νεανικού ενθουσιασμού. Αναφέρεται λοιπόν σ’ έναν Kρητικό με το επώνυμο Κονταξάκης, ο οποίος με τέχνασμα κατατάχθηκε στο στρατό για να πολεμήσει ως εθελοντής. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του, που δεν του επέτρεπε να καταταχτεί, σοφίστηκε το εξής: “Επληροφορήθη από άλλους ότι ένας στρατεύσιμος ονόματι Βλησμάς, δεν είχε παρουσιασθεί προς κατάταξιν είς το 20ον Σύνταγμα Πεζικού, διότι ευρίσκετο είς την Αμερικήν. Παρουσιάσθη λοιπόν προς κατάταξιν ο Κονταξάκης, με το όνομα Βλησμάς και έτσι επέτυχε να γίνει δεκτός προς κατάταξιν. Το τέχνασμά του αυτό το ανέφερεν με επιστολήν κατά την άφιξίν του εις την Ελασσόνα εις τον έφεδρον Υπολοχαγόν Καλαϊτζήν, ώστε εάν τυχόν εφονεύετο να αναγγελθή ο θάνατός του εις τους γονείς του. Αυτό και συνέβη. Ο γενναίος νεαρός Κονταξάκης έπεσε μαχόμενος κατά την μάχην της Κατερίνης και ο Υπολοχαγός Καλαϊτζής ανήγγειλε τον ηρωικόν θάνατόν του εις τον πατέρα του”.

Με τους Κρήτες που κατέφθαναν στην Αθήνα οργανώθηκε το πρώτο «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών», το οποίο με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων μετονομάστηκε σε 14ο Σύνταγμα. Η Διοίκηση των εθελοντικών σωμάτων ανατέθηκε στον έμπειρο λόγω της συμμετοχής του στην τελευταία Κρητική Επανάσταση αλλά και τους Μακεδονικούς Αγώνες Αντισυνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη. Σε μια σεμνή και επιβλητική τελετή ο Πρωθυπουργός και Υπουργός των Στρατιωτικών Ελευθέριος Βενιζέλος, τους χαιρέτησε παραδίνοντας τους την Εθνική σημαία με τις ανάλογες προτροπές. Τη νύχτα της 14-15 Οκτωβρίου 1912 απέπλευσαν για την Ήπειρο και στις 16 έφτασαν στη Λευκάδα.

Στη μεγάλη εθνική προσπάθεια η αθρόα προσέλευση και συμμετοχή των εθελοντικών σωμάτων στους απελευθερωτικούς αγώνες υπήρξε πολύτιμη. Ο λαός τούς αποκαλούσε Μακεδονομάχους ή εθελοντές, που βοηθούσαν και ενίσχυαν τον τακτικό στρατό. Στην επίσημη ορολογία των κρατικών υπηρεσιών ονομάζονταν «πρόσκοποι». Οι εθελοντές αυτοί ανήκαν σε 77 κρητικά Σώματα με συνολικό αριθμό ανδρών 3.556. Τα άτομα που κατατάχθηκαν στον τακτικό στρατό ως στρατεύσιμα και συγκρότησαν το «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών» ανέρχονταν σε 3.500 χωρίς να έχουν και αυτοί υποχρέωση στράτευσης. Το σύνολο λοιπόν των Κρητικών που πήραν μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, έφτασε τους 6.556 (εθελοντές και στρατεύσιμοι). Το 10% της δύναμης του τότε ελληνικού στρατού αποτελούνταν από Κρήτες και ήταν η μεγαλύτερη αναλογία σε σύγκριση με κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Στους εθελοντές αυτούς εντάσσονται και ο «Κρητικός Ιερός Λόχος εθελοντών φοιτητών» το Δραγατσάνιον και ο «Λόχος Δασκάλων», που αποτέλεσαν γενικότερα μονάδα του Ανεξάρτητου Συντάγματος Κρητών. Σημειώνεται ότι ο πρώτος νέος του Ιερού Λόχου ήταν ο φοιτητής της Νομικής Νικόλαος Σαμαρίτης.

Ο γεωπόνος Ιωάννης Κ. Χατζιδάκης σε κατατοπιστικό σημείωμά του που κατεχωρήθη στο «Ηρώον Πολεμιστών» του 1913, ανέφερε σχετικά: “Ο κρητικός εθελοντικός λόχος απετελέσθη εκ 250 Κρητών φοιτητών και σπουδαστών, οίτινες εγκαταλείψαντες τα μαθητικά των θρανία, έσπευσαν αμέσως μετά την κήρυξιν των Βαλκανικών Πολέμων αυθορμήτως να χύσωσιν και αυτοί το αίμα των ως ιερολοχίται του 1821, υπέρ της απελευθερώσεως των υπό τον τουρκικόν ζυγόν στεναζόντων αδελφών μας.

Έλαβον μέρος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις την γιγαντομαχίαν του ηπειρωτικού αγώνα. Διεδραμάτισαν κύριον ρόλον εις την μάχην των Πεστών κυριεύσαντες και δυο πυροβόλα, πρώτοι εισελθόντες εις Πεστά. Εις όλας τας επιθέσεις κατά του Μπιζανίου, έλαβον μέρος. Η νίκη της 5ης Δεκεμβρίου 1912, ήτις έκρινε την τύχη του δεξιού μετώπου, οφείλεται εις την ιδικήν των αυτοθυσίαν.

Διότι αντιμετωπίσαντες τον εχθρόν προ των συρματοπλεγμάτων του τρομερού φρουρίου, έδωσαν καιρόν εις τα όπισθεν ημών στρατεύματα να ανασυνταχθούν και να αμυνθούν κατ’ αυτού. Η 21η Φεβρουαρίου 1913, ημέρα παραδόσεως του Μπιζανίου, εύρεν αυτούς απέναντί του και εις απόστασιν 200 μόλις μέτρων. Αλλά και το έγγραφον της παραδόσεως των Ιωαννίνων κατετέθη εις χείρας των και δι αυτών, μετεβιβάσθη εις Γενικόν Αρχηγείον… Εις τον Δεύτερον Βαλκανικόν Πόλεμον… διέτρεξαν μέγα μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης… έφθασαν νικηταί μέχρι της Ροδόπης και πέραν του Νευροκοπίου… Αι απώλειαι του Λόχου Κρητών Φοιτητών εις νεκρούς, τραυματίας και θανόντας εκ των κακουχιών του πολέμου, υπερέβησαν τους 160 εκ των 250 που απετέλουν αρχικώς το σύνολον”.

Το Μπιζάνι θεωρούνταν από τα καλύτερα οχυρά της Ευρώπης. Οι εργασίες της οχύρωσης είχαν γίνει με την επίβλεψη Γερμανών αξιωματικών και το φρούριο θεωρούνταν απόρθητο. Ήταν φυσικό λοιπόν να γίνει η κατάληψή του αφού αποτελούσε στρατηγικό στόχο, αλλά έγινε με μεγάλες ανθρώπινες θυσίες και αίμα.

Οι Τούρκοι ήταν καλά οχυρωμένοι σε άριστα προστατευόμενες θέσεις, που υποστηρίζονταν από πυροβολικό προικισμένο με σύγχρονα πυροβόλα. Οι ελληνικές δυνάμεις δεν διέθεταν ανάλογο πυροβολικό, ούτε είχαν οχυρωματικές προφυλάξεις. Ο ηρωισμός και το πύρωμα καρδιάς ήταν τα σημαντικότερα εφόδια. Ήταν αρκετά αυτά, αλλά ανεπαρκή για την προστασία τους από τις λυσσώδεις επιθέσεις των Τούρκων, κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες ενός πολέμου. Η λέξη υποχώρηση ήταν άγνωστη, αλλά η κατάληψη του φρουρίου πληρώθηκε ακριβά. Ο Ιερολοχίτης Κ. Καπιδάκης σημειώνει: “Εκ των 1.400 ανδρών του Τάγματος εις το οποίον είχε ενταχθεί ο Λόχος φοιτητών, έμειναν ζώντες 567”. Οι υπόλοιποι είχαν πέσει στο πεδίο της επικής αυτής μάχης.

Τις άνισες και σκληρές συνθήκες του πολέμου τις απέδωσε με θαυμάσιες περιγραφές ο τότε μαχόμενος φοιτητής Κ. Κωνσταντινίδης, λέγοντας μεταξύ των άλλων:

“… Ο βόμβος των σφαιρών, ο δαιμονιώδης θόρυβος των οβίδων και οι αλαλαγμοί των εφορμούντων Τούρκων απετέλουν φρικώδη συναυλίαν υπό την οποίαν εμαχόμεθα. Εδώ καταθρυμματισθείς υπό οβίδος, εκπνέει ο προ μικρού συμμαθητής σου, ενώ βαρέως τραυματισμένος αναστενάζει επιστήθιος φίλος σου, παρά πέρα δύο - τρείς προσπαθούσι να επιδέσωσι προχείρως τα αιμορροούντα τραύματα άλλων συμπολεμιστών μας. Η καρδιά ραγίζεται. Όμως με το θάρρος αμείωτον, εξακολουθούμε μαχόμενοι…”

Σε άρθρο του ο Ιταλός ανταποκριτής Μαγκρίνη θα γράψει μεταξύ των άλλων για το Μπιζάνι: …”Η θέση Μάντρα κείται ανατολικώς του Μπιζανίου και εις απόστασιν 500 – 600 μέτρων του φρουρίου… Την θέσιν τούτην κατέλαβον ο Λόχος των Κρητών Φοιτητών του Ανεξαρτήτου Κρητικού Συντάγματος υπό την ηγεσίαν του Ταγματάρχου Στ. Ρήγα, βαρέως πληγωθέντος τότε και του αυτόθι πεσόντος Υπολοχαγού Σαλταμπάση την 3ην Δεκεμβρίου δια της λόγχης, εκ δε των 1.370 του όλου τάγματος έμειναν αβλαβείς μόνο 457, οι δε λοιποί ετέθησαν εκτός μάχης. Διήρκησε δε η μάχη επί 7 συνεχή ημερονύχτια. Εν τούτοις οι ολίγοι μείναντες επολέμησαν όπου έμειναν τόσοι, όσοι δεν ήρκουν όπως έκαστος αυτών φέρει επί της ράχεως του και έναν τραυματία ή νεκρόν κατά την τελευταίαν ημέρα της επιθέσεως, ότε έμειναν άνευ αξιωματικού ή υπαξιωματικού πεσόντων και τούτων”.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους αλλά και σε κάθε άλλο πόλεμο υπάρχουν διάφορα επεισόδια τα οποία αξίζει να μνημονευθούν, γιατί αποδίδουν το ηλεκτρισμένο κλίμα του πολέμου, την τραγικότητα των στιγμών, τις ανθρώπινες ευαισθησίες αλλά και το προς την πατρίδα χρέος. Ο γνωστός λογοτέχνης Σωτήρης Σκίπης, σύγχρονος των γεγονότων, διέσωσε ένα τέτοιο περιστατικό από το οχυρό του Μπιζανίου.

Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτό ένας τουρκαλβανός φρουρός προσέγγισε φοβισμένος τον δικό μας φρουρό, με όχι εχθρικές διαθέσεις. Δεν τον απειλούσε, του ζητούσε λίγο ψωμί γιατί όπως λέει, “εμείς δεν τρώμε παρά καλαμπόκι. Επόθανα στην πείνα ο μαύρος”. Με προφυλάξεις αλλά και με τη συμφωνία να μην τον πειράξει ο δικός μας φρουρός, καταφέρνει και αποκτά μια ολόκληρη ελληνική κουραμάνα. Και συνεχίζει ο Σκίπης: Κατόπιν ο Τουρκαλβανός αποχαιρετών δια θερμής χειραψίας τον φιλόξενο Κρήτα, εθεώρησε καλόν να του υπενθυμίση την συμφωνίαν. Κοίταξε να μην μου τη σφυρίξης από την πλάτη τώρα που θα φύγω… Άιντε στο καλό και μη σε μέλλει. Αύριο στον πόλεμο τα ξαναλέμε. Και πραγματικώς την άλλην ημέραν εις μίαν ορμητικήν έφοδον του στρατού μας, το Κρητικάκι είχε καρφώσει με την ξιφολόγχην του κάποιον, ο οποίος τον εκάλει με το όνομά του και τον καθικέτευε να τον λυπηθή. Ήτο ο φιλοξενηθείς τουρκαλβανός. Βλέπεις τα αδελφέ; Σου το’ ταξα. Μα δεν θα ξεχάσω πως είμαστε φίλοι. Και σκύψας έκλεισε συγκεκινημένος τους οφθαλμούς τού εκπνεύσαντος εχθρού του”.

Το Σύνταγμα Κρητών πήρε μέρος στις μάχες στα Πέντε Πηγάδια, στην κατάληψη των Πεστών, όπου έδρασε ο Λόχος των Φοιτητών της Κρήτης. Πήρε επίσης μέρος στις επιχειρήσεις της Αετορράχης και Μανωλιάσσας και στην επική επίθεση και κατάληψη των Ιωαννίνων. Το πρωτόκολλο μάλιστα παράδοσης της πόλης δόθηκε στο Λόχο των Κρητών Φοιτητών, που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή. Με την πτώση και του Μπιζανίου το Κρητικό Σύνταγμα προήλασε μέχρι το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή και την Κορυτσά.

Με την έναρξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου το 2ο Τάγμα αναχώρησε για τη Μακεδονία και το 1ο Τάγμα παρέμεινε στην Κορυτσά, για τη φρούρηση των ελληνοαλβανικών συνόρων. Στο δεύτερο αυτό πόλεμο το Ανεξάρτητο Τάγμα Κρητών πολέμησε και διακρίθηκε στην τριήμερη μάχη του Λαχανά ως τμήμα της 6ης Μεραρχίας, όπου σκοτώθηκε και ο Διοικητής Γεώργιος Κολοκοτρώνης, στη διήμερη μάχη του Σιδηροκάστρου - Καβάλας στην περιοχή της Άνω Τζουμαγιάς.