Του Κώστα Φραγκιαδάκη*
Ένα τέτοιο περιστατικό συνέβη μια φορά κι έναν καιρό σ΄ ένα χωριό(όνομα και μη) στην όμορφη λεβεντογέννα Κρήτη μας.
Ένα συμπαθητικό γεροντάκι καμιά εξηνταριά χρονών – πάνω κάτω, κακοντυμένο με φρετζολιασμένο παντελόνι, ένα πουκάμισο που είχε να το αλλάξει από τον καιρό του Νώε, ένα χειμερινό μπουφάν που θύμιζε σκιάχτρο σε μποστάνι, ένα ζευγάρι άρβηλα που μπάζανε από παντού και ανοιχτά μπροστά σα τις σαγόνες του καρχαρία και μια τραγιάσκα που θύμιζε Σαρλότ. Το μόνο που διέφερε σ’ αυτή του την αμφίεση ήτανε η ζώνη. Λινή, φαρδιά, μακριά ώστε να τυλίγει το σώμα του τουλάχιστον τρεις φορές και να μην επιτρέπει στο παντελόνι να λασκάρει προς τα κάτω αλλά και να χρησιμοποιεί το μπροστινό μέρος της σαν τσέπη για να βάζει ό,τι του έκανε ανάγκη αλλά κυρίως για να τοποθετεί το παραδοσάκουλό του. Ήτανε κοντός, παχύς, κοντά και λεπτά πόδια και ένα κεφάλι δυσανάλογο με το σώμα. Τα μάτια μεγάλα και απολιθωμένα, ολοτζίμπλιαστα και οι μύγες επιμένανε να τα έχουνε κονάκι τους.
Ξεκινούσε το καημένο αξημέρωτα με ένα σακούλι στη πλάτη, μια λαδική στο ένα χέρι και μια στραβοκατσούνα στο άλλο, για τον αγώνα της επιβίωσης. Πόρτα - πόρτα γύριζε όλο το χωριό. Ελεήστε τον φτωχό έλεγε και ο Θεός να συγχωρέσει τα πεθαμένα σας. Ο ένας του έδινε ένα ξεροκόμματο, ο άλλος μια σταγόνα λάδι και άλλος του έλεγε καλότυχος να ‘σαι γεροντάκι, άντε στο καλό! Και κείνος συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό σαν ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ τη δύστυχη πορεία του. Έφτασε και στο τελευταίο σπίτι του χωριού. Θωρεί τη σπιτονοικοκυρά στην αυλή μπροστά σ’ ένα σωρό κρεμμύδια να τα κάνει πλεκτές. Τα ίδια λόγια το ίδιο σκηνικό: Ελεήστε το φτωχό. Μα ήντα θες μωρέ να σου δώσω; κρεμμύδια; Και πιάνει ένα από το σωρό και του το δίνει. Να! Πάρε ένα! Και κείνος ξεδιπλώνει το ζωνάρι του και το βάζει μέσα. Πού να ήξερε πως από κείνη τη στιγμή τοποθέτησε επάνω του τον θάνατο. Ο όγκος αυτός που παρουσιάζονταν και στη θέση αυτή, ήταν τρομερή πρόκληση για παραγεμισμένο παραδοσάκουλο, και μάλιστα σε ένα γεροντάκο που δε μπορούσε να προβάλει τη παραμικρή αντίσταση. Ο γεροντάκος όμως, κατά πάσα πιθανότητα άλλα είχε κατά νου. Στη πορεία για το επόμενο χωριό να καθίσει κάπου ίσως κοντά σε καμιά πηγούλα να βγάλει από το σακούλι του ένα ξεροκόμματο και δυο – τρεις ελιές, να βγάλει και τον κρόμμυδο από τη ζώνη, να τον βάλει επάνω στο γόνατό του, να του δώσει μια καλή γροθιά να τον μαρουβίσει και να γεμίσει το άδειο του στομάχι. Μα άλλα του μέλλονταν σήμερα του γεροντάκου. Στο μονοπάτι αυτό που πήγαινε για το άλλο χωριό( ένα μετοχάκι, Ρέντα το λέγανε) δύο νεαρά βοσκόπουλα στη μέση του δρόμου που βόσκουν τα πρόβατά τους σε κείνο το βουνό περιεργάζονται ένα παλιό γκρα που βαστά ο γεις τους. Είναι ο Σηφαλιός και ο Μανωλιός κοντά στα είκοσί τους χρόνια πάνω στις νεανικές τους τρέλες σα τις βίτσες και στον πήδο περνούσανε από τη μια βουνοκορφή στην άλλη. Στην ώρα πάνω να σου και το γεροντάκι λαχανιασμένο, καταϊδρωμένο, ξεμπετουργιασμένο και με το παραδοσάκουλο στο ζωνάρι πιο προκλητικό. Προχωρεί το ανηφορικό μονοπάτι, χαιρετά τα παλικάρια και συνεχίζει το δρόμο του. Μόλις όμως προχώρησε λέει ο Σηφαλιός στο Μανωλιό: Είδες μωρέ στη ζώνη του ένα παραδοσάκουλο που το ‘χει; Κι ετσά ολοστρόγγυλο που ‘ναι θα είναι γεμάτο λίρες! Κακόσυρος είναι! Ήντα λες; Να τον ξεκάνουμε; Ναι μα μισά – μισά, λέει ο Μανωλιός. Ομόφωνη απόφαση! Ποιος όμως σήκωσε το γκρα και πυροβόλησε μόνο αυτοί ξέρουν. Το γεροντάκι έμεινε στο τόπο. Τρέξανε, ανοίξανε το ζωνάρι για να πάρουνε το πλούσιο κομπόδεμα. Μα τι έκπληξη! Αυτό ήταν ένας κρόμμυδος! Τότε γυρίζει ο ένας και λέει στον άλλο: χαράμι στη μπαλωτέ! Οι κρίσεις δικές σας…
* Ο Κώστας Φραγκιαδάκης είναι συνταξιούχος δάσκαλος Αστριτσίου

