
Είναι γενικά αποδεκτό ότι ο τουρισμός είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της Κρήτης. Δεν είναι όμως αυτοτελής τομέας. Βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με την παραγωγή (προϊόντα και άλλες υπηρεσίες), με τον πολιτισμό και το περιβάλλον. Όλα αυτά αποτελούν ένα ενιαίο παραγωγικό σύμπλεγμα με καταλυτική επίδραση στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και επηρεάζονται έντονα από τη σοβούσα οικονομική, πολιτική αλλά και αξιακή κρίση
Είναι βέβαια αυτονόητο ότι, κάτω από την τρέχουσα συγκυρία, η συζήτησή μας δεν μπορεί παρά να διεξαχθεί υπό το πρίσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης αλλά και της εγχώριας δομικής κρίσης που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε και γι’ αυτό δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε σε μια τέτοια συζήτηση.
Είναι πια κοινός τόπος η διαπίστωση πως o ελληνικός τουρισμός διέρχεται μια δύσκολη περίοδο. Πρόκειται για μια σοβαρή κρίση που, για μας, έχει τρεις ξεχωριστές διαστάσεις οι οποίες, συγκυριακά, συγκλίνουν στην ίδια αρνητική κατεύθυνση: α) Αυτή καθαυτή την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, β) τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα του τουρισμού μας και γ) την αρνητική εικόνα της χώρας μας, ως συνέπεια των καταστροφικών επεισοδίων στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις της Ελλάδος και της συνεχιζόμενης παραβατικότητας.
Πολύ πριν ακόμα ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο ελληνικός τουρισμός είχε ήδη έντονα σημεία παθογένειας, με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που σταδιακά τον οδηγούσαν σε απώλεια του ανταγωνιστικού του πλεονεκτήματος από άποψη σχέσης αξίας-τιμής (value for money), συγκριτικά με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που, για το ίδιο μαζικό, παραθεριστικό (και, κατά συνέπεια, εποχικό) τουριστικό προϊόν, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και επομένως, πολύ χαμηλότερη τιμή.
Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας είναι η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας – που εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως οι στάσιμες ή μειούμενες τιμές, αλλά και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα.
Δυστυχώς, τόσο οι αναπτυγμένες παραδοσιακές χώρες προέλευσης του ελληνικού τουρισμού, όσο και οι αναδυόμενες αγορές, βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με διογκούμενη ανεργία, συρρίκνωση εισοδημάτων και πολύ υψηλό δείκτη ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων τους.
Κάτω απ’ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, κατά τη γνώμη μου, μόνη πιθανή οδός διαφυγής, είναι η προσέλκυση τουριστών υψηλότερων προδιαγραφών και εισοδημάτων που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση.
Αφού λοιπόν το παραδοσιακό και κουρασμένο πια τουριστικό προϊόν που προσφέρουμε, απώλεσε την ανταγωνιστικότητά του, είναι βασική αρχή του marketing η επανατοποθέτηση στην τουριστική αγορά με νέων και διαφοροποιημένα προϊόντων και υπηρεσιών
Επείγει, επομένως, η επανατοποθέτησή μας στη διεθνή και στην εγχώρια τουριστική αγορά, με μια πιο σύνθετη και ποιοτικά αναβαθμισμένη τουριστική προσφορά, που θα απευθύνεται σε πιο ενήμερους, πιο εκλεκτικούς, πιο απαιτητικούς και πιο εύπορους τουρίστες και μάλιστα για 12 μήνες το χρόνο.
Αυτό προϋποθέτει τη σταδιακή αλλά σύντομη, κατά το δυνατόν, μετάβαση από τον μαζικό, παραθεριστικό τουρισμό της παραλίας, (ο οποίος πάντως θα συνεχίσει να είναι ένα από τα βασικά μας προϊόντα), στον θεματικό – εναλλακτικό τουρισμό. Οι ειδικές μορφές τουρισμού, ιδιαίτερα οι ήπιες μορφές μπορούν να συμβάλλουν, σε μεγάλο βαθμό, στη σύνθεση και προσφορά μιας συνολικής εμπειρίας στον φιλοξενούμενο επισκέπτη. Πρέπει όμως να πάψουμε απλά να απαριθμούμε τις διάφορες εναλλακτικές μορφές τουρισμού και να τους προσδώσουμε συγκεκριμένο και ουσιαστικό περιεχόμενο καθώς τις εντάσσουμε σε ολοκληρωμένα προγράμματα.
Για τον σκοπό αυτό, η Κρήτη και, βεβαίως ο Μυλοπόταμος διαθέτει μοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που δεν μας οδηγούν πουθενά αν δεν αποφασίσουμε να δουλέψουμε συστηματικά για να τα μετατρέψουμε σε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Για τον σκοπό αυτό, ο Μυλοπόταμος και η Κρήτη ολόκληρη διαθέτει πλούσιους τουριστικούς πόρους: Φυσικό περιβάλλον, πολιτιστικό απόθεμα, πλούσια παραγωγή τοπικών προϊόντων, το κρητικό διατροφικό πρότυπο, ποιοτικές μονάδες φιλοξενίας και καλές υπηρεσίες από ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών.
Παράλληλα, η τουριστική και η εν γένει οικονομική ανάπτυξη της Κρήτης, πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αειφορίας και της «πράσινης οικονομίας» με μέτρα προστασίας του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος, με έμφαση στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας (αιολική ενέργεια, φωτοβολταϊκά, γεωθερμία, κ.λπ).
Για να εξηγούμαστε, η πράσινη ανάπτυξη δεν είναι ένα σύνθημα της μόδας για εκμετάλλευση από πολιτικούς. Είναι μια νέου είδους πρωτοποριακή ανάπτυξη όπου το περιβάλλον, η ποιότητα και ο σεβασμός στον άνθρωπο δεν είναι απλά μια παράμετρος ή μια ακόμα τομεακή πολιτική αλλά ο κύριος άξονας και η βάση ενός ολοκληρωμένου εναλλακτικού αναπτυξιακού σχεδίου της χώρας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι η τουριστική ανάπτυξη και η προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αλλά και της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής, αποτελούν στόχους που όχι μόνο δεν αποκλείονται αμοιβαίως αλλά αντιθέτως, δρουν συμπληρωματικά και αλληλοενισχύονται.
Στην πράξη, ο πολιτισμός μας, οι ανθρώπινες αξίες, ο τρόπος ζωής του λαού μας, το περιβάλλον και η προστατευμένη φύση, αποτελούν τους βασικούς πόρους πάνω στους οποίους στηρίζεται ο τουρισμός για τη μακροπρόθεσμη οικονομική του ανάπτυξη.
Αυτή η αντίληψη, καθιστά αναγκαία, τόσο την ύπαρξη και καλλιέργεια μιας περιβαλλοντικής ευαισθησίας η οποία θα διατρέχει τις πολιτικές του τουρισμού, όσο και τις παράλληλες ενέργειες αξιοποίησης των πολιτιστικών και φυσικών πόρων μας προς όφελος του τουρισμού που είναι οι ακόλουθοι:
•Το φυσικό περιβάλλον: Πόροι υψηλής ποιότητας και αξίας είναι τα φαράγγια, τα σπήλαια, οι ορεινοί όγκοι, οι μοναδικές παραλίες, η χλωρίδα και πανίδα.
•Το πολιτιστικό απόθεμα αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα της Κρήτης και συνίσταται σε αρχαιολογικούς χώρους, μοναστήρια, μουσεία, ιστορία, λαογραφία και τοπική παράδοση.
• Η καθημερινή ζωή των κατοίκων του Μυλοποτάμου, ιδιαίτερα των ορεινών περιοχών, η αρχοντική τους απλότητα, η αυθόρμητη προσήνειά τους, η γνήσια φιλοξενία, το χαμόγελο και η ζεστασιά που εκπέμπουν, μπορούν να αποτελέσουν έναν ακαταμάχητο πόλο έλξης. Υπάρχουν κι αλλού φυσικές ομορφιές, ωραίες παραλίες και πολιτιστικά μνημεία. Οι ξένοι όμως έρχονται κυρίως για να γνωρίσουν, να μοιραστούν, να βιώσουν τον δικό μας τρόπο ζωής.
•Τα τοπικά προϊόντα υψηλής ποιότητας που συνάδουν με το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για την ποιότητα των τροφίμων και την τοπική γαστρονομία είναι ένα αξιόλογο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
•Το κρητικό διατροφικό πρότυπο που απολαμβάνει παγκόσμιας αναγνώρισης, είναι ένας πολύτιμος τουριστικός πόρος που, δυστυχώς, παραμένει σχετικά ανεκμετάλλευτος. Είναι γνωστό ότι μεταξύ των εναλλακτικών μορφών τουρισμού, κορυφαίο ρόλο έχει ο γαστρονομικός τουρισμός.
Πράγματι, η γεύση αποτελεί πολύτιμο στοιχείο του πολιτισμού μιας χώρας ή μιας περιοχής. Ιδιαίτερα, η παραδοσιακή κουζίνα, και η οινική παράδοση, ως μείζον συνθετικό της τουριστικής προσφοράς, μπορεί να είναι σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και μπορεί να συμβάλλει στην απορρόφηση και προβολή των προϊόντων της κρητικής παραγωγής. Στα προϊόντα αυτά περιλαμβάνονται:
Tα προϊόντα ελιάς (ελαιόλαδο, ελιές, πολτός ελιάς, κ.λπ.), κρητικές ποικιλίες κρασιών και τσικουδιά, φρούτα και λαχανικά, γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα (ποικιλίες τυριών, ανθόγαλο, γιαούρτι, κ.λπ.), παξιμάδια, και άλλα αρτοσκευάσματα (καλιτσούνια, μυζηθρόπιτες, χορτόπιτες, μουστοκούλουρα κ.λπ), μέλι, αρωματικά φυτά, κ.ο.κ.)
«Από την Έμπαρο κρασί κι από τη Βιάννο λάδι κι από το Μυλοπόταμο ελιές κα παξιμάδι», μας λέει η παλιά μαντινάδα
Σ’ αυτή την προσπάθεια, ο πολιτισμός της γεύσης και του οίνου, μαζί με τις άλλες εναλλακτικές μορφές τουρισμού, μπορεί να έχει πρωταρχικό ρόλο. Το κρητικό διατροφικό πρότυπο, η κρητική κουζίνα, σε αρμονική σύνδεση με τον κρητικό αμπελώνα, αποτελούν πολύτιμους αν και παραμελημένους τουριστικούς πόρους.
Ας μην ξεχάσουμε τη ρακή μας. Στο υποσυνείδητό μας και στις καθημερινές μας συνήθειες, η τσικουδιά είναι το κυρίαρχο πιοτό στο κέρασμα στο σπίτι, στο καφενείο, στην παρέα, στη ρακοβεγγέρα, στο γλέντι ή ως ορεκτικό πριν το φαγητό και… χωνευτικό μετά.
Δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα ποτό και κανένα έδεσμα που να συμβολίζει καλύτερα τον τρόπο ζωής των Κρητικών και να παίζει πιο κεντρικό ρόλο στις παρέες, στην παράδοση και στην κοινωνική μας ζωή, όσο η τσικουδιά. Και όμως είναι εντελώς παραμελημένο για τυποποίηση και εξαγωγή.
Η Ελληνική Ακαδημία Γεύσης (με το Δίκτυο Πιστοποιημένων Εστιατορίων Κρητικής διατροφής) και το Δίκτυο Οινοποιών Κρήτης (με τους Δρόμους του Κρασιού) που συνεργάζονται στενά για τη διατήρηση, ανάδειξη και προβολή της διατροφικής και οινικής μας παράδοσης μπορούν να βοηθήσουν.
Οι ξενοδόχοι, οι εστιάτορες και οι άλλοι τουριστικοί επιχειρηματίες που θα ζητήσουν και θα εκμεταλλευτούν τη βοήθειά τους, αναμφίβολα θα αντλήσουν σημαντικά οφέλη. Πράγματι, ο οινικός τουρισμός μπορεί να δώσει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην Κρήτη.
Υπάρχει ευτυχώς, επίσης, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Εναλλακτικού Τουρισμού Κρήτης, δηλαδή αγρο- και προφανώς κτηνοτροφικού τουρισμού, ο πυρήνας του οποίου βρίσκεται στον Μυλοπόταμο με βασικά ιδρυτικά στελέχη Μυλοποταμίτες και πρόεδρο Μυλοποταμίτη. Ανάμεσα στα μέλη του, υπάρχουν αξιόλογα αγροτουριστικά συγκροτήματα υψηλών προδιαγραφών που προσφέρουν παράδοση, άνετη διαμονή και εξαιρετική γνήσια παραδοσιακή κρητική κουζίνα.
Ο Σύνδεσμος αυτός έχει ήδη δημιουργήσει το δικό του δίκτυο και μέσα από την οριζόντια συνεργασία, προσφέρει προγράμματα εμπειριών για την ευχάριστη και επιμορφωτική απασχόληση του ελεύθερου χρόνου των επισκεπτών.
Προσφέρονται ήδη φυσιολατρικές εκδρομές στους ορεινούς όγκους, στα μιτάτα, μάζεμα ελιών, επιδείξεις τυροκομικής με τη συμμετοχή των τουριστών που καταναλώνουν τη μαλάκα και τη μυζήθρα που παράγουν επί τόπου, μαθήματα κρητικής μαγειρικής, συμμετοχή σε καζανέματα κ.α. Όλα αυτά όμως είναι σε μικρή κλίμακα και δεν αντιπροσωπεύουν σημαντικούς αριθμούς και έσοδα.
Δεν φαίνεται πάντως, να επιτελούμε σημαντική πρόοδο στη σύνδεση των προϊόντων του Μυλοποτάμου με την παγκόσμια αποδοχή που έχει το κρητικό διατροφικό πρότυπο.
Για να είμαστε ακριβείς, στην Κρήτη της παλιάς εποχής, δεν υπήρξε κάποιος επιστημονικός εγκέφαλος που σχεδίασε τη σωστή κρητική διατροφή. Αυτή ξεπήδησε αυτόματα από τις κλιματολογικές συνθήκες, από τις συνθήκες και τον τρόπο παραγωγής και την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Κρήτης σε συνδυασμό, βέβαια, με την καθημερινή και συνεχή άσκηση που επέβαλλε η ανάγκη να περπατούν για να καλλιεργούν τα χωράφια τους οι αγρότες και να φροντίζουν τα αιγοπρόβατά τους οι κτηνοτρόφοι.
Αναφέρομαι στην κρητική διατροφή που υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του ’70 και έτυχε παγκόσμιας επιστημονικής τεκμηρίωσης και αναγνώρισης. Όχι όπως έχει εξελιχθεί στη σύγχρονη κοινωνία της τεχνητής ευμάρειας με την υπερκατανάλωση ζωικών (κορεσμένων) λιπών καθώς και σπορελαίων (πολυακόρεστων λιπών) που περιέχονται σε εισαγόμενων παρασκευασμένα προϊόντα τα οποία απειλούν πλέον σοβαρά την υγεία μας και την υγεία των παιδιών μας.
Σε ό,τι αφορά την αξιοποίησή της γνήσιας εκδοχής της κρητικής διατροφής για την προβολή και διάθεση των πολύ καλών προϊόντων που παράγουμε, δυστυχώς, η αγορά είναι αμείλικτη. Οι ανταγωνιστές μας τρέχουν στους δυνητικούς μας πελάτες με δυναμικά προγράμματα μάρκετινγκ όταν εμείς αδρανούμε.
Μπορούμε να ανακτήσουμε τη χαμένη ανταγωνιστικότητά μας παράγοντας και προσφέροντας στις διεθνείς αγορές εξειδικευμένα προϊόντα και υπηρεσίες σε τομείς που πλεονεκτούμε συγκριτικά, εγκαταλείποντας τη λογική να εξαντλούμε το μέγιστο μέρος των προσπαθειών μας στη διεκδίκηση των επιδοτήσεων για προϊόντα στα οποία δεν είμαστε ανταγωνιστικοί και για τα οποία δεν υπάρχει ζήτηση. Κάποιοι κάνουν κάτι ακόμα χειρότερο επιδιδόμενοι στις αδιέξοδες έως καταστροφικές εξωτικές καλλιέργειες.
Παράγουμε πράγματι, ποιοτικά προϊόντα, όπως για παράδειγμα το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που αντί να βγούμε στο εξωτερικό δυναμικά για να το προβάλουμε και να το πουλήσουμε με υψηλή προστιθέμενη αξία, περιμένουμε να έρθουν και να μας το ζητήσουν και όταν κάποιοι παίρνουν αξιέπαινες πρωτοβουλίες και πηγαίνουν πόρτα-πόρτα για να βρουν πελάτες στο εξωτερικό, κάποιοι άλλοι, ασυνείδητοι, το νοθεύουν και μας εξευτελίζουν. Ο ποιοτικός εναλλακτικός και θεματικός τουρισμός, με κορυφαία μορφή του τον αγροκτηνοτροφικό τουρισμό μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την ανάπτυξη των άλλων τομέων της οικονομίας στην ενδοχώρα του Μυλοποτάμου αλλά και ολόκληρης της Κρήτης.
Με δεδομένη την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό των αγροτικών κλήρων και το πολύ μικρό μέγεθος των μεταποιητικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων προσφοράς υπηρεσιών (τουρισμός, ηλεκτρονική τεχνολογία, κ.λπ.) που δεν προσφέρουν οικονομίες κλίμακας, οι επιλογές μας είναι προφανείς: Εξειδίκευση και συνεργασίες σε δίκτυα ομοειδών επιχειρήσεων.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα σε
•Παραγωγή και τυποποίηση ποιοτικών και επώνυμων προϊόντων (ονομασία προελεύσεως, γεωγραφική ένδειξη, βιολογικά προϊόντα, κ.λπ.). Βρίσκω ακατανόητο το γεγονός ότι ενώ παράγουμε εξαιρετικά γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα δεν έχουμε δημιουργήσει όνομα ”brand”, όπως έχουν κάνει οι Ιταλοί, οι Γάλλοι κ.ά.. Ακόμα χειρότερο, εισάγουμε και καταναλώνουμε «τυριά» από την κεντρική Ευρώπη που κυριαρχούνται από καζεΐνη.
•Τοπικές συνεργασίες μεταξύ τουριστικών επιχειρηματιών, παραγωγών και τυποποιητών σε συνεργατικά σχήματα cluster συνειδητοποιώντας την αλήθεια πως ο διπλανός μας δεν είναι ανταγωνιστής αλλά συνεργάτης και σύμμαχος.
•Εξωστρεφές και δυναμικό διεθνές marketing με ευαισθησία και συνέπεια στον πελάτη. Δεν αρκεί να παράγουμε καλά προϊόντα. Ο ανταγωνισμός είναι σκληρός. Επαναλαμβάνω. Δεν θα έρθουν να μας τα ζητήσουν. Οφείλουμε να πάμε στους πελάτες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αξιοποιώντας τις σύγχρονες αρχές του marketing και των πωλήσεων.
Οφείλουμε επίσης να αξιοποιήσουμε το πολιτιστικό μας υπόβαθρο, επενδύοντας τα προϊόντα μας με τον μύθο που τα περιβάλλει, τη λαογραφία, το ελληνικό διατροφικό πρότυπο και τις τοπικές μας κουζίνες. Σ’ αυτό τον τομέα, οι γείτονές μας Ιταλοί «μάς έχουν φορέσει τα γυαλιά»
Τέλος, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών της ενδοχώρας του Μυλοποτάμου και όλης της Κρήτης είναι μονόδρομος στρωμένος με ποιότητα.
Δεν είμαι απαισιόδοξος για το μεσοπρόθεσμο μέλλον. Είμαστε καλοί στα δύσκολα. Αν κινηθούμε προς τη σωστή κατεύθυνση, μπορούμε να αισιοδοξούμε ότι όχι μόνο θα εξέλθουμε από την κρίση, τουλάχιστον καθόσον αφορά στον τουρισμό που, από τη φύση του διαθέτει μεγάλες αντοχές, αλλά και θα έχουμε δυναμική ανάπτυξη προς όφελος και της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής της μεταποίησης και των άλλων υπηρεσιών.
Ας δούμε λοιπόν, όλοι μαζί, πολιτικός κόσμος, Κυβέρνηση, Τοπική Αυτοδιοίκηση, άνθρωποι του τουρισμού, παραγωγοί, επιχειρηματικός κόσμος γενικότερα και πολίτες, άνδρες και γυναίκες, αυτή την κρίση, σαν την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τις αστείρευτες δυνάμεις που διαθέτουμε (το έχουμε ξανακάνει) για να βγούμε από την κρίση εξασφαλίζοντας τη μακροχρόνια ευημερία μας, την αξιοπρέπειά μας ως λαός, αλλά προ παντός, ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας.
* O Nίκος Σκουλάς είναι τ. υπουργός τουρισμού. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του
πρ. υπουργού στο 25ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Μυλοποταμιτών Μονή Χαλέπας,
21 Αυγούστου 2010

