Του Αλ. Α. Ανδρικάκη, [email protected]

Η συμμετοχή στην πολιτική σημαίνει προσφορά κι όχι επαγγελματικές και προσωπικές ωφέλειες

Με αφορμή τις τοπικές εκλογές, ας ξαναδούμε την πολιτική κι ας πετάξομε απ’ το τοπίο εκείνους που συμμετέχουν στα δημόσια για να κερδίσουν. Τα παραδείγματα είναι πολλά μέσα στο σπίτι μας…

«Ως πολίτης που φιλοδοξεί να δρα ως μέλος μιας κοινότητας, κι όχι μόνο για τα ίδια συμφέροντα, στις 7 Νοέμβρη θα ψηφίσω εκείνους που:

-Συμμετέχουν στη διαδικασία να ξαναχτίσομε ένα νέο τόπο προσφέροντας τον εαυτό τους στην προσπάθεια αυτή. Κι όχι για να τους προσφέρει ο τόπος και να κερδίσουν.

-Έχουν καθαρά χέρια, δεν διαπλέκονται, δεν κέρδισαν από την προηγούμενη συμμετοχή τους. Κι αυτό θα αποδειχτεί με τη δημοσιοποίηση και τον έλεγχο των οικονομικών και περιουσιακών τους στοιχείων, διαχρονικά και για όλους τους συγγενείς πρώτου βαθμού.

-Δεν είναι «φυτευτοί» από κάποιο κόμμα, δεν είναι παιδιά του «κομματικού σωλήνα».

-Δεν είναι εκπρόσωποι διαφόρων επιχειρηματικών ή άλλων συμφερόντων.

-Έχουν ήδη επαγγελματική καταξίωση και δεν την αποζητούν από τη διαδικασία της πολιτικής.

-Έχουν αποδείξει την κοινωνική τους αλληλεγγύη με την προηγούμενη δραστηριότητά τους, ώστε να είμαι σίγουρος ότι έχουν τουλάχιστο μια διασφάλιση πως δεν θα λειτουργήσουν για τον εαυτό τους.

-Θα ψηφίσω αυτόν που δεν χρησιμοποιεί τον επιχειρηματία ή το τραπεζικό στέλεχος για να εξασφαλίσει με εκβιασμούς την ψήφο μου.

-Δεν θα ψηφίσω εκείνους που θεωρούν ότι όλοι εμείς οι υπόλοιποι τους χρωστάμε και πρέπει να τους έχομε διαρκώς εξασφαλισμένη δημόσια θέση και μισθό από το δημόσιο ταμείο. Εκείνους, δηλαδή, τους αναντικατάστατους…»



Σε 80, περίπου, ημέρες θα κληθούμε στις κάλπες για την ανάδειξη των τοπικών αρχόντων, σε μια ιδιαίτερη, κι ίσως την πιο κρίσιμη, εκλογή. Η ιδιαιτερότητα και η κρισιμότητα αυτή δε σχετίζονται με τα κομματικά οφέλη ή τους συνήθεις χαρακτηρισμούς του βαθμού δυσκολίας που αποδίδουν τα κομματικά επιτελεία προκειμένου να απευθυνθούν και να περιχαρακώσουν το οπαδικό τους ακροατήριο. Είναι, στ’ αλήθεια ιδιαίτερες και κρίσιμες εκλογές καθώς είναι οι πρώτες που θα διεξαχθούν μέσα σ’ ένα εθνικό και διεθνές περιβάλλον δύσκολο, επώδυνο για τον μέσο Έλληνα, όχι μόνο εξαιτίας της ανάγκης οικονομικής σωτηρίας της χώρας, αλλά, κυρίως, επειδή είναι ανάγκη – για εμάς και τα παιδιά μας, κι όχι για τους ξένους επιτηρητές, τον κάθε «Δον Φούφουτο»- να ξεκινήσομε τις κοινωνικές ανατροπές. Πρώτα απ’ τον εαυτό μας, μέχρι να φτάσομε στη συγκροτημένη κοινότητα στην οποία ο καθένας από εμάς αποτελεί μέλος όχι μόνο με δικαιώματα, όπως μέχρι τώρα θεωρούσαμε, αλλά με σοβαρές ευθύνες.

Φυσικά η νέα μορφή της αυτοδιοίκησης, περιφερειακής και τοπικής, δίνει έναν επιπλέον ιδιαίτερα κρίσιμο τόνο στις εκλογές του Νοεμβρίου. Τώρα θα κληθούμε να εκλέξομε περιφερειακούς και τοπικούς κυβερνήτες. Εκείνους που θα έχουν την ευθύνη έναντι του κοινωνικού συνόλου και του αύριο του τόπου, κι όχι έναντι του ψηφοφόρου, κουμπάρου ή μη, με τον οποίο ο τοπικός άρχοντας έχει τη δέσμευση της εξυπηρέτησης, την αλληλο-ομηρεία του ρουσφετιού, νομιμοφανούς ή παράνομου, όπως γίνεται μέχρι τώρα.

Οι εκλογές αυτές μπορεί να γίνουν η αρχή να αλλάξομε τα πάντα σ’ αυτόν τόπο, πριν απ’ όλα στο κοινωνικό επίπεδο, και κατ’ επέκταση στο πολιτικό. Η Ελλάδα έφτασε στο σημερινό επίπεδο κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού ευτελισμού καθώς δεν εφαρμόστηκαν απ’ όλους τα αυτονόητα. Όταν ο πρωθυπουργός μίλησε από το συνέδριο των Κρητών στους Έλληνες για την «επανάσταση του αυτονόητου», κάποιοι δεν το πήραμε πολύ στα σοβαρά αυτό. Όμως υπάρχουν πολλές μεγάλες αλήθειες στην πρωθυπουργική φράση.

Ας προσπαθήσομε να θέσομε το θέμα όχι σε θεωρητική βάση, αλλά σε σχέση μ’ αυτό που έχομε μπροστά μας. Ας προσπαθήσομε, με αφορμή τις τοπικές εκλογές, να ξαναδούμε την έννοια της πολιτικής και της συμμετοχής σ’ αυτήν, είτε από την πλευρά αυτών που τίθενται στην κρίση των πολιτών, των πολιτευόμενων, δηλαδή, είτε από την πλευρά εκείνων που κρίνουν, των πολιτών, κι όχι απλώς των ψηφοφόρων.



Τα αυτονόητα



Υπάρχουν, λοιπόν, μερικά αυτονόητα για κάποιον που εκδηλώνει την πρόθεση και το ενδιαφέρον να συμμετάσχει στη δημόσια ζωή, με ρόλο ευθύνης. Καταρχήν υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο στοιχείο που θα πρέπει να έχει ο ενδιαφερόμενος, το οποίο αποτελεί «πολιτικό αξίωμα», όπως θα έλεγαν οι μαθηματικοί. Εκείνος που θα επιδιώξει την κρίση των συμπολιτών του θα πρέπει να έχει αποφασίσει ότι μπαίνει στη διαδικασία αυτή για να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, στην κοινότητα, κι όχι για να εισπράξει απ’ αυτή τη συμμετοχή, όχι για να του προσφέρει η κοινότητα. Τι άλλο παρά παραβίαση τους αξιώματος αυτού είναι η σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα; Σήμερα θεωρείται εξαιρετικό προσόν κάποιου – άρα εξαίρεση στον εφαρμοζόμενο κανόνα - όταν πράγματι μπορεί να προσφέρει κι όχι να επωφελείται! Η συζήτηση περί της πολιτικής και των πολιτικών σήμερα, η αμφισβήτηση της εντιμότητάς τους, αυτό δεν αποδεικνύει; Οι Έλληνες θεωρούν ότι οι πολιτικοί και οι πολιτευόμενοι κοιτάζουν μόνο την «πάρτη» τους. Ακόμη κι αν αυτή η άποψη έχει πολλά στοιχεία υπερβολής, ισοπέδωσης, λαϊκισμού, ακόμη κι αν αδικεί, έχει κάπου την αφορμή της. Την πολιτική την απαξίωσαν οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ή, καλύτερα, την πολιτική την απαξίωσαν πολιτικοί που φρόντισαν να κερδίσουν απ’ τη συμμετοχή τους κι όχι να κερδίσει ο τόπος. Να επωφεληθούν κι όχι να ωφελήσουν. Όχι όλοι οι πολιτικοί, όχι το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Όμως εκείνοι που το έκαναν και, δυστυχώς, παρά τη συζήτηση που γίνεται εδώ και μήνες στην Ελλάδα, συνεχίζουν να το κάνουν, έδωσαν «ταυτότητα απαξίωσης» στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Φυσικά, όπως έχομε υποστηρίξει και άλλη φορά, ο ψηφοφόρος – που εδώ δεν ταυτίζεται φυσικά με την έννοια του πολίτη, αλλά του καιροσκόπου- δεν είναι άμοιρος της ευθύνης για την κατάσταση. Είτε συμμετείχε, είτε ανέχτηκε, στη μεγάλη του πλειοψηφία.

Είναι, κατά συνέπεια αυτονόητο ότι εκείνοι που θα διεκδικήσουν την ψήφο μας τον Νοέμβριο θα πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν την πρόθεση να προσφέρουν κι όχι να κερδίσουν, και μάλιστα στο οικονομικό πεδίο.



Να αποδείξουν

τα «καθαρά χέρια»



Είναι, όμως, αυτονόητο ότι εκείνος που θα τεθεί υπό την κρίση μας θα πρέπει να έχει αποδείξει πρώτα ότι έχει καθαρά χέρια. Πριν καν τον κρίνομε για την πολιτική του επάρκεια. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής σήμερα. Ας μείνομε λίγο σ’ αυτό. Οι φιλοδοξούντες να κυβερνήσουν τις τοπικές κοινωνίες, είτε δοκιμασμένοι από το παρελθόν, είτε νέοι στον πολιτικό στίβο, θα πρέπει να είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν λερώσει τα χέρια τους. Και λερωμένα χέρια δεν έχει μόνο κάποιος που άγγιξε το ταμείο, αλλά κι εκείνος που αξιοποίησε τη θέση του για να κερδίσει. Το ίδιο λερωμένα είναι τα χέρια και του κλέφτη και του διαπλεκόμενου… Ποια η διαφορά κάποιου που έκλεψε το ταμείο της επιχείρησής ή του δήμου του, από εκείνον που εκμεταλλεύτηκε τη θέση την οποία οι συμπολίτες του τού εμπιστεύτηκαν και κατάφερε να μεγαλώσει τις επιχειρήσεις του, να πολλαπλασιάσει τα έσοδα του, όχι απλά (και…«αθώα»…) επειδή έγινε περισσότερο γνωστός και άρα διαφημίστηκε μέσω της δημόσιας θέσης του. Αλλά επειδή, ακριβώς λόγω της δημόσιας θέσης του, κατάφερε να διαμορφώσει καλύτερους όρους για την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αν, ας πούμε, ένας δήμαρχος ή ένας αντιδήμαρχος, ή άλλος δημοτικός παράγοντας, μπορούσε, εξαιτίας της θέσης του, να αναλαμβάνει περισσότερες δουλειές, να χτίζει σπίτια ως εργολάβος, να αναλαμβάνει την ανέγερση πολυκατοικιών και ξενοδοχείων, επειδή στις επαγγελματικές του προϋποθέσεις υπήρχε επιπλέον και η δυνατότητα να υπόσχεται (και να το πράττει) ότι ως δημόσιος λειτουργός είχε τη δυνατότητα να διαμορφώσει αμέσως και τους δημόσιους χώρους. Αν, ας πούμε, μπορούσε να εξασφαλίσει σε ιδιοκτήτες υπό απαλλοτρίωση ακινήτων την εξαίρεσή τους και τη δυνατότητα να χτίσουν, εφόσον ο ίδιος αναλάμβανε την εργασία. Αν, ας πούμε και πάλι, μπορούσε ο νοικάρης του ή ο ίδιος, λόγω της δημόσιας θέσης του, να καταλάβει αυθαίρετα – να καταπατά, δηλαδή- δημόσιες εκτάσεις σε γειτονικό του δήμο για να αναπτύσσει τις επιχειρηματικές (τουριστικές) του δραστηριότητες απολαμβάνοντας τη συναδελφική ασυλία του εκεί συναδέλφου του ή το «σεβασμό» των άλλων αρχών, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του… Και με βάση όλο αυτό να διεκδικεί την πολιτική ανέλιξή του, ως επιβράβευση (!) των πολύτιμων υπηρεσιών του, έχοντας τη στήριξη και τη συμμαχία λογής – λογής ετερόκλητων παραγόντων, από τραπεζικά και επιχειρηματικά στελέχη, που προσδοκούσαν σε δικές τους ωφέλειες, μέχρι ανθρώπους του κοινού ποινικού κώδικα, που θα ήλπιζαν στη διασφάλιση της δικής τους ασυλίας;

Πώς θα το βλέπατε όλο αυτό; Μόνο ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας, βγαλμένο μόνο μέσα από έναν νοσηρό εγκέφαλο; Μην κουράζεστε. Δεν είναι στο επίπεδο της φαντασίας. Μην αναζητάτε έναν Χίτσκοκ πίσω απ’ όλο αυτό. Συμβαίνουν και στα καλύτερα σπίτια. Και ο δικός μας τόπος θεωρείται το καλό σπίτι για πολλούς…

Η πολιτική αμφισβητείται. Αμφισβητείται η εντιμότητα των πολιτικών. Αυτή που θα έπρεπε να είναι το πρώτο απαραίτητο εφόδιο ενασχόλησης με τις δημόσιες υποθέσεις και το δημόσιο συμφέρον. Σ’ αυτή τη φάση, για να αποκλειστούν τέτοια φαινόμενα που περιγράψαμε προηγουμένως, για να αποτραπούν φαινόμενα στα οποία ακούμε καθημερινά ότι πρωταγωνιστούν παράγοντες της πολιτικής ζωής, τα κόμματα και οι ίδιοι υποψήφιοι τολμούν να πάρουν μερικές αυτονόητες πρωτοβουλίες; Όχι μόνο να επιβληθεί ο δημόσιος έλεγχος των οικονομικών όλων εκείνων που έχουν ή επιδιώκουν δημόσιο ρόλο. Όχι μόνο να μάθομε τη φορολογική τους δήλωση. Αλλά να μάθομε την πραγματικότητα για τις οικονομικές και περιουσιακές τους υποθέσεις όλο το διάστημα που συμμετέχουν στα κοινά. Ας επιβληθεί σ’ όλους εκείνους που θα διεκδικήσουν την εμπιστοσύνη μας στις 7 Νοεμβρίου ο δημόσιος έλεγχος.



Στη δημοσιότητα

τα οικονομικά

των υποψηφίων



Ως δημόσια πρόσωπα, κι εφόσον, δεν έχουν να κρύψουν κάτι, δεν ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που προαναφέραμε, ας δημοσιοποιήσουν τα οικονομικά και περιουσιακά τους στοιχεία, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τότε που ήταν απλοί πολίτες, χωρίς δημόσια θέση, μέχρι σήμερα που κατέχουν ή διεκδικούν και πάλι έναν τίτλο. Όχι μόνο τα προσωπικά τους, αλλά και για τα πρόσωπα που υποχρεούνται να συμπεριλάβουν σε μια δήλωση «πόθεν έσχες», γονείς, αδέλφια, σύζυγο, παιδιά. Όλους τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Για ευνόητους λόγους. Κι αν δεν είναι ευνόητοι, να τους εξηγήσω. Επειδή είναι γνωστό το κόλπο της μεταφοράς περιουσιακών ή οικονομικών στοιχείων, ώστε να μην φαίνονται… Κι ακόμη να μας αποδείξουν τις πηγές εξασφάλισης των περιουσιακών ή οικονομικών τους στοιχείων. Όχι όπως γίνεται με το άτολμο «πόθεν έσχες», στο οποίο υποχρεούνται όλοι οι έχοντες δημόσια θέση, χωρίς να τους επιβάλλεται και η απόδειξη όλων όσα κατέχουν.

Ας τολμήσουν σήμερα, κόμματα, δημοτικές παρατάξεις, υποψήφιοι να μιλήσουν και να αποδείξουν το θεωρητικά αυτονόητο.

Μια ακόμη σημείωση για τα οικονομικά των διεκδικητών της ψήφου μας. Ας μην ευτελιστεί αυτή η διαδικασία όπως την ευτέλισε η βουλή των Ελλήνων το 2007 ή το 2008. Μέχρι τότε οι δημοσιογράφοι και όλοι οι πολίτες είχαμε πρόσβαση σ’ αυτές τις δηλώσεις (της μισής αλήθειας) πόθεν έσχες των βουλευτών. Στη δήλωση που οι ίδιοι συνέτασσαν. Από τότε, όμως, με απόφαση του προέδρου της βουλής Δ. Σιούφα, αυτό άλλαξε, αποκλείστηκε η δυνατότητα να διαβάζομε τις δηλώσεις των βουλευτών, ας πούμε, του Ηρακλείου. Και μαθαίνομε μόνο για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό, τους πολιτικούς αρχηγούς τι κατέχουν… Κι όχι όλα. Μόνο όσα στοιχεία δημοσιοποιεί η βουλή. Αυτή η ντροπιαστική απόφαση, που αποδείχτηκε ότι πάρθηκε για να κρύψει πολλά, αλλά είχε και συνέπεια να μεγαλώσουν οι φήμες και οι υποψίες για τα οικονομικά των πολιτικών, ας καταργηθεί, επιτέλους, από τον σημερινό πρόεδρο του σώματος Φίλιππο Πετσάλνικο.

Φυσικά υπάρχουν κι άλλα αυτονόητα που πρέπει να ξαναδούμε στην πολιτική. Όχι λιγότερο σημαντικά. Όπως η πολιτική επάρκεια και η προηγούμενη ανάδειξη του υποψηφίου στον κοινωνικό και επαγγελματικό χώρο, από την κοινωνική και επαγγελματική προσπάθεια, κι όχι μέσα από κάποιο κομματικό σωλήνα. Η απόδειξη της πολιτικής ικανότητας και του αποτελέσματος, εφόσον πρόκειται για κάποιον που επαναδιεκδικεί. Όμως ακόμη κι αν έχω μπροστά μου τον, θεωρητικά, ικανότερο αυτό που σήμερα θα μετρήσει είναι τα καθαρά του χέρια. Γιατί δεν θέλω να κερδίσει ο ίδιος από όλους εμάς. Αφήστε που κάποιος με λερωμένα χέρια, και άρα λερωμένη συνείδηση, δημόσια προσφορά δεν έχει την ικανότητα να κάνει…



Θα ψηφίσω μ’ αυτές

τις προϋποθέσεις:



Ας συνοψίσομε, λοιπόν. Ως πολίτης (όχι ως ενεργός, δεν υπάρχει μη ενεργός, αλλά μόνο πολίτης) που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει γιατί βρεθήκαμε εδώ, να καταλάβει τι έφταιξε και κατέρρευσε το κοινωνικό μας σύστημα, συμπαρασύροντας το πολιτικό και το οικονομικό, ως άνθρωπος που φιλοδοξεί να δρα ως μέλος μιας κοινότητας, κι όχι μόνο για τα ίδια συμφέροντα, στις 7 Νοέμβρη θα ψηφίσω εκείνους που:

-Συμμετέχουν στη διαδικασία να ξαναχτίσομε ένα νέο τόπο προσφέροντας τον εαυτό τους στην προσπάθεια αυτή. Κι όχι για να τους προσφέρει ο τόπος και να κερδίσουν.

-Έχουν καθαρά χέρια, δεν διαπλέκονται, δεν κέρδισαν από την προηγούμενη συμμετοχή τους. Κι αυτό θα αποδειχτεί με τον τρόπο της δημοσιοποίησης και του ελέγχου των οικονομικών και περιουσιακών τους στοιχείων, διαχρονικά και για όλους τους συγγενείς πρώτου βαθμού.

-Δεν είναι «φυτευτοί» από κάποιο κόμμα, δεν είναι παιδιά του «κομματικού σωλήνα».

-Δεν είναι εκπρόσωποι διαφόρων επιχειρηματικών ή άλλων συμφερόντων.

-Έχουν ήδη επαγγελματική καταξίωση και δεν την αποζητούν από τη διαδικασία της πολιτικής.

-Έχουν αποδείξει την κοινωνική τους αλληλεγγύη με την προηγούμενη δραστηριότητά τους, ώστε να είμαι σίγουρος ότι έχουν τουλάχιστο μια διασφάλιση πως δεν θα λειτουργήσουν για τον εαυτό τους.

-Θα ψηφίσω αυτόν που δεν χρησιμοποιεί τον επιχειρηματία ή το τραπεζικό στέλεχος για να εξασφαλίσει με εκβιασμούς την ψήφο μου, επειδή μπορεί να του χρωστάω το δάνειο ή την αγορά. Κι αυτός ο εκβιασμός στη σημερινή εποχή, της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, αποδεικνύεται πολύ ισχυρός τρόπος συγκέντρωσης ψήφων… Και, δυστυχώς, χρησιμοποιείται.

-Φυσικά δεν θα ψηφίσω εκείνους που θεωρούν ότι όλοι εμείς οι υπόλοιποι τους χρωστάμε και πρέπει να τους έχομε διαρκώς εξασφαλισμένη δημόσια θέση και μισθό από το δημόσιο ταμείο. Εκείνους, δηλαδή, τους αναντικατάστατους, που με άλλη ευκαιρία περιγράψαμε. Πολύ περισσότερο όταν πολλοί απ’ αυτούς έχουν ευθύνη για το σημερινό βάλτωμά μας, την αντιαναπτυξιακή λογική, τη διαχείριση της μιζέριας μας. Τον ευτελισμό του τόπου…

Ας ξαναδούμε αυτή τη νέα προσπάθεια που οφείλομε να κάνομε για τη χώρα και όλους εμάς, με κάθε ευκαιρία, και φυσικά με τις επερχόμενες τοπικές εκλογές, ως μέλη της κοινότητας με την ευθύνη που πρέπει να συνοδεύει αυτή την υψηλή ιδιότητα. Κι ας καταλάβομε όλοι, υποψήφιοι και ψηφοφόροι, ότι οφείλομε πρώτα στο σύνολο κι όχι στον εαυτό. Ας σκεφτούμε τι οφείλομε στην κοινότητα, κι όχι τι μας οφείλει…