Του Γιώργου Τσερεβελάκη

Το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού «Ο Πόρφυρας» συνδέεται με ένα αληθινό γεγονός που συνέβη στην Κέρκυρα. Κάποιος Άγγλος στρατιώτης, ο Ουίλιαμ Μιλς (William Mills), στις 19 Ιουνίου 1847 δέχθηκε την φονική επίθεση ενός καρχαριοειδούς (πόρφυρα στο κερκυραϊκό γλωσσικό ιδίωμα), το οποίο τον κατασπάραξε. Ο Σολωμός, βαθιά συγκλονισμένος από τον άδικο θάνατο του νεαρού στρατιώτη, εμπνεύσθηκε και συνέθεσε το ποίημα, του οποίου η επεξεργασία διήρκεσε περίπου δύο χρόνια, από το 1847 έως το 1849. Εν τούτοις, δεν κατέληξε σ’ ένα οριστικό κείμενο αλλά σε αποσπασματικά μέρη. Όλο το ποίημα είναι χωρισμένο σε άνισα επεξεργασμένες ενότητες που δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στη ανάγνωση αλλά ενέχουν πολλά προβλήματα ερμηνείας εξ αιτίας των βαθυστόχαστων νοημάτων τους. Το βασικό θεματικό κέντρο του ποιήματος είναι η πάλη του Άγγλου στρατιώτη με την «άλογη τερατώδη δύναμη» και ο σχολιασμός της σχέσης ανθρώπου-φύσης, του αγώνα του Καλού και του Κακού και της ηθικής και πνευματικής κατίσχυσης του Καλού.

Το Καλό, ιδωμένο ως θεμελιώδες ιδεώδες της ποιητικής του Σολωμού, αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της ιδεολογίας του ποιητή. Το ιδεολόγημα του Καλού, του ωραίου συνιστά το αδιάσειστο υπόβαθρο με το οποίο ο ποιητής οικοδομεί την καλαισθητική αγωγή, τα «κρυστάλλινα βάθρα του λόγου» όπως θα έλεγε ο Άγγλος ποιητής Πέρσυ Σέλλεϋ, που αποσκοπεί στο να προσδώσει στον αναγνώστη την πνευματική σκευή που θα του επιτρέψει ν’ αντιληφθεί το μεγαλειώδες της ποιητικής έμπνευσης. Όλη αυτή η πνευματική διέγερση στοχεύει στο να αφυπνίσει τις λανθάνουσες δυνάμεις του αισθάνεσθαι, του νοείν και του απολαμβάνειν το πλαστικό και ηθικό κάλλος που εγκρύπτεται στα έργα της φύσης και του πνεύματος.

Στο ποίημα «Ο Πόρφυρας» συναντάμε την αγαστή συναρμογή του ανθρώπου με τον κόσμο, στην οποία εμφαίνεται το τραγικό στοιχείο στον Σολωμό. Εδώ, το κάλλος και το αγαθό βρίσκονται σε αρμονία, αποτελούν μια ταυτότητα, μια αντίληψη που δομεί ένα ενιαίο σύμπαν· αυτή η φιλοσοφική κοσμοθεώρηση έρχεται σε αντιδιαστολή με τις αντιλήψεις του Γερμανού φιλοσόφου Φρήντριχ Σίλλερ (το έργο του οποίου διάβαζε πολύ ο Σολωμός), όπου στο «υψηλό» το κάλλος και το αγαθό βρίσκονται σε προφανή διάσταση υπακούοντας σ’ ένα δυιστικό σύμπαν (αντίθεση υλικού-πνευματικού κόσμου). Μέσα από τα αποσπάσματα του Πόρφυρα αντιλαμβανόμαστε ότι ο ποιητής αποδίδει επιτυχώς την σχέση του ανθρώπου με την φύση η οποία αποτελεί το πεδίο της αιώνιας πάλης του Καλού και του Κακού. Ο Άγγλος στρατιώτης, παραδομένος στην ομορφιά της φύσης, χαίρεται ανέμελος τις στιγμές χωρίς καν να φαντάζεται το οικτρό τέλος. Γύρω του υπάρχει η Κόλαση: «Η Κόλαση πάντ’ άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου·». Ο εφιάλτης του Κακού και η Παράδεισος του Καλού είναι δύσκολο να μείνουν μακριά, με τον τρίτο στίχο του πρώτου αποσπάσματος να μένει ασαφής: «Μακριά ‘πό την Παράδεισο, και συ σ’ εσέ ‘χεις μέρος·». Αν και κυριαρχεί μια αοριστία στο δεύτερο ημιστίχιο, εν τούτοις τείνουμε να καταλάβουμε τι εννοεί ο Σολωμός. Όλο το περιβάλλον σκηνικό του ποιήματος είναι ειδυλλιακό, όπου το Κακό ελλοχεύει σαν εφιάλτης που έρχεται ξαφνικά για να διαταράξει την ηρεμία και την γαλήνη. Ο νεαρός στρατιώτης είναι περιστοιχισμένος από το Κακό, που ολοένα περισφίγγει τον κλοιό του, αλλά η ηθική του ανωτερότητα, η καρτερία του και ο αγώνας του την στιγμή του μαρτυρίου του θα τον αναδείξουν νικητή. Ο τελικός κατασπαραγμός του θα τον αφήσει ένα απομεινάρι μεγαλειώδες· ουσιαστικά, κατέβαλε ως τίμημα το σώμα του, αλλά η ψυχή του καθαγιασμένη κέρδισε την Παράδεισο της γαλήνης και του Κάλλους. Ο στρατιώτης ενέχει μέσα του την Παράδεισο, στην οποία κερδίζει το μέρος του όταν ολοκληρώνει τον αγώνα του με τις άλογες δυνάμεις της φύσης.

Το πρώτο απόσπασμα, με το οποίο ξεκινά ο Σολωμός τον αινιγματικό Πόρφυρα, είναι αποκαλυπτικό στο σύνολό του, αναφορικά με την σχέση ανθρώπου-φύσης. Στο πρώτο τετράστιχο κυριαρχεί το θέμα του πειρασμού, με την ακραία εκδοχή της Κόλασης, που παραμονεύει να εκμηδενίσει την ζωτική ενέργεια του θάλλοντος νεαρού. Η άγρυπνη Κόλαση έρχεται σε αντιπαράθεση με την Παράδεισο· αποκρούεται απ’ αυτήν γιατί το Καλό πρόκειται στο τέλος να υπερισχύσει. Ο νέος έχει ήδη κερδίσει το μερίδιο συμμετοχής του στην Παράδεισο, μια μυστική περιοχή που είναι ενσωματωμένη μέσα στην ψυχή του ως μια προσωπική λαχτάρα· το μόνο που αναμένεται είναι η έκφρασή του, η εξωτερίκευσή του. Με τον τέταρτο στίχο του πρώτου αποσπάσματος «Μέσα στα στήθια σου τ’ ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;» ο Σολωμός απευθύνει έκκληση στην ποιητική διαθεσιμότητα του νέου, τον οποίο προσφωνεί «Καλέ»· αυτό ακούγεται ως το όνομα του ανώνυμου νέου, όπως συνέβαινε και σε πολλά άλλα ποιήματα του Σολωμού.

Με τον επιθετικό προσδιορισμό «Καλέ» σε θέση κλητικής προσφώνησης, ο ποιητής ονοματοδοτεί τον νέο. Ο απλός αυτός προσδιορισμός μετουσιώνεται στην σολωμική ποιητική ως το κατ’ εξοχήν αναγνωριστικό σήμα του ποιητή και της ποιήσεώς του.

Ο νέος εξακολουθεί να αποτελεί την ενσάρκωση του Καλού καγαθού, του οποίου η υπόσταση αντιπαλαίει το φάσμα του θανάτου. Η επικοτραγική αυτή διάσταση, που διαπερνά ολόκληρο το ποίημα αποκαλύπτει την εσώτερη σχέση του Σολωμού με την ποίηση: μια αιώνια πάλη για την κατίσχυση του Ωραίου, μέσα από τις βαναυσότητες και τις απρόβλεπτες καταστάσεις που ενυπάρχουν στον υλικό κόσμο. Ο υλικός και ο πνευματικός κόσμος είναι άρρηκτα δεμένοι μεταξύ τους, όπως και η Παράδεισος και η Κόλαση. Η συνύφανση αυτή προκαλεί την γέννηση της αρμονίας, της ωραιότητας, αλλά με καταληκτικό αποτέλεσμα την θριαμβική νίκη του Καλού.

Στο απόσπασμα 6 απαντάται το ίχνος της σωματικής και ψυχικής αυτογνωσίας, πριν από τον θανάσιμο σπαραγμό, στον μαγικό βυθό της θάλασσας. Η διαδικασία αυτή της αυτογνωσίας υλοποιείται μέσα στον εσωτερικό μονόλογο των τριών στίχων: «Φιλώ τα χέρια μ’ και γλυκά το στήθος μ’ αγκαλιάζω./ Ανοιχτά πάντα κι’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου./ Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;». Διαβάζοντας αυτούς τους εξαίσιους στίχους, καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά στην καλύτερη στιγμή της νεοελληνικής ποίησης. Ο πρώτος στίχος είναι αινιγματικός σε όλες του τις διαστάσεις. Ο νέος αναγνωρίζει ξαφνικά στο δικό του σώμα το ανθρώπινο σώμα, κι αυτό τον συγκλονίζει, μετατρέποντας την αυτοπάθεια σε συμπάθεια. Η βαθιά συμπάθεια υπόκειται στο φίλημα και στον αυτοπαθή εναγκαλισμό. Σε κατάσταση απόλυτης μοναξιάς, το νεανικό σώμα εικονίζεται βυθισμένο στο νερό, παραμένει αυτό που είναι, αναμένοντας τον αφανισμό του. Το φίλημα στα χέρια και ο εναγκαλισμός λειτουργούν ως προφητικός αποχαιρετισμός, όπου συμφιλιώνεται η σωματική αυτοπάθεια με την συμπάθεια.

Σε όλο το ποίημα διακρίνονται ανάγλυφες οι πτυχές της ψυχοσύνθεσης του ποιητή. Το Καλό και το Κακό συγκρούονται αενάως μέσα στον ποιητή, αλλάζοντας μορφές και θέσεις. Πρόκειται για τον καλό και τον κακό εαυτό. Το «καλό» είναι η εκλογίκευση, η στράτευση και η πειθαρχημένη ζωή. Το «κακό» είναι η ανθρώπινη επιθετικότητα, η άκρατη σεξουαλικότητα, που απειλεί τον Νόμο. Ο ποιητής και ο αναγνώστης ολοκληρώνονται μέσω αυτής της διαδικασίας συμφιλίωσης. Το καλό και το κακό είναι στοιχεία του εαυτού μας. Δεν είναι όμως δυνατόν πάντα να τα αναγνωρίζουμε. Για τον Σολωμό αυτό είναι σκοπός ζωής, το οποίο καταθέτει στον Πόρφυρα. Είναι μια οντολογική θέση που αφορά στην «γεννητική» φύση της ψυχής: ψυχή που γεννιέται και γεννά.

Ο Άγγλος στρατιώτης είναι ξένος στον υλικό κόσμο· είναι παροδικός. Εκφράζει τον υπεραισθητό εαυτό του που είναι αλλότριος στον κόσμο της φύσης. Η ψυχή του νέου είναι όμως αυτή που υπερνικά με την ηθική της ανωτερότητα, είναι η ενσάρκωση του Καλού, το οποίο επιβιώνει τελικά και καταυγάζει τον κόσμο με το μεγαλείο του. Το Κακό απλά εξαφανίσθηκε. Εμφανίσθηκε μόνο για να προκαλέσει την υπεροχή του Καλού.

Ο Πόρφυρας είναι η προφανής απόπειρα του Σολωμού ν’ αποδώσει την αιώνια πάλη του ανθρώπου με τις άλογες δυνάμεις της φύσης. Το Καλό και το Κακό αντιμέτωπα σε έναν αδιάκοπο αγώνα. Ο ποιητής παλεύει τον υλικό κόσμο, στον οποίο προσπαθεί να εγγράψει το πνεύμα του και την ψυχή του· όχι όμως χωρίς τίμημα. Θα απωλέσει πολύτιμες δυνάμεις, ίσως να χάσει και τον εαυτό του. Ποτέ όμως δεν θα αλλοιωθεί η πνευματική διάσταση του εαυτού του. Ό,τι και να πρόκυπτε, αυτό που ήθελε το κατάφερε: την μέθεξη του ανθρώπου στον κόσμο της φύσης.