Του Ν. Τσαγκαράκη

Περιπέτειες με πλούσια δράση αλλά φτωχή έμπνευση...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΠΑΡΕΕΣ

KNIGHT AND DAY

Σκην.: Τζέιμς Μάνγκολντ

Πρωτ.: Τομ Κρουζ, Κάμερον Ντίαζ, Πίτερ Σάρσγκορ, Πωλ Ντάνο, Βαϊόλα Ντέιβις

Η Τζουν ετοιμάζεται ανυποψίαστη να επιβιβαστεί στην πτήση από τη Γουίτσιτα στη Βοστόνη, όταν γνωρίζει τον γοητευτικό Ρόι, ο οποίος σκοτώνει τους επιβάτες του αεροπλάνου, το προσγειώνει ανώμαλα σ’ ένα χωράφι και ναρκώνει τη Τζουν. Το άλλο πρωί η Τζουν ξυπνάει σπίτι της αλλά στην πορεία συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μπλεγμένη σ’ ένα παιχνίδι κατασκόπων, όπου μια κυβερνητική μυστική υπηρεσία κυνηγάει τον πράκτορά της Ρόι, νομίζοντας ότι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί μια πολύτιμη συσκευή για οικονομικό του όφελος και να θέσει σε κίνδυνο την παγκόσμια ασφάλεια.

Μέχρι το 2006 ο Τομ Κρουζ ήταν ο εμπορικότερος σταρ του πλανήτη, καθώς ήταν ίσως ο μοναδικός που είχε καταφέρει να εξασφαλίζει συνεχόμενα τις επιτυχίες των ταινιών του χωρίς υποστήριξη από εμπορικά ισάξιους συμπρωταγωνιστές. Το 2006 η τρίτη «Επικίνδυνη αποστολή» (Τζ. Τζ. Άμπραμς), παρότι κατά τη γνώμη μας είναι ίσως η καλύτερη της σειράς και με αξιοπρεπείς εισπράξεις, δεν κατάφερε ν’ αποδώσει αυτά που θα περίμεναν οι συντελεστές, αντανακλώντας την αποδοκιμασία της δημόσιας εικόνας του Κρουζ, που κρίθηκε υπερβολικά εξεζητημένη για τα γούστα του αμερικανικού κοινού ή τουλάχιστον εξω από την εικόνα που είχαν διαμορφώσει οι θεατές για τον σταρ (π.χ. η ‘μανιακή’ επίδειξη έρωτα για την Κέιτυ Χολμς στον καναπέ της Όπρα, οι δηλώσεις ενάντια στην ψυχιατρική, η φανατική υπεράσπιση της σαϊεντολογίας κτλ.). Η «Επιχείρηση Βαλκυρία» (Μπράιαν Σίνγκερ, 2008) μόλις και μετά βίας ξεπέρασε τον προϋπολογισμό της στις αμερικανικές εισπράξεις, ενώ η μοναδική κίνηση που φάνηκε ν’ αποκαθιστά τη δημοτικότητα του ηθοποιού ήταν η σύντομη εμφάνιση του στην κωμωδία «Τροπική καταιγίδα» (Μπεν Στίλερ, 2008) ως οργίλος παραγωγός Λες Γκρόσμαν, με τη μηχανή των δημοσίων σχέσεων να δουλεύει στο φουλ κάνοντας τον Γκρόσμαν πρωταγωνιστική φιγούρα των φετινών MTV Movie Awards.

Ολ’ αυτά τα λέμε προσπαθώντας να βάλουμε σ’ ένα πλαίσιο τη φετινή ταινία του Κρουζ, ο οποίος έχει ήδη υπογράψει για να πρωταγωνιστήσει στην τέταρτη «Επικίνδυνη αποστολή» που θα σκηνοθετήσει ο Μπραντ Μπερντ (των «Απίθανων»

της Pixar, αν θυμάστε) και θα ξεκινήσει γυρίσματα το φθινόπωρο. Προσπαθούμε λοιπόν να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που τον έκανε ν’ αναλάβει έναν ήρωα και μια ταινία που αποτελούν ελαφρύτερη εκδοχή της σειράς των «Αποστολών». Σ’ έναν εντελώς χοντρικό δικό μας υπολογισμό (οι πραγματικές συνθήκες λήψης τέτοιων αποφάσεων σε μια τόσο περίπλοκη βιομηχανία είναι έξω από τα δικά μας μέτρα), θα φαινόταν “οικονομικότερο” και γι’ αυτό αποδοτικότερο για την εικόνα του, να παραμείνει εκτός πλατό για μια διετία -εξασφαλίζοντας αφθαρσία και εμπορική αποτυχία, που όντως τελικά προέκυψε- και να επιστρέψει μια και καλή στον χαρακτήρα και τη σειρά που του ταιριάζουν ιδανικότερα, αντί να επιχειρεί να απαλύνει την εικόνα του μ’ ένα χιουμοριστικό υποκατάστατο της ιδανικής κινηματογραφικής περσόνας του που είναι ο Ίθαν Χαντ.

Το αποτελεσμα είναι οι «Παρέες» να περιλαμβάνονται στις εισπρακτικές αποτυχίες του καλοκαιριού (μόλις 70 εκατομμύρια σε ένα μήνα προβολής στις Η.Π.Α.), και ενώ δε θα ήταν παράδοξο αν οι θεατές ανταποκρίνονταν, το φιλμ λειτουργεί κάτω από το μέτρο που έχει θέσει ο ίδιος ο Κρουζ στις ταινίες δράσης του, και το χιούμορ δεν είναι ιδιαίτερα σπιρτόζικο για να εξηγήσει τη στροφή του προς ελαφρύτερο θέαμα.

Η χημεία των όμορφων, ζωηρών πρωταγωνιστών (δύσκολα πιστεύει κανείς ότι ο Κρουζ είναι 48 χρονών, ενώ η γλυκιά αμηχανία της Ντίαζ λειτουργεί όπως πάντα), ο κοσμοπολιτισμός (Κάντιθ, Σεβίλλη, Σάλτσμπουργκ, Βοστόνη), η πλούσια δράση (εξωφρενικά ακροβατικά με κάθε πιθανό μηχανοκίνητο όχημα) και το ελαφρύ ύφος της πλοκής μπορεί να αρκούν για να περάσει αβίαστα ένα δίωρο, αλλά δε μπορούν ν’ αναπληρώσουν την προβλεψιμότητα και την ατονία του σεναρίου, καθώς και την αναληθοφάνεια των σκηνών δράσης (ο πάντα ενεργητικός Κρουζ είναι ως συνήθως παρών, όμως η υπερβολική χρήση “πράσινης οθόνης” αυτή τη φορά προδίδει την ύπαρξή της και ‘αμαυρώνει το μητρώο’ του ηθοποιού στο είδος). Δεν έχουμε παρά να κάνουμε υπομονή ως την επόμενη πραγματικά επικίνδυνη αποστολή….

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΜΑΓΟΣ

THE SORCERER’S APPRENTICE

Σκην.: Τζον Τάρτελτάουμπ

Πρωτ.: Τζέι Μπαρουσέλ, Νίκολας Κέιτζ, Άλφρεντ Μολίνα, Τερέζα Πάλμερ, Τόμπυ Κέμπελ, Μόνικα Μπελούτσι

Ο Μπαλτάζαρ είναι ένας από τους τρεις μαθητές του μάγου Μέρλιν, με αποστολή να βρει τον διάδοχο του δασκάλου του, καθώς εκείνος θα είναι ο μόνος που θα μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τον μοχθηρό μάγο Ορβάθ ο οποίος με τη σειρά του προσπαθεί ν’ αναστήσει τη παντοδύναμη μάγισσα Μοργκάνα για να υποδουλώσει τον πλανήτη. Τον βρίσκει στη σημερινή Νέα Υόρκη και είναι ο Ντέιβ, ένας καλοκάγαθος φοιτητής φυσικής που θα πρέπει τώρα να εκπαιδευτεί για να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που του επιφυλάσσει η μοίρα.

Η κεντρική ιδέα του σεναρίου είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο επεισόδιο με τον Μίκυ Μάους στην κινουμένων σχεδίων «Φαντασία» σε παραγωγή του Γουόλτ Ντίσνεϊ το 1940. Η ιστορία βέβαια είναι παραλλαγμένη κι εκμοντερνισμένη αναλόγως για να προσφέρει άφθονο θέαμα στο σημερινό νεανικό κοινό. Ο Τάρτελτάουμπ έχει ξανασυνεργαστεί με τον Κέιτζ και τον παραγωγό Τζέρι Μπρούκχαϊμερ στις δύο ταινίες «National Treasure» (2004 και 2007), αλλά η εμπορικότητα των δύο προηγούμενων συνεργασιών τους δεν αλλάζει το γεγονός ότι παραμένει ένας κοινός διεκπεραιωτής, απρόθυμος ή ανίκανος να χειριστεί το υλικό του με την ελάχιστη έμπνευση που χρειάζεται μια ταινία για τη μαγεία.

Σημεία της πλοκής στερούνται τη βαρύτητα που χρειάζονται (η έναρξη με τον Μέρλιν, η τελετή στο Battery Park κ.α.), οι σκηνές δράσης εξαντλούν το θέαμά τους σε ψηφιακές μεταμορφώσεις, ερμηνευτικά τα δύο “ονόματα” του καστ επαναλαμβάνουν γνωστούς μανιερισμούς, ενώ ο μόνος που αναδεικνύεται είναι ο συμπαθέστατος Μπαρουσέλ που επαναλαμβάνει επιτυχημένα τον τύπο του καλόκαρδου και πανέξυπνου σπασικλάκου, όπως δηλαδή τον είδαμε δει πρόσφατα στο «Δεν είναι για τα μούτρα σου». Μπόλικα εφέ, γρήγορη δράση, χρήσιμο επιμύθιο (η δύναμη της αυτοπεποίθησης), αλλά με επιφανειακά διακυβεύματα, σκηνοθεσία χωρίς έμπνευση, και αποτέλεσμα την ελάχιστη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή.

Όσο για τον Μπρούκχαϊμερ, το φετινό καλοκαίρι σίγουρα θα προσπαθήσει να το ξεχάσει, καθώς ο «Πρίγκιπας της Περσίας» δεν έφτασε ούτε τα 100 εκατ. δολάρια στις Η.Π.Α. παρότι πήγε καλύτερα στο εξωτερικό, ενώ ο «Μάγος» ‘άνοιξε’ τρίτος την προηγούμενη εβδομάδα, με κάτι λιγότερο από 25 εκατομμύρια τις πέντε πρώτες μέρες προβολής του. Σχεδόν νομοτελειακά πάντως, ο βετεράνος παραγωγός αναμένεται να επιστρέψει στις επιτυχίες τον ερχόμενο Μάιο, στις 20 του οποίου θα δούμε το τέταρτο μέρος των «Πειρατών της Καραϊβικής» με υπότιτλο «On stranger tides» και μάλιστα σε 3D, σε σκηνοθεσία Ρομπ Μάρσαλ («Σικάγο», «Εννέα») με την Πενέλοπε Κρουζ στο πλευρό του Τζόνυ Ντεπ.