Του Ν. Τσαγκαράκη

Η καλύτερη ταινία της σεζόν για τη μόδα δεν είναι το «Sex and the city 2» αλλά το δεύτερο φετινό φιλμ για την Κοκό Σανέλ.…



Σκην.: Αν Φοντέν

Πρωτ.: Ωντρέι Τοτού, Μπενουά Πελβούρντ, Αλεσάντρο Νίβολα, Μαρί Ζιλέν, Εμμανουέλ Ντεβό



COCO AVANT CHANEL

Η ζωή της διάσημης σχεδιάστριας μόδας Γκαμπριέλ ‘Κοκό’ Σανέλ από την παιδική της ηλικία, μέχρι τη δημιουργία του πρώτου της καταστήματος στο Παρίσι στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Η εγκατάλειψη εκείνης και της αδερφής της από τον πατέρα τους σε ορφανοτροφείο, ο θάνατος της μητέρας τους, τα χρόνια της ως τραγουδίστρια σε καμπαρέ, η απασχόλησή της ως μοδίστρα, οι ερωτικές της σχέσεις, ο ατίθασος χαρακτήρας της και τα πρωτοποριακά της σχέδια, όλα συνθέτουν την εικόνα της ως μια σχεδιάστρια που με τα ρούχα της δεν άλλαξε απλώς τη μόδα αλλά εισήγαγε μια καινούρια εποχή για τη γυναίκεια ταυτότητα.

Η ταινία είναι βασισμένη σε βιβλίο της Εντμόντ Σαρλ-Ρου, πρώην διευθύντριας της γαλλικής Vogue. Αποτελεί τη δεύτερη φετινή ταινία με θέμα τη θρυλική σχεδιάστρια, μετά το «Coco Chanel and Igor Stravinsky» του Γιαν Κουνέν που επικεντρωνόταν ειδικά στη σχέση της με τον ρώσο σύνθετη, έχοντας την Ανά Μουγκλαλίς στον κεντρικό ρόλο. Η ταινία της Φοντέν σκιαγραφεί την ακριβώς προγενέστερη περίοδο από το φιλμ του Κουνέν, δίνοντας μια ευρωπαϊκή (βλ. πιο συγκρατημένη) εκδοχή της αμερικανικής ‘ταινίας καταβολών’, κάτι που χοντρικά θα ονομάζαμε «Chanel Begins» (παραφράζοντας το «Batman Begins» που ξεκίνησε τη μόδα πριν από μερικά χρόνια). Η Φοντέν δεν προσπαθεί ν’ αναπαραστήσει ακριβώς τα γεγονότα, πολλά από τα οποία παραλείπονται ή παραλλάσσονται, αλλά τα χρησιμοποιεί για να συνθέσει την ανθρώπινη και τη δημιουργική πλευρά της Σανέλ σε μια σαφή και πλήρη εικόνα, κατά τη γνώμη μας επιτυχημένα.

Προτού προχωρήσουμε στην ταινία καθαυτή, για την ιστορία να υπενθυμίσουμε ότι η Τοτού είναι από πέρυσι το νέο πρόσωπο της διαφημιστικής καμπάνιας για το θρυλικό άρωμα Chanel Νο. 5, διαδεχόμενη στη θέση αυτή τη Μέριλυν Μονρό, τη Κατρίν Ντενέβ και τη Νικόλ Κίντμαν πιο πρόσφατα.

Τώρα, σχετικά με το φιλμ, νομίζουμε πως εύκολα μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι είναι περισσότερο ενδιαφέρον από το εγχείρημα του Κουνέν, αφενός επειδή δίνει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του χαρακτήρα της Σανέλ, αφετέρου γιατί αναδεικνύει τη ζωτικότερη πλευρά της ζωής της που αφορά τη σχέση της με τη μόδα, συνδυάζοντας έξυπνα και λειτουργικά αυτές τις δύο πλευρές. Σύμφωνα με την ταινία, οι πρωτοποριακές δημιουργίες της Σανέλ αποτέλεσαν έκφραση του επαναστατικού χαρακτήρα της που αρνήθηκε να στριμωχτεί όχι μόνο στους κορσέδες αλλά και στον περιορισμένο ρόλο που είχε καθορίσει για τις γυναίκες η ανδροκρατούμενη κοινωνία. Η Τοτού προσφέρει μια πιο επεξεργασμένη ερμηνεία από τη Μουγκλαλίς, ενώ τα θαυμάσια κοστούμια της Κατρίν Λετεριέ προτάθηκαν για Όσκαρ Ενδυματολογίας και κέρδισαν το αντίστοιχο Σεζάρ στην κατηγορία όπου συμμετείχε και η ταινία του Κουνέν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από την παιδική της ηλικία, το φιλμ επιλέγει να κρατήσει μόνο δύο περιστατικά που θα βοηθήσουν αργότερα στην κατανόηση του χαρακτήρα της σχεδιάστριας. Το πρώτο είναι η άσχημη συμπεριφορά του πατέρα προς τις μικρές του κόρες, τις οποίες μεταφέρει με μια άμαξα και εγκαταλείπει σε ορφανοτροφείο, όπου τονίζεται η άκαμπτη αλλά μάταια προσμονή της Γκαμπριέλ να τον ξαναδεί. Το δεύτερο είναι ένα σύντομο στιγμιότυπο από τη ζωή στο ορφανοτροφείο όπου παρουσιάζονται σε αυστηρό ασπρόμαυρο (το χρωματικό σήμα κατατεθέν του οίκου Chanel) το υπνοδωμάτιο και οι στολές των παιδιών.

Έτσι, το σενάριο χτίζει τον χαρακτήρα της Σανέλ πάνω στο τραύμα της εγκατάλειψης από τον πατέρα της, γεγονός που της δημιουργεί τον ανάλογο φόβο, την κάνει απόμακρη, σκληρή, απρόσιτη σε κάθε αισθηματική πρόταση, τόσο πολύ ώστε όταν τελικά ερωτεύεται να δυσκολεύεται να το αναγνωρίσει (σε μια στιγμή ρωτάει την ηθοποιό Εμιλιέν να της πει πώς είναι ο έρωτας). Ωστόσο, η συναισθηματική της αποχή είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη σεξουαλική της διαθεσιμότητα, που βεβαίως δεν είναι απερίσκεπτη αλλά οπωσδήποτε περισσότερο ελεύθερη απ’ όσο επέτρεπαν οι συμβάσεις και τα ήθη της εποχής. Η Σανέλ απεικονίζεται ως γυναίκα που έχει έναν ξεκάθαρο στόχο στο μυαλό της, να δημιουργήσει τη δική της επιχείρηση που θα της παράσχει οικονομική και κατ’ επέκταση προσωπική ελευθερία, κάτι σχεδόν ανήκουστο για τις γυναίκες της εποχής. Μπροστά σ’ αυτόν τον σκοπό, η ελεύθερη σχέση μ’ έναν ισχυρό άντρα όπως ο Μπαλσάν είναι σχεδόν αμελητέα, ακόμη κι αν παραβαίνει κάθε κανόνα κοινωνικής συμπεριφοράς.

Η ταινία φροντίζει να καταστήσει σαφές ότι δεν ήταν η Σανέλ προκλητική, αλλά η κοινωνία αστεία οπισθοδρομική. Το πρωτοποριακό πνεύμα της Σανέλ εκφράζεται μέσα από τη σκωπτική περιφρόνησή της προς τις συμβάσεις γυναικείας ένδυσης και συμπεριφοράς, καθώς επίσης μέσα από τη διαφορετική της εμφάνιση την οποία αυτοσχεδιάζει. Αυτή της η στάση αναδεικνύεται σκηνοθετικά μέσα από το μοτίβο των γενικών πλάνων ομοιόμορφου -κυρίως γυναικείου- πλήθους μέσα στο οποίο ξεχωρίζει η ακίνητη φιγούρα της Σανέλ με εντελώς διαφορετικά ρούχα από τον περίγυρο.

Το φιλμ διατηρεί συνεχώς στενή σχέση ανάμεσα στην ενδυματολογία και τον αυξανόμενα αντιδραστικό χαρακτήρα της Σανέλ, χωρίς να υπερτονίζει το επιχείρημά του. Ενδεικτική της λεπτότητας με την οποία το σενάριο συνδυάζει προσωπικότητα και μόδα, είναι η στιγμή όπου στην προσπάθειά του να τη γδύσει για να κάνουν έρωτα, ο Άρθουρ επαινεί την πρακτικότητα των ρούχων, λέγοντάς της λέει ότι “γδύνεται ευκολότερα” εννοώντας φυσικά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες γυναίκες της εποχής που χάνονται μέσα στα φορτωμένα από στρώσεις φορέματα. Βεβαίως, αυτή η πρακτικότητα οφείλεται στη λιτότητα του ρούχου, που με τη σειρά της προέρχεται από την ιδέα που έχει η Σανέλ για το γυναικείο σώμα και την απελευθέρωσή του. Έτσι, μέσα από μια ατάκα προκαταρκτικών, το σενάριο βρίσκει ευκαιρία να επιβραβεύσει έμμεσα τις ιδέες της Κοκό.

Το ταλέντο και οι ιδέες της Κοκό αναπτύσσονται ‘υπογείως’ και εκτονώνονται ανά τακτά διαστήματα, χωρίς στόμφο αλλά με τη διακριτικότητα που της ταιριάζει. Τα παραδείγματα αφθονούν: το σκίσιμο του κορσέ αμέσως μετά από την ιππασία (το ξέσπασμα είναι πολύ σύντομο), η ναυτική μπλούζα στη συνάντηση με την Εμιλιέν (την επισημαίνει φευγαλέα η ηθοποιός), η απαλή επαφή με το τόπι του μαύρου υφάσματος, το μαύρο φόρεμα στον χορό με τον Άρθουρ (η κάμερα τη βρίσκει ανάμεσα στο πλήθος και την αφήνει χωρίς να την απομονώσει) κ.α. Η μόνη στιγμή όπου η ταινία ενδίδει στον πειρασμό της λάμψης, είναι στο τέλος, όταν όμως πια αυτή αποτελεί αντίβαρο στις αισθηματικές πληγές της ηρωίδας, η οποία έχει μόλις χάσει τον μόνο άντρα στον οποίο επέλεξε να δοθεί για πρώτη φορά ολοκληρωτικά. Θεμελιώνει έτσι τη δημιουργικότητα της Σανέλ σε μια συνεπή συναισθηματική πορεία που πρωτίστως την ολοκληρώνει ως χαρακτήρα και δευτερευόντως ερμηνεύει τόσο τις θρυλικές δημιουργικές της επιλογές όσο και τη θεμελιώδη σημασία τους στην ιστορία της παγκόσμιας μόδας. Βλέποντας την ταινία, θυμάται κανείς ότι αυτό που αντιπροσώπευε η Σανέλ είναι μια διαχρονική αξία που ακόμη και σήμερα οι περισσότερες γυναίκες εξακολουθούν να ξεχνούν: η απλότητα είναι το μυστικό της κομψότητας.