Του Ν. Τσαγκαράκη

Ηρωες που θυσιάζονται για την πατρίδα, το βασίλειο και τις γυναίκες τους. Δυστυχώς, όχι τόσο συναρπαστικά…



Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ

PRINCE OF PERSIA: THE SANDS OF TIME



Σκην.: Μάικ Νιούελ

Πρωτ.: Τζέικ Τζίλενχολ, Τζέμα Άρτερτον, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Άλφρεντ Μολίνα, Στηβ Τουσέν, Τόμπυ Κέμπελ

Ο Ντάσταν είναι ένας από τους τρεις πρίγκιπες της περσικής αυτοκρατορίας, ο οποίος αναλαμβάνει να προστατεύσει ένα πολύτιμο μαχαίρι, που έχει την ιδιότητα να γυρνάει πίσω τον χρόνο. Με τη βοήθεια της πριγκίπισσας Ταμίνα, θα προσπαθήσουν να κρατήσουν το μαχαίρι μακριά από τα λάθος χέρια όσων προσπαθούν να το χρησιμοποιήσουν για να καταλάβουν την εξουσία της αυτοκρατορίας.

Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιντεο-παιχνιδιού που κυκλοφορεί από το 1989 σε διάφορες κονσόλες. Ο μεγαλο-παραγωγός Τζέρυ Μπράκχαϊμερ («Top Gun», «Ο Βράχος», «Αρμαγεδδών», «Πειρατές της Καραϊβικής») το έκρινε ιδανικό για να ξεκινήσει μια καινούρια σειρά για το κοινό των στούντιο Disney με τα οποία συνεργάζεται, ακλουθώντας την τεράστια επιτυχία άλλων δύο σειρών περιπέτειας που έχει δημιουργήσει για την εταιρεία, «Πειρατές της Καραϊβικής» και «Στα ίχνη του χαμένου θησαυρού». Ο «Πρίγκιπας» φαινομενικά έχει όλα όσα θα ζητούσε κανείς από ένα τέτοιο σχέδιο, αλλά ίσως αυτή η επιχειρηματική συμφωνία ανάμεσα στον παραγωγό και σ’ ένα στούντιο με συγκεκριμένες προδιαγραφές προϊόντων να είναι η ευκολότερη εξήγηση για όσα μας απογοήτευσαν στην ταινία.

Το ζήτημα δηλαδή δεν είναι αν η ταινία είναι πλούσια, εντυπωσιακή και γρήγορη, καθώς αυτά είναι στοιχειώδη γνωρίσματα που δύσκολα θα απουσίαζαν όταν την επίβλεψη έχει ένας τόσο έμπειρος παραγωγός του είδους. Απλώς οι λεπτομέρειες που καθορίζουν τον προορισμό μιας περιπέτειας σε ηλικιακά μεγαλύτερο ή μικρότερο κοινό είναι αυτές που δίνουν στην ταινία τον χαρακτήρα της και τελικά καθορίζουν την ποιότητα της απόλαυσης, που δεν ξεφεύγει από το συνηθισμένο και το χλιαρό, ακριβώς επειδή απευθύνεται σε παιδικές/ νεανικές ηλικίες και συνεπώς τα πάθη και η βία του είναι τόσο ‘στρογγυλεμένα’ που καταλήγουν σχεδόν αδιάφορα για το ενήλικο κοινό, και ειδικά για τους οπαδούς της περιπέτειας.

Έτσι, οι νεαρότεροι θεατές πιθανότατα θ’ απολαύσουν τις περιπλανήσεις ανάμεσα στα φωτογραφημένα και στα ψηφιακά τρυφηλά κι εξωτικά ανατολίτικα τοπία (μερικά από τα οποία χρειάζονταν περισσότερη επεξεργασία για να κερδίσουν καλύτερη αληθοφάνεια), τα ακροβατικά του ‘φουσκωμένου’ Τζίλενχολ, τα νάζια της όμορφης Άρτερτον, τη γκρίνια του Μολίνα και τη μοχθηρία του πανούργου Κίνγκσλεϊ, αλλά γενικώς το σενάριο στερείται αγωνία, σπιρτόζους διάλογους, συναρπαστικούς χαρακτήρες και απρόβλεπτες ανατροπές, ενώ οι σκηνές δράσης είναι προβλέψιμες και πλαδαρές, το γύρισμα διεκπεραιωτικό και χωρίς έμπνευση.



ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΤΖΟΝ

DEAR JOHN



Σκην.: Λάσε Χάλστρομ

Πρωτ.: Τσάνινγκ Τέιτουμ, Αμάντα Σίφριντ, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Χένρυ Τόμας

Καθώς βρίσκεται σε άδεια στο πατρικό του στο Τσάρλστον της Νότιας Καρολίνας, ο υπαξιωματικός των Ειδικών Δυνάμεων Τζον ερωτεύεται τη Σαβάννα που είναι φοιτήτρια. Ο έρωτάς τους δυναμώνει γρήγορα, αλλά ο Τζον πρέπει να επιστρέψει στη βάση του, απουσία που παρατείνεται επ’ αόριστον εξαιτίας της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους. Η απόσταση θα δοκιμάσει το αίσθημά τους, και δε θα είναι το μόνο εμπόδιο.

Η κύρια δημιουργική δύναμη που προσδίδει στην ταινία την ταυτότητά της, δεν είναι ο σουηδός σκηνοθέτης της που έχει κάνει το όμορφο «Τι βασανίζει τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ;» (1994) και τον διασκεδαστικό «Casanova» (2005), αλλά ο αμερικανός συγγραφέας Νίκολας Σπαρκς, ‘βασιλιάς’ του μοντέρνου μελοδράματος με τίτλους όπως «Message in a bottle», «Το ημερολόγιο», «Νύχτες στη Ροδάνθη» και «Το τελευταίο τραγούδι», όλα τους μεταφερμένα στον κινηματογράφο με σχετική επιτυχία.

Ο «Τζον» ταιριάζει δύο πανέμορφους και ικανότατους ηθοποιούς, τους χωρίζει, τους πλαισιώνει με μερικές ασθένειες, κι αφήνει τη συγκινητική μουσική να οδηγήσει το δάκρυ. Αν θέλετε λοιπόν να κλάψετε, η ταινία λειτουργεί θαυμάσια, παρέχοντας όλα τα απαραίτητα συστατικά, με καλές ερμηνείες και σωστούς συνδυασμούς υλικών. Η απεικόνιση του αυτισμού είναι ενημερωμένη και τρυφερή, παρουσιάζοντας χωρίς εκζήτηση δύο διαφορετικές περιπτώσεις, του παιδιού και του πατέρα, τον οποίο ερμηνεύει εξαιρετικά ο Ρίτσαρντ Τζένκινς.

Βέβαια, για να απολαύσει κανείς την όλη κατάσταση (όσο μαζοχιστική κι αν είναι η επιδίωξη του θεατή από ένα μελόδραμα, δεν παύει να είναι διασκέδαση και εκτόνωση) θα πρέπει να παραβλέψει τον γενικότερο συντηρητισμό της ιστορίας, η οποία εξαρχής τοποθετείται στον παραδοσιακό Νότο όπου ο χαρακτήρας του (ομολογουμένως απροσδόκητα τρυφερού κι εκδηλωτικού) Τζον φαίνεται λιγότερο αταίριαστος ή δικαιολογείται ευκολότερα. Ο παραδοσιακός αντρισμός του με το εύρωστο και επιδέξιο σώμα, τη χρήση σωματικής βίας, τη θυσία για την πατρίδα, και την εύνοια της Σαβάννα έναντι του άλλου -περισσότερο συνηθισμένου- αγοριού που επίσης τη φλερτάρει αλλά με αδυναμία που άδικα μεταφράζεται σε κακεντρέχεια, καθώς επίσης η συνολική απεικόνιση της εκστρατείας ενάντια στην τρομοκρατία, συνθέτουν τη συντηρητική ρητορική του σεναρίου που, επαναλαμβάνουμε, τουλάχιστον εκπληρώνει τους δακρυγόνους στόχους του.