Του Ν. Τσαγκαράκη
Ακόμα μία παραλλαγή ενός γνωστού και αγαπημένου ήρωα…
ROBIN HOOD
Σκην.: Ρίντλεϊ Σκοτ
Πρωτ.: Ράσελ Κρόου, Κέιτ Μπλάνσετ, Μαξ φον Σίντοφ, Μαρκ Στρονγκ, Όσκαρ Άιζακ, Αϊλίν Άτκινς, Γουίλιαμ Χερτ, Ντάνυ Χιούστον
O Ρόμπιν Λόνγκστραϊντ είναι ο καλύτερος τοξότης του βασιλιά της Αγγλίας, Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, ο οποίος πεθαίνει στη διάρκεια της επιστροφής του από τις Σταυροφορίες τον 13ο αιώνα. Ο Ρόμπιν εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για να επιστρέψει στην Αγγλία ζωντανός μαζί με τους φίλους του, εκεί όμως θα έχει να αντιμετωπίσει τον διάδοχο του θρόνου Ιωάννη καθώς και τον υπασπιστή του, Γκόντφρεϊ, που δολοπλοκεί υπέρ του βασιλιά της Γαλλίας. Επίσης, επιστρέφοντας στο Νότιγχαμ για να εκπληρώσει μια υπόσχεση που έδωσε σ’ έναν ετοιμοθάνατο αξιωματικό του, γνωρίζει κι ερωτεύεται τη λαίδη Μάριαν.
Στην πέμπτη συνεργασία του με τον Ρίντλεϊ Σκοτ μετά τον «Μονομάχος» το 2000, το «Μια καλή χρονιά» το 2006, το «American gangster» το 2007 και την «Πλεκτάνη» το 2008, ο Ράσελ Κρόου αναλαμβάνει έναν θρυλικό ρόλο από κάθε άποψη. Ο Ρομπέν των Δασών είναι ένας από τους διαχρονικότερους λαϊκούς θρύλους της Βρετανίας, που έχει ενσαρκωθεί στον κινηματογράφο από μερικούς από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές όπως τον Ντάγκλας Φαίρμπανκς το 1922, τον Έρολ Φλιν το 1938, τον Σων Κόνερι το 1976 και τον Κέβιν Κόστνερ το 1991. Όπως όμως θα περίμενε κανείς, ο Σκοτ προσδίδει στην ιστορία και την εικονογραφία του μύθου το δικό του ύφος που αποτελείται κυρίως από μια υποτιθέμενη ιστορική αληθοφάνεια και από σκληροτράχηλη σκηνοθεσία με γήινες αποχρώσεις και έντονη βία.
Σ’ αυτή την εκδοχή του Ρομπέν συναντώνται δύο τάσεις της σύγχρονης χολιγουντιανής σεναριογραφίας. Η ‘ιστορικά ακριβής’ προσέγγιση σε λαϊκούς θρύλους δεν είναι εντελώς καινούρια αφού εφαρμόστηκε επίσης -εμπορικά ανεπιτυχώς- σ’ έναν άλλο λαϊκό θρύλο της Βρετανίας, τον βασιλιά Αρθούρο στην ομώνυμη ταινία του Αντουάν Φούκουα το 2004 με τον Κλάιβ Όουεν στον κεντρικό ρόλο. Επιπλέον, εδώ ο Σκοτ ακολουθεί τη σημερινή μόδα που αναζητά τις καταβολές των ηρώων, φτιάχνοντας έτσι ένα ‘Robin Hood Begins’ που ταυτόχρονα θέτει στόχο ν’ αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια και να εξηγήσει πώς το πρόσωπο μετατράπηκε σ’ έναν λαϊκό θρύλο, συνεπώς στον κατ’ επέκταση στον ήρωα με τα χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε.
Οι ιστορικοί ισχυρισμοί της ταινίας βεβαίως είναι στην κρίση του καθενός και ‘μείς ιστορικοί δεν είμαστε, αλλά μπορεί εύκολα να παρατηρήσει κανείς ότι όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις (του Αρθούρου, του Μεγάλου Αλεξάνδρου κτλ.) η ιστορική ακρίβεια μικρή σημασία έχει, αφενός επειδή τα πρόσωπα έχουν ήδη θεμελιώσει τη μυθική τους εικόνα, αφετέρου επειδή η επιδιωκόμενη ιστορική συνέπεια είναι μάλλον απρόσιτη εξαιτίας των ανεπαρκών, μακρινών κι αναξιόπιστων πηγών στις οποίες θα μπορούσε να βασιστεί.
Αφήνοντας λοιπόν την ιστορικότητα κατά μέρος, το σενάριο λειτουργεί μια χαρά ως αφήγηση καταβολών (origin story) αφού εκτός από το να χτίσει ένα επαρκές κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο, να εντάξει εκεί το προσωπικό παρελθόν του Ρομπέν και να μας πει πώς βρέθηκε στην παρανομία, διασαφηνίζει γεγονότα που θεωρεί ότι αποτελούσαν παραφθορά της κεντρικής ‘αλήθειας’, όπως το επώνυμο Λόξλι που συνόδευε τον ήρωα σε προηγούμενες περιπέτειές του. Η πλοκή παρεκκλίνει από το στερεότυπο αφηγηματικό σχήμα της διαμάχης ανάμεσα στον Ρομπέν και τον Ιωάννη και την αποκατάσταση του Ριχάρδου, παραλείποντας τη σύσταση και τη ζωή της συμμορίας μέσα στο δάσος, στην οποία καταλήγει στο τέλος, αφήνοντας υποσχέσεις για ενδεχόμενες συνέχειες.
Ενδιαφέροντα είναι τα σχέδια στους τίτλους τέλους, ενώ η φωτογραφία του Τζον Μάθισον ίσως είναι το εντυπωσιακότερο στοιχείο του φιλμ, με τη μεσαιωνική γενική άποψη του Λονδίνου σ’ ένα από τα ωραιότερα πλάνα ή όταν η κάμερα διεισδύει στις αδυσώπητες μάχες και διαγράφει την υφή του ξύλου, της πέτρας και του μετάλλου δίνοντάς τους δική τους ζωή. Δυστυχώς η ταινία εξακολουθεί να ‘μυρίζει’ διεκπεραίωση, αφού το σενάριο χάνει σε διαλόγους και διακυβεύματα ό,τι κερδίζει σε θεματική πληρότητα, καθώς μπαίνει στον κόπο να προσθέσει κάμποση ανθρωπιστική ρητορεία. Οι ηθοποιοί αντεπεξέρχονται ικανοποιητικά σε ρόλους που δεν έχουν μεγάλη ιδιαιτερότητα δεδομένης της γενικότερης παραλλαγής που πλασάρει το φιλμ, και η πλοκή είναι κοινότοπη και προβλέψιμη. Συνολικά καλοφτιαγμένη αλλά συνηθισμένη διασκέδαση.
ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ
LA RAFLE
Σκην.: Ρόζαλιν Μπος
Πρωτ.: Μελανί Λωράν, Γκαντ Ελμαλέ, Ραφαέλ Αγκογκ, Ολιβιέ Σιβί, Ουγκό Λεβερντέζ, Ζαν Ρενό, Ματιέ Ντι Κοντσέρτο, Ρομαίν Ντι Κοντσέρτο
Η ιστορία εξιστορεί τα γεγονοτα του 1942, κατά το καλοκαίρι του οποίου 15.000 εβραίοι εκδιώχτηκαν από το Παρίσι από τους Ναζί και προωθήθηκαν αρχικά σε στρατόπεδα εργασίας για να καταλήξουν σε στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολώνια. Το χειρότερο ήταν ότι τους ενήλικες ακολούθησαν και τα παιδιά τους, για τα οποία οι γερμανοί δεν έδειξαν οίκτο.
Μια σκληρή αλλά συνηθισμένη ιστορία για τα βάσανα των εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε σενάριο της σκηνοθέτριας, που τουλάχιστον εξιστορείται με ευαισθησία, περιστασιακό χιούμορ (η αφέλεια των παιδιών, η καρικατούρα του Χίτλερ) και ισορροπία ανάμεσα στα διαφορετικά κεντρικά συναισθήματα της παιδικής αθωότητας και στην ενήλικη αγωνία για επιβίωση. Πολύ καλό καστ τόσο στο ενήλικο όσο και στο ανήλικο μέρος του, με τη Λωράν να κάνει ακόμη μια εξαιρετική εμφάνιση μετά το «Inglourious Basterds», τον Ρενό όπως πάντα αξιόπιστο, και τα παιδιά χαριτωμένα και έξυπνα, με πλήρη συναίσθηση και αυτοέλεγχο στους ρόλους τους.

