Του Φραγκίσκου Παρασύρη βουλευτή ΠΑΣΟΚ

Tο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ( ΔΝΤ ) είναι ένας διεθνής οργανισμός επιτήρησης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, παρακολουθεί τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τα ισοζύγια πληρωμών και προσφέρει οικονομική και τεχνική βοήθεια σε οικονομίες που δυσλειτουργούν όταν του ζητηθεί.

Η ίδρυση του ΔΝΤ δρομολογήθηκε μαζί με το συγκρότημα της Παγκόσμιας Τράπεζας κατά τη διάρκεια της διάσκεψης του Bretton Woods το 1944 . Έδρα του ΔΝΤ είναι η Washington, DC, ως πρωτεύουσα της χώρας με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής. Το ΔΝΤ ανέλαβε δράση το 1947, υπό το καθεστώς ενός εξειδικευμένου οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.

Κατά τη διάσκεψη του Bretton Woods, αποφασίστηκε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, μετά το λεγόμενο πρότυπο ανταλλαγής χρυσού- συναλλάγματος. Μαζί με τον χρυσό, προστέθηκαν το αμερικανικό δολάριο, και, επιπλέον, η βρετανική λίρα ως αποθεματικά/συμπληρωματικά νομίσματα. Το αμερικανικό δολάριο ήταν το κύριο αποθεματικό νόμισμα και ως εκ τούτου το καθοριστικό νόμισμα . Η αξία του προσδιορίστηκε σε σχέση με τον χρυσό. Μια ουγγιά (= 31,104 g) χρυσού ήταν το ισοδύναμο των 35 δολαρίων. Απέναντι στις ξένες κεντρικές τράπεζες, η Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα ( Fed) δεσμεύτηκε να αγοράζει και να πουλάει δολάρια στην τιμή αυτή. Το δολάριο ήταν τόσο ισχυρό όσο ο χρυσός. Αυτό κατέστη δυνατό εκείνη την περίοδο, διότι οι ΗΠΑ, το 1944 διέθεταν τα μεγαλύτερα κοιτάσματα χρυσού στον κόσμο.Έτσι το δολάριο των ΗΠΑ είχε κάλυψη σε ποσοστό 25% από χρυσό.

Κάθε χώρα μέλος συμφωνούσε με το ΔΝΤ τις αρχικές ισοτιμίες του νομίσματός της σε χρυσό ή σε δολάρια . Τα μέλη υποχρεώθηκαν να εξασφαλίσουν μέσα από παρεμβάσεις την κεντρικών τραπεζών , την σταθερότητα των νομισμάτων τους και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες τους μέσα σε μια ζώνη του + / - 1% (1971: + / - 2,25%).

Μετά την κατάρρευση των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών το 1973, το ΔΝΤ επικεντρώθηκε στην πρόληψη και την εξάλειψη των παρεμβολών στη μακροοικονομική ισορροπία ( στρατηγική οικονομικής σταθερότητας) . Χώρες με ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών είχαν την δυνατότητα να προσφύγουν δάνεια του ΔΝΤ. Αυτός ο δανεισμός ωστόσο συνδέθηκε εξ αρχής με σκληρούς όρους προσαρμογής των δανειζόμενων χωρών, με επακόλουθο τελικά σημαντικών «εξωγενών» παρεμβάσεων στις εθνικές οικονομικές πολιτικές των εμπλεκόμενων χωρών.

Η χορήγηση ενός δανείου του ΔΝΤ συνδέεται πάντοτε με την υποχρέωση γρήγορης οικονομικής εξυγίανσης μέσα από πολιτικές αυστηρού δημοσιονομικού περιορισμού και λιτότητας.

Η σύνδεση των δανείων με αυστηρά οικονομικά μέτρα αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το καθοριστικό ρυθμιστικό εργαλείο του ΔΝΤ (προστακτική του ΔΝΤ).

Οι υπερβολικά αυστηρές υποχρεώσεις που υπέβαλε το ΔΝΤ στις δανειζόμενες χώρες υπήρξαν πάντοτε αντικείμενο οξείας κριτικής και προκάλεσαν σε πολλές περιπτώσεις σημαντικές κοινωνικές αναταραχές, όπως πχ κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ασία. Το ΔΝΤ κατηγορείται, μεταξύ άλλων, ότι τα δάνεια του αποτελούν κατά μία έννοια, ασφαλιστικές δικλίδες για ιδιώτες επενδυτές (moral hazard). Σύμφωνα με υποστηρικτές του ΔΝΤ, κάποιες από αυτές τις επικρίσεις είναι αποτέλεσμα άγνοιας σε σχέση με τις λειτουργίες και τους στόχους του ΔΝΤ, και αυτό οφείλεται στην έλλειψη διαφάνειας εντός του ΔΝΤ, καθώς και στην περίπλοκη φύση του διεθνούς οικονομικού συστήματος γενικότερα.

Οι επικριτές ωστόσο του ΔΝΤ ισχυρίζονται ότι αυτοί που κατευθύνουν την πολιτική του ΔΝΤ εσκεμμένα στήριξαν καπιταλιστικές στρατιωτικές δικτατορίες, φιλικά διαπλεκόμενες με αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες. Επειδή το ΔΝΤ υποστηρίζει την αύξηση των φόρων ακόμη και όταν η οικονομία είναι αδύνατη, με στόχο τα δημοσιονομικά έσοδα προς αντιμετώπιση των ελλειμμάτων, αυτές οι πολιτικές επικρίθηκαν από τον Τζόζεφ Ε. Στίγκλιτς, πρώην οικονομολόγο και αντιπρόεδρο της Παγκόσμιας Τράπεζας και νομπελίστα οικονομικών. Ο Στίγκλιτς υποστήριξε ότι, στρεφόμενο σε μια καθαρά νομισματική προσέγγιση, το ΔΝΤ δεν έχει πλέον έγκυρο στόχο, αφού σχηματίστηκε για να παρέχει κονδύλια σε χώρες για να υλοποιήσουν κεϋνσιανή αποκατάσταση των πληθωριστικών μεγεθών.

Το διοικητικό όργανο του ΔΝΤ είναι το Συμβούλιο των Διοικητών, που αποφασίζει σχετικά με τη θέσπιση των εθνικών ποσοστώσεων, με την εισδοχή των νέων κρατών μελών και την κατανομή των ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΤΔ). Στο Συμβούλιο των Διοικητών» εκπροσωπείται κάθε κράτος μέλος με ένα Διοικητή και έναν αναπληρωματικό (συνήθως τον Υπουργό Οικονομικών και τον επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας) για πέντε συνεχή έτη. Οποιαδήποτε χώρα μπορεί να ζητήσει να γίνει μέλος του ΔΝΤ. Η αίτηση εξετάζεται πρώτα από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ, το οποίο θα υποβάλει έκθεση στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ με εισηγήσεις. Οι εισηγήσεις αφορούν το μερίδιο που αναλογεί (quota) στο υποψήφιο μέλος, τον τρόπο πληρωμής της συνδρομής, και άλλους όρους και προϋποθέσεις για ένταξη.

Το μερίδιο (quota) ενός μέλους του ΔΝΤ καθορίζει τη συνδρομή που πρέπει να πληρώνει, το βάρος της ψήφου του, την πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις από το ΔΝΤ, και το μερίδιό του σε ειδικά δικαιώματα ανάληψης ( Special Drawing Rights). Οι ποσοστώσεις καθορίζονται από μακροοικονομικούς δείκτες όπως το ΑΕΠ, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα, τον όγκο εξωτερικών συναλλαγών. Το υψηλότερο ποσοστό ως χώρα διαθέτουν οι ΗΠΑ με (17,49%), ακολουθούμενη από την Ιαπωνία (6,27%), τη Γερμανία (6,12%), Βρετανία και Γαλλία (αμφότερες 5,06%), Ιταλία (3,32%) και Καναδά (3,0%) (ως τα μέσα του 2001). Συνολικά, περίπου 57% πέφτει στις ανεπτυγμένες χώρες και 43% για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων απαιτείται πλειοψηφία άνω του 85%.

Οι νομισματικά ισχυρές χώρες μέλη του ΔΝΤ διασφαλίζουν την καθοριστική επιρροή τους μέσω της οικονομικής τους συνεισφοράς και μέσω των προνομίων που διαθέτουν στον μηχανισμό λήψης αποφάσεων . Οι ανεπτυγμένες χώρες, ιδίως οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιαπωνία έχουν το κύριο λόγο. Σπάνια το Συμβούλιο υπερψηφίζει αποφάσεις που συγκρούονται με τα συμφέροντα των ΗΠΑ ή των ευρωπαϊκών χωρών. Ως εκ τούτου διεξάγεται από το 2006 έντονη συζήτηση για αλλαγές στον τρόπο ψήφισης, ώστε να γίνεται πιο δίκαια. Βάσει άγραφου νόμου, ο διοικητής του ΔΝΤ είναι πάντοτε από την Ευρώπη και ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.