Του Αλ. Α. Ανδρικάκη

Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική και πολιτική, αλλά κυρίως κοινωνική. Και δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί…

Επιτέλους, ας κατανοήσομε το πρόβλημά μας για να έχομε ελπίδα



-Αν κρεμάσομε τους πολιτικούς, χωρίς ν’ αφήσομε ούτε για δείγμα απ’ αυτό το είδος, θα πάψει να υπάρχει το πρόβλημα της σύγχρονης Ελλάδας; Ποιος μπορεί ν’ απαντήσει θετικά; Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι πολιτικοί.

Είναι και η στάση του καθενός πολίτη, που φυσικά εκλέγει τους πολιτικούς.



-Η κρίση στην Ελλάδα δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά κυρίως κοινωνική.

Υπεύθυνοι είναι οι πολιτικοί – τρώνε δεν τρώνε- αλλά κι εμείς οι πολίτες, ακόμη κι αυτοί που δεν τρώμε, γιατί ανεχόμαστε, ψηφίζομε εκείνους που δεν είναι οι άξιοι, αλλά εκείνους που μας βολεύουν, για να βάλουν το παιδί μας στο δημόσιο.

Γιατί πολλοί από εμάς πανώγραφαν για να «κοροϊδεύουν» την Ε.Ε., έπαιρναν

τις επιδοτήσεις για την επιχείρησή τους και δεν τις επένδυαν παραγωγικά.

Γιατί όλοι μαζί κάναμε την Ελλάδα αντιπαραγωγική.



-Στην κρίση αυτή οι συνδικαλιστές και τα μίντια – που επιχειρούν να επιβάλλουν

τη μιντιακή δικτατορία στην Ελλάδα - έχουν τη δική τους ευθύνη.

-Αν όλοι δεν συνειδητοποιήσομε το πραγματικό μας πρόβλημα, και περιοριστούμε μόνο στον αφορισμό της πολιτικής και των πολιτικών, τότε το πηγάδι δεν θα έχει πάτο. Και κάποια στιγμή η Ελλάδα θα αποκτήσει και το δικό της Μπερλουσκόνι…



Τελικά, φταίνε οι πολιτικοί για τη δυστυχία όλων μας; Για την ακρίβεια, φταίνε μόνο οι πολιτικοί; Είτε επειδή κάποιοι απ’ αυτούς έφαγαν, είτε επειδή όλοι μαζί διαμόρφωσαν ένα πολιτικό σύστημα που έχει έντονα στοιχεία διαφθοράς, αλλά, πλέον, και φθοράς; Ναι, φταίνε οι πολιτικοί! Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Φταίνε λίγοι ή όλοι, φταίνε πάντως οι πολιτικοί.

Φταίνε όμως μόνο οι πολιτικοί, όπως ακούμε και διαβάζομε όλο αυτό το διάστημα; Αυτή δεν είναι η απάντηση που μας δίνουν, αυτό δεν θέλομε να ακούσομε όλοι οι Έλληνες; Αυτή δεν είναι η εύκολη απάντηση που μάς δίνουν τα τελευταία χρόνια στην μιντιοκρατούμενη Ελλάδα, σ’ εκείνη τη χώρα που για να βγει κάποιος βουλευτής θα πρέπει οπωσδήποτε να τον χαϊδέψουν τα μίντια, για να βάλει στα σοβαρά υποψηφιότητα κάποιος για αρχηγός κόμματος ή, ακόμη, και για πρωθυπουργός θα πρέπει τα μίντια να δείξουν το «κλίμα», πιο σωστά, να το διαμορφώσουν;

Στην πυρά, λοιπόν, οι πολιτικοί. Πρωθυπουργοί, υπουργοί, βουλευτές. Στην πυρά! Ε, ας τους κάψομε – φταίνε δε φταίνε- στην πλατεία Ελευθερίας. Ή, ακόμη καλύτερα, στο Σύνταγμα για να χωρέσουν όλοι. Και μετά; Το λύσαμε το πρόβλημα; Θα γεμίσουν τα ταμεία με τα χρήματα που θα τους πάρομε; Να δημεύσομε και τις περιουσίες τους. Θα πληρώσομε τα χρέη; Θα σταματήσομε να έχομε τόσες δανειακές ανάγκες; Θα σταματήσομε να κρατιόμαστε από τα μπατζάκια των κερδοσκόπων, από τα μπατζάκια της Ε.Ε. ή του Δ.Ν.Τ.;

Όταν τους κάψομε όλους μαζί, θα αρχίσει, επιτέλους, η χώρα να παράγει; Θα δουλέψει το δημόσιο; Θα σταματήσει η γραφειοκρατία και η μίζα, που εμποδίζουν κάθε έντιμη προσπάθεια σ’ αυτό τον τόπο; Θα βγούμε από τα αδιέξοδα; Θα σταματήσομε να είμαστε τόσο ωχαδερφιστές; Θα σταματήσομε να πετάμε τα σκουπίδια μας στην άκρη του δρόμου, γιατί δεν μας βολεύει να πάμε μέχρι τον κάδο; Θα σταματήσομε να μπαίνομε ανάποδα στο μονόδρομο, γιατί βιαζόμαστε, αφού άλλωστε εμείς δεν είμαστε και πολύ των κανόνων; Θα σταματήσομε να κάνομε την προσωπική επιδίωξη δημόσιο αίτημα, και να κατεβάζομε, για παράδειγμα, στους δρόμους τους μαθητές για να διατηρήσομε τη δημαρχιακή μας εξουσία; Γιατί συμπτώματα του ίδιου προβλήματος είναι κι αυτά όλα. Του Έλληνα του βολέματος και τους συμφέροντος, που κάνει τη ζωή του πιο εύκολη και των υπολοίπων μαρτύριο…

Αλλά αν κάψομε τους πολιτικούς, δεν θα πρέπει να βρούμε άλλους στη θέση τους να μας βάζουν τα παιδιά μας στο δημόσιο, να μας εξασφαλίζουν καμιά χρηματοδότηση με την οποία αντί να αναπτύσσομε την επιχείρησή μας, τελικά να την κάνομε πολυτελές αυτοκίνητο, να μας βοηθούν να παίρνομε επιδοτήσεις που δεν δικαιούμαστε, αλλά μ’ αυτές να ζούμε, αντί της παραγωγικής διδικασίας; Την απάντηση αυτή δεν μας τη δίνουν οι τηλεαστέρες των μίντια, που ξαφνικά συμπόνεσαν το λαό, που υποφέρει πραγματικά…

(Είναι τα ίδια μίντια, που όταν δεν προσπαθούν να μας χαϊδέψουν τ’ αυτιά, μάς τρομοκρατούν, προαναγγέλλοντάς μας, περίπου, πόσες μέρες ζωής μάς μένουν, ή πως από στιγμή σε στιγμή θα καεί η Αθήνα, διαμορφώνοντας επίσης ένα κλίμα που τους βολεύει στην εύκολη πολιτική του αίματος και του σπέρματος, της τρομολαγνίας, που απευθύνεται στο θυμικό του τηλεθεατή, και σηκώνει ψηλά τα νούμερα της τηλεθέασης. Κι όταν δεν κάνουν ούτε αυτό, έχουν κι άλλη εύκολη λύση. Αυτή των εκπομπών του κουτσομπολιού, της αποχαύνωσης, των εκπομπών που «ενημερώνουν» για το ποιος επώνυμος πήγε με ποια επώνυμη. Το πρωί μας ενημερώνουν για το πόσο άτυχοι είμαστε εμείς οι Έλληνες, ζητώντας πίσω τα κλεμμένα από τους πολιτικούς, και το μεσημέρι ενώ διαδηλώνουν εργαζόμενοι έξω από το υπουργείο Οικονομικών, εκείνα μας δείχνουν τη γνωστή Τζούλια να φτάνει με λιμουζίνα στον ίδιο χώρο και να κάνει δηλώσεις για την πορνοταινία της…Και το βράδυ προσπαθούν να επιβάλλουν πολιτική… Αυτά είναι τα ελληνικά μίντια. Εικόνα κι αυτά της σημερινής ελληνικής κοινωνίας…)

Αλλά ας επανέλθομε στο θέμα μας, αν και η μιντιακή δημοκρατία, ή καλύτερη η μιντιακή δικτατορία, δεν είναι έξω από την καρδιά του προβλήματος της σύγχρονης Ελλάδας. Για σταθείτε, λοιπόν. Μήπως αυτή η καραμέλα για τους πολιτικούς ως τους μόνους υπεύθυνους αυτής της κατάστασης μάς βολεύει όλους εμάς τους υπόλοιπους, αλλά δεν μας λύνει το πρόβλημα, γιατί δεν μας λέει την αλήθεια; Μήπως δεν βοηθάει να δούμε όλη την πραγματικότητα;

Όπως τονίσαμε, έχομε μια παραδοχή αδιαμφισβήτητη. Φυσικά κι ευθύνονται οι πολιτικοί. Γιατί μερικοί, ή πολλοί, απ’ αυτούς έφαγαν, κι έφαγαν πολλά. Ευθύνονται συνολικότερα οι πολιτικοί, κι αυτοί που δεν έφαγαν, γιατί εκείνοι έκαναν τους νόμους, διαμόρφωσαν τους θεσμούς, ώστε μερικοί να τρώνε, καλυπτόμενοι πίσω από το σύστημα ή την ασυλία, φόρτωσαν το δημόσιο, οδήγησαν την Ελλάδα σε μια αντιπαραγωγική πορεία, κι ανέχτηκαν τη διαφθορά που βασιλεύει.

Αλλά αν θέλομε να είμαστε ειλικρινείς και ν’ αγγίξομε το πραγματικό μας πρόβλημα, ώστε να έχομε ελπίδα να το λύσομε, θα πρέπει να φωνάξομε μια δεύτερη αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Οι πολίτες, οι περισσότεροι πολίτες, ο καθένας με τον τρόπο του, είμαστε είτε συνένοχοι, είτε συνυπεύθυνοι. Συνένοχοι αν φάγαμε κι εμείς, συνυπεύθυνοι επειδή όλοι γνωρίζαμε και σιωπούσαμε. Κι η σιωπή, η ανοχή, στην περίπτωση αυτή λύνει τα χέρια σ’ εκείνον που θέλει να δράσει. Αλλά και για έναν τρίτο λόγο. Εμείς οι πολίτες δεν εκλέγομε τους πολιτικούς; Για αναρωτηθείτε; Εκλέγομε εκείνον που θεωρούμε ικανό να βοηθήσει τον τόπο, ή εκείνον που θεωρούμε ικανό να μας βολέψει; Να μας βάλει το παιδί στο δημόσιο, να μας καλύψει το αυθαίρετο, να μας βγάλει τη χρηματοδότηση από το παράθυρο.

Οι εκπρόσωποί μας δεν είναι οι πολιτικοί; Εκείνοι, μάλιστα, που αν τους καλέσομε στο γάμο του κοπελιού μας και δεν έλθουν, ή αν δεν βάλουν το κοπέλι μας σε μια καλή δουλειά στο δημόσιο, την επόμενη φορά θα τους καταψηφίσομε. Προσέξτε, θα τους καταψηφίσομε όχι επειδή δεν βοηθούν τον τόπο, αλλά γιατί δεν μας κάνουν το ρουσφέτι, την παρανομία που θα μας ωφελήσει…

Κακίζομε, και σωστά, τους πολιτικούς για τα ρουσφέτια. Μα για να γίνει κάποια πράξη θέλει δύο. Όχι το βουλευτή και τον καθρέπτη του, μα το βουλευτή και τον ψηφοφόρο του.

Δεν έχομε ευθύνες εμείς οι Έλληνες που θέλαμε ή θέλομε διαρκώς να κατατρώγομε το δημόσιο τομέα, αυτόν που όλοι πάντα καταριόμαστε; Που θέλομε από την ημέρα της γέννησης του παιδιού μας να βρούμε τρόπο να το βολέψομε στο δημόσιο. Οι πάντες, πολιτικοί και πολίτες, επιχειρηματίες, επιστήμονες, απλοί εργαζόμενοι, ήθελαν πάντα να κατατρώγουν, λες και τα χρήματα μάς τα χάριζαν, σα να είχαμε κερδίσει κάποιο εθνικό λόττο, λες και δεν τα πληρώναμε εμείς οι ίδιοι και, κυρίως, δεν φορτώναμε, όχι μόνο τους δανειστές μας, αλλά κυρίως τα παιδιά μας και τις επόμενες γενιές.

-Ο καθένας ήθελε να βολεύει τους δικούς του στο δημόσιο. Αυτό ήταν το «όνειρο» του κάθε Έλληνα. Ήταν η απαίτηση του ψηφοφόρου του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, ως «ανταμοιβή» για τους «αγώνες» υπέρ του κόμματος… Κι αυτός ήταν ο λόγος της καταγγελίας εκείνων που δεν είχαν πρόσβαση στο κυβερνών κόμμα. Η καταγγελία δεν αφορούσε στο φαινόμενο της διόγκωσης του δημόσιου τομέα από τα «δικά μας παιδιά», αλλά στο γεγονός ότι κι αυτοί δεν μπορούσαν να γίνουν παιδιά του ίδιου συστήματος… Αδικούνταν επειδή δεν είχαν μπάρμπα στην Κορώνη…

Ποιο ήταν το επιχείρημα για το δημόσιο τομέα; Να μπει το παιδί μου στο δημόσιο για να έχει το μισθό, βρέξει λιάσει… Δε διογκώθηκε έτσι ο δημόσιος τομέας; Δεν έγινε αντιπαραγωγικός; Δεν έγινε ανταγωνιστής του ιδιωτικού τομέα, με αθέμιτα μάλιστα μέσα, όπως η υποστήριξη από το κράτος, για τα ρουσφέτια των πολιτικών υπέρ των ψηφοφόρων; Για τις αξιώσεις των ψηφοφόρων στους πολιτικούς;

Δε θυμόμαστε ότι έπεσαν πάνω στον Πεπονή κόμματα, συνδικαλιστικοί φορείς (ο συνδικαλισμός, το άλλο σύμπτωμα της ελληνικής διαφθοράς, που έφτασε στο σημείο να συνδιοικεί το δημόσιο και το κράτος, που ξέφυγε από το ρόλο του υπερασπιστή των κοινωνικών ομάδων και κατέληξε σε μηχανή παραγωγής βουλευτών, δημάρχων, παραγόντων…), πολίτες, για το νόμο του ΑΣΕΠ, με τον οποίο επιχείρησε να μαζέψει τα πράγματα και να κάνει αντικειμενικά τα κριτήρια των προσλήψεων;

- Πόσοι αγρότες δεν πανωγράφουν εδώ και χρόνια, δεν εισπράττουν τα βοηθήματα ή τις χρηματοδοτήσεις που δεν δικαιούνται, με απάτες, στις οποίες συνεργούν συνεταιριστές και πολιτικοί; Σ’ αυτό το σύστημα ο αγρότης είναι αθώος; Πόσες αγροτικές χρηματοδοτήσεις έγιναν 4Χ4 ή το καλύτερο σπίτι στο χωριό; Για να μην αναφερθούμε σ’ εκείνες τις λίγες, ευτυχώς, περιπτώσεις χρηματοδότησης που έγιναν «παραγωγικές επενδύσεις» καλλιέργειας χασίς…

- Πόσοι επιχειρηματίες δεν πήραν κοινοτικά ή κρατικά χρήματα για να τα επενδύσουν παραγωγικά, να αναπτύξουν την επένδυσή τους; Κι αντί γι αυτό συσσώρευαν πλούτο, με δανεικά…Πόσοι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες υπάρχουν και σήμερα; Αυτοί δεν ανταγωνίζονται αθέμιτα το σοβαρό τμήμα του ιδιωτικού τομέα, που επιχειρεί, μάταια, να αναπτύξει τη δική του αυτόνομη δραστηριότητα;

- Η φοροδιαφυγή είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που δημιούργησαν πολλοί πολίτες, κι όχι μόνο οι πολιτικοί. Αυτό το φαινόμενο που όλοι οι υπουργοί Οικονομικών τα τελευταία 50 χρόνια κήρυξαν ως τον κύριο εχθρό του κράτους, αλλά ποτέ δεν το περιόρισαν. Και πλέον δεν αφορά μόνο στους γνωστούς παραβάτες ή υπόπτους. Δεν σχετίζεται μόνο με το «μεγάλο κεφάλαιο», με επιχειρηματίες, γιατρούς ή δικηγόρους. Πόσοι συνταξιούχοι, των 50 και 55 ετών (και ξέρομε ποιοι είναι αυτοί που βγαίνουν τόσο νωρίς στη σύνταξη…) δεν έχουν και άλλο εισόδημα, το οποίο αποκτούν μετά τη συνταξιοδότηση, και το κρατούν κρυφό; Πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν κάνουν το ίδιο; Πόσοι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα έχουν και μια δεύτερη δουλειά με «μαύρο εισόδημα»;

Όλα αυτά που «τρώμε», όμως από αλλού κόβονται. Όχι μόνο από άλλες κοινωνικές ομάδες. Αλλά από την ανάπτυξη. Απ’ αυτό που σήμερα λέμε παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, που δεν έχομε. Τι παράγει η Ελλάδα; Μια οικονομία υπηρεσιών μπορεί να ζήσει; Οικονομία που στηρίζεται σε δανεικά, τα οποία μάλιστα δεν επιστρέφονται, πόσο μπορεί να σταθεί;

Όλα αυτά τα ξέραμε. Δεν συμμετέχουν πολλοί από εμάς σ’ αυτό το φαγοπότι; Δεν γνωρίζουν πολλοί άλλοι και δεν μιλούν; Δεν εκλέγουν τους ίδιους βουλευτές με κριτήριο ποιος θα τους εξυπηρετήσει κι όχι αν θα κάνει καλό στον τόπο;

Να γιατί δεν είναι ένοχοι μόνο οι πολιτικοί. Να γιατί έχομε συνενοχή ή συνυπευθυνότητα οι περισσότεροι πολίτες; Είτε επειδή είμαστε συνδαιτυμόνες, είτε επειδή γίναμε μέλη του συστήματος, είτε επειδή μάθαμε στη μικροκομπίνα, είτε επειδή βολευτήκαμε και ανεχτήκαμε. Είτε επειδή απλώς δεν αντιδράσαμε.

Με απλά λόγια, πολιτικοί και πολίτες είναι συνένοχοι στην απαξίωση της σημερινής Ελλάδας. Οι πολιτικοί γιατί τα έδιναν όλα στη μάχη της ψηφοθηρίας, κι οι πολίτες επειδή στήριξαν αυτό το σύστημα προσδοκώντας στο δικό τους βόλεμα ή το κέρδος. Ας μη φωνάζουν σήμερα οι Έλληνες μόνο για τους πολιτικούς. Σε κάθε λαό, άλλωστε, αξίζει και μια συγκεκριμένη εκπροσώπηση.

Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω…

Να γιατί η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι πολιτική, είναι κοινωνική, είναι ηθική. Δεν είναι μόνο κρίση του πολιτικού ή οικονομικού συστήματος. Είναι και του κοινωνικού. Ίσως κυρίως του κοινωνικού, και όλα τα άλλα είναι συνέπειες αυτού του προβλήματος. Είναι όμως και προσωπική κρίση του καθενός μας, τελικά. Κι αν αυτό δεν το συνειδητοποιήσομε, αν συνεχίζομε να θεωρούμε μόνο τους πολιτικούς υπεύθυνους, όπως προσπαθεί να μας πείσει ο λαϊκισμός της ελληνικής μιντιοκρατίας, ή, καλύτερα, η δικτατορία των μίντια που έφτασε στο σημείο να διεκδικεί ρόλο διαμορφωτή του πολιτικού συστήματος, τότε τίποτε δεν θα αλλάξει. Το πηγάδι στο οποίο πέσαμε δεν θα έχει πάτο, και άρα ποτέ δεν θα βγούμε. Γιατί και το οικονομικό πρόβλημα της χώρας να λύσομε, υπό την εποπτεία της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. (…), το πολιτικό πρόβλημα θα συνεχίσει να υπάρχει, το κοινωνικό το ίδιο. Και τελικά εμείς οι ίδιοι θα έχομε χάσει την ευκαιρία να βρούμε ένα άλλο δρόμο. Και τώρα μπορεί να μην κινδυνεύομε από την εμφάνιση κάποιου σωτήρα συνταγματάρχη. Αλλά σίγουρα στην Ελλάδα υπάρχουν μερικοί που ζηλεύουν τη δόξα του Μπερλουσκόνι…

Σήμερα αυτή η κρίση είναι μια ευκαιρία. Ή θα την αρπάξομε και θα αλλάξομε τα πάντα, τους πολιτικούς, το σύστημα, την κοινωνία, τις αντιλήψεις μας, τον τρόπο που επιβιώνομε. Ή…. Όχι, δεν υπάρχει εναλλακτικό σενάριο. Το εναλλακτικό είναι να βουλιάξομε όλοι μαζί. Τουλάχιστο αυτό μπορούμε να συμφωνήσομε ότι δεν θα το επιτρέψομε…