Του Δημήτρη Χ. Σάββα
Σκληρός μήνας ο Απρίλης κατά τον Άγγλο ποιητή του Μεσοπολέμου Eliot και οι στίχοι του, στίχοι πραγματικά μιας χώρας έρημης που περιμένει αυτό το μήνα τις ευεργετικές του βροχές. Αυτές θα γίνουν η αιτία να ξεδιψάσει η γη και να καρποφορήσει, να βλαστήσουν οι Πασχαλιές και οι οκνές ρίζες να σαλέψουν, αφού ήταν αδρανοποιημένες το χειμώνα. “Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας μες απ’ την πεθαμένη γη τις Πασχαλιές, σμίγοντας θύμηση και επιθυμία, ταράζοντας με τη βροχή της Άνοιξης ρίζες οκνές...”.
Ίσως να εννοεί την ανάσταση της φύσης ο ποιητής, αφού ο μήνας Απρίλης είναι ταυτισμένος μ’ αυτό το κορυφαίο γεγονός!
Παράλληλα με την Ανάσταση συνυπάρχει και θριαμβεύει και η Άνοιξη με όλες τις δυνάμεις που την χαρακτηρίζουν. Κάτι για το οποίο ο Εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός δεν μας αφήνει καμμία αμφιβολία με τους παρακάτω στίχους, απόσπασμα από το έργο του Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
“Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσκους
ανάκουστος κυλαϊδισμός και λιγοθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Εξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στις λίμνης το νερό, ο’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο, ακίνητ’ όπου αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιζ’ η πεταλούδα,
που χ’ ευωδιάσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
- “Αλαφροϊσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες”
- “Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!”.
Στη συνέχεια έχουμε το χορό και τα γέλια ανάμεσα στον Απρίλη και στον Έρωτα και επειδή ο θάνατος υπολανθάνει υπάρχει μια αγωνία γι’ αυτόν και για τη ζωή μια συνεχής σύγκρουση που είναι αξιόλογη η αναφορά της. Δικαιολογημένα βέβαια αφού η φύση αυτό τον καιρό είναι η ωραιότερη σε σημείο τέτοιο που προκαλεί τους πολιορκημένους μαχητές του Μεσολογγίου.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στις λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο.
Το σκουλικάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη.
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες, με χίλιες γλώσσες κραίνει.
Όποιος πεθανει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
Εξάλλου δεν ήταν τυχαίοι οι στίχοι του ήρωα της Αλαμάνας Αθανασίου Διάκου, οι οποίοι υμνούν αυτή την εποχή:
“Για ιδές καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρει
τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι”.
Όμως και ο Κώστας Καρυωτάκης αναφέρεται με τον δικό του τρόπο στη μέρα του Απρίλη. Εκείνη τη μέρα που η φύση, ο κάμπος, τα φυτά, τα άνθη και τα πουλιά είχαν το δικό τους πανηγύρι... Ζούσαν στο δικό τους παράδεισο...
“Μέρα τ’ Απρίλη
γεμάτη θάμπος
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν
πουλιά πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
“Πώς να πεθάνω;”
Πώς να πεθάνω; αναρρωτιέται ο ποιητής. Στο ίδιο πράγμα φαίνεται να καταλήγει και ο Διονύσιος Σολωμός στο ποίημά του ο Λάμπρος κατά την ημέρα της Λαμπρής: από τους πρώτος του κιόλας στίχους:
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο καταχνιά δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη.
Κι από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Αλλά και η Βυζαντινή ποίηση δεν είναι αμέτοχη στη γιορτή του Απρίλη. Το μεγαλοβδόμαδο και ειδικά οι ύμνοι της Μεγάλης Παρασκευής, τότε που οι λεμονανθοί και τα αγριολούλουδα θέλουν να συντροφεύσουν το Θείο δράμα κατά την τελετή και περιφορά του Επιταφίου:
Ω! γλυκύ μου έαρ
γλυκύτατόν μου τέκνον
που έδυ σου το κάλλος!
Όπως είχαμε αναφέρει για τον Μάρτη πως έχει δυο όψεις, έτσι και ο Απρίλης μπορεί να χαρακτηρισθεί αφενός ανοιξιάτικος μήνας και αφετέρου μήνας με δυο όψεις. Ο λαός μας πιστεύει ότι αρχίζει και αλλάζει ο καιρός μετά τις 18 Απριλίου, μέχρι τότε όλα είναι πιθανά.
“Το Μάρτη ξύλα φύλαγε
μην κάψεις τα παλούκια
και τ’ Απριλιού τις δεκοχτώ
μην κάψεις τα καρούλια”.
Όσοι δεν είχαν ξύλα πολλές φορές έβγαζαν τα παλούκια (στηρίγματα) από διαφόρους φράχτες σπιτιών, κήπων και τα έκαιγαν, προκειμένου να ζεσταθούν. Όσο για τα καρούλια του αργαλειού ήταν ό,τι τελευταίο ξύλινο πράγμα είχε μείνει στο σπίτι που όταν ζορίζονταν η κατάσταση σκέφτονταν να το κάψουν για να ζεσταθούν. Η δεκάτη ογδόη Απριλίου φαίνεται ότι είναι οριακή μέρα του χειμώνα και της άνοιξης και από τους παρακάτω στίχους οι οποίοι αναφέρονται στους ναυτικούς μας οι οποίοι ταξιδεύουν και πολλές φορές συναντούνε και αντίξοες καιρικές συνθήκες:
“Ως τ’ Απριλιού τις δεκαοχτώ
νάχεις το μάτι σου ανοιχτό·
περάσανε οι δεκαοχτώ
άραξε πάνω σ’ ένα αυγό”.
Ας έρθουμε όμως και στους αγρότες, στους γεωργούς, οι οποίοι περιμένουν με λαχτάρα τις ευεργετικές βροχές του Απρίλη. Για να κυριολεκτήσω μάλλον κάποτε τις περίμεναν, τώρα περιμένουν μόνο και μόνο επιδοτήσεις οι οποίες κάθε άλλο παρά για τον προορισμό που έχουν ταχθεί πηγαίνουν. Ας είναι.
Πολλές είναι οι παροιμίες για την Απριλιάτικη καλοδεχούμενη βροχή, όπως:
“Τον Απρίλη η βροχή,
κάθε κόμπος και φλουρί”,
ή:
“Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά
κι ο Μάης πέντε - δέκα
να δεις το κοντοκρίθαρο
πώς στρίβει το μουστάκι,
να δεις και τις αρχόντισσες
πως ψιλοκλησαρίζουν,
να δεις και τη φτωχολογιά
πώς ψιλοκοσκινίζει”.
Είναι τόσο καλή η βροχή του Απρίλη, ώστε στην Κομοτηνή τη θεωρούσαν μεγάλο γιατρικό για τη θέρμη. Γι’ αυτό την έβαζαν σ’ ένα μπουκάλι και πότιζαν μ’ αυτό εκείνον που είχε θέρμη.
Κι ενώ η βροχή κάνει καλό στις διάφορες γεωργικές εργασίες, αυτό που είναι επιβλαβές στις καλλιέργειες είναι το χαλάζι. Σε πολλά μέρη της πατρίδας τι και τι δεν κάνουν για να το ξορκίσουν. Ένας τρόπος είναι αυτός που θα αναφέρουμε στη συνέχεια.
Το χαλάζι είναι άσπρο και λαμπερό και οι γεωργοί πιστεύουν με κάποιο άλλο μέσο πιο άσπρο και πιο λαμπερό ότι μπορούν να το ξορκίσουν. Και ποιο είναι αυτό; Είναι το Αναστάσιμο Φως. Ο τόπος που βλέπει αυτό το φως που ανάβουν το βράδυ της Ανάστασης, λένε ότι δεν θα επιβαρυνθεί από αυτό το καταστροφικό φυσικό φαινόμενο.
Πολλοί καταλογίζουν στον Απρίλη και κάποια κακή όψη, αυτή της έλλειψης των αγαθών που κάνει τους ανθρώπους να πεινούν.
“Απρίλης, γλίρης, τιναχτοκοφίδης” λένε και εννοούν τη σοδειά που σώνεται, αφού αποθέματα πια δεν υπάρχουν. Και αυτό γιατί κάποτε φύλαγαν το σιτάρι, το κριθάρι, το καλαμπόκι και τόσα άλλα αγαθά στις κοφίνες, τις οποίες στο τέλος της τίναγαν για να πάρουν μέχρι και τον τελευταίο σπόρο. Τώρα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Πηγαίνουμε στα διάφορα πολυκαταστήματα και εκεί υπάρχει και του πουλιού το γάλα που λένε. Πατάτες Αιγύπτου, ρύζι Αμερικής, όσπρια Μαρόκου, ζάχαρη Κούβας, σε λίγο όσοι δεν τρώνε σπορέλαιο και επιμένουν στο λάδι θα τρώνε λάδι Ιταλίας ή Ισπανίας (επειδή το δικό μας γίνονται προσπάθειες να διοχετευθεί στην Κίνα) και πάει λέγοντας. Δεν θα συντρέχει λοιπόν λόγος να τινάξουμε τις κοφίνες για να πάρουμε μέχρι και τον τελευταίο σπόρο. Ωστόσο θα έχουμε ξετιναχθεί εμείς και οι τσέπες μας, αφού έχουμε εναποθέσει την κάθε ελπίδα μας στα... εισαγόμενα.
Βιβλιογραφία:
1. Ένθετο Καθημερινής, Απρίλης, 1-4-2001.
2. Οι 12 μήνες, Λαογραφικά, Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος.
3. Γ.Α. Μέγας, “Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας”, Αθήναι 1963.

