Δεν πιστεύει στο Θεό αλλά οραματίζεται μία «εκκλησία του δήμου» με τις αρχές της ισοτιμίας, της ισηγορίας και της ισονομίας. Ο Κώστας Χιωτέλης, γνωστός για τις αντιεξουσιαστικές του απόψεις μιλά στην «Π» για το πώς ο ίδιος βιώνει την Κορύφωση του Θείου Δράματος, κάτι, φυσικά, που ο ίδιος ακόμα και σαν ιδέα απορρίπτει.

«Η κακία του κόσμου, ο πόνος, η οδύνη με σπρώχνουν στη μοναχικότητα και ζω λίγο διαφορετικά από τους πολλούς, με ένα βιβλίο στο χέρι», αναφέρει.

Η συνέντευξη του Κ. Χιωτέλη στην «Π» έχει ως εξής:

Πώς ένας άνθρωπος, ο οποίος δηλώνει «άθεος», βιώνει τις ημέρες του Πάσχα; Είναι για σας συνηθισμένες μέρες, τηρείτε έθιμα, όπως το σούβλισμα του αρνιού, το τσούγκρισμα των αυγών;

«Πριν από πολλά χρόνια, η εμπειρία της ζωής και η μελέτη με οδήγησαν με ανορθόδοξο τρόπο να πιστεύω ότι η αθεΐα είναι αρετή. Τα ήθη, τα έθιμα , τις προκαταλήψεις και εν γένει την παράδοση του Εβραίο- χριστιανικού πολιτισμού και κάθε θρησκείας, τα θεωρώ ζωντανές δεξαμενές βίας, γι’ αυτό μου φέρνουν αναγούλα και δυσφορία, άσε που όσες φορές δοκίμασα σουβλιστό αρνί ήταν άνοστο και άψητο, δεν τρωγόταν».

Όμως, όταν ένας άνθρωπος δεν πιστεύει στο Θεό, σε τι ελπίζει, τι του δίνει κουράγιο;

«Σίγουρα δεν πιστεύω σε κανένα θεό, πάπα, βασιλιά, αρχιεπίσκοπο ή σε κάποια υπερβατική ψευδαίσθηση… Όχι γιατί όλοι αυτοί κάνουν παρέα με παιδεραστές, αλλά γιατί αισθάνομαι ότι συμμετέχω σε μια παγκόσμια ρευστή συλλογικότητα άθεων που σε κάθε υπόθεση επιμένει με ζήλο στην αναγκαιότητα της απόδειξης, αυτή η έλλειψη της απόδειξης με οπλίζει με κουράγιο και με κάνει να ελπίζω και να εμμένω για μια άλλη «εκκλησία» του δήμου που θα είναι κυρία πάντων των αρχών και θα στηρίζεται στις αξίες της ισοτιμίας, της ισηγορίας και της ισονομίας».

Λίγοι είναι εκείνοι που, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν ή όχι, δηλώνουν «άθεοι». Πώς και είστε τόσο συνειδητοποιημένος;

«Η κακία του κόσμου, ο πόνος, η οδύνη με σπρώχνουν στη μοναχικότητα και ζω λίγο διαφορετικά από τους πολλούς, με ένα βιβλίο στο χέρι».

Πώς σας αντιμετωπίζουν οι άλλοι;

«Για τους περισσότερους ανθρώπους που ζουν μέσα στο δογματικό μεσσιανισμό και πιστεύουν στο χριστό, τον πάπα, τον Μωάμεθ ή τον Μαρξ, είμαι παράδειγμα ανθρώπου προς αποφυγή, με ελάχιστους η συνάντηση είναι γιορτή».

Πιστεύετε πως η κοινωνία μας είναι υποκριτική; Δηλαδή, πολλοί προσπαθούν να φανούν «καλοί Χριστιανοί» κι όμως κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους…;

«Αν υποκρισία σημαίνει άλλα να λες και άλλα να κάνεις , είναι ανυπόφορα υποκριτική ,δες για παράδειγμα πως λειτουργεί το χριστεπώνυμο πλήρωμα των πολιτικών, των δικαστών, των ιερωμένων, των αστυνομικών, κανένας δεν θα παραδεχθεί ότι είναι υπέρ της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, υπέρ της βίας, της κλοπής, του ρουσφετιού και της ρεμούλας. Όμως, η καθημερινή τους πράξη τα μεγιστοποιεί και έτσι αναπαράγεται η βαρβαρότητα..

Όντας περισσότερο αποστασιοποιημένος, πώς κρίνετε τους Χριστιανούς; Διαπιστώνετε ότι ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια, ακολουθούν άλλες αξίες;

«Κάθε εσχατολογία, δηλαδή θεωρία για το τέλος του ανθρώπου και του κόσμου, όπως η πλατωνική, η χριστιανική ή η μαρξιστική, είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι είναι μύθευμα, ιδεολόγημα, προφητεία ή παραλήρημα. Κάθε δογματική αλήθεια στόχο έχει την χειραγώγηση του ανθρώπου και την αποφυγή και αποκλεισμό όποιας διαδικασίας θα βελτιώνει την κριτική του σκέψη, λέξεις και νοήματα, όπως αμφιβολία, δίκιο των πολλών ,αναδιανομή, αποεμπορευματοποίηση, αποανάπτυξη, μοίρασμα, εξισωτισμός, αλληλεγγύη, αυτοοργάνωση, αποσυσσώρευση, αντικυριαρχία, αντιιεραρχία, ζωντανή εργασία, συλλογική γνώση, αυτονομία, κατάργηση του αποκλεισμού, κατάργηση της ιδιοκτησίας και του κράτους, αταξική κοινωνία, είναι όπως λένε οι χριστιανοί, «έτσι νιώθει ο διάολος για το λιβάνι». Να κάνουμε και λίγη πλάκα αφαιρετικά, πείτε ότι αποφασιζόταν να γίνει ένα δημοψήφισμα με την εξής ερώτηση: «Χρειάζεσθε τον παπά ; αν ναι, θα αναλάβετε να τον πληρώνετε ; όπως πληρώνετε τον γιατρό, τον δικηγόρο, τον δάσκαλο ;». Τι ποσοστό του πληθυσμού θα ψήφιζε κατά την γνώμη σας ναι;».

Στην εκκλησία έχετε πάει; Ακόμα και σε γάμους, βαπτίσεις, πώς νιώθετε όταν είστε σε ένα ναό;

«Ελαχιστες φορές, και αισθανόμουν δυο φορές μαλάκας».