Γεννημένη από Γερμανούς γονείς στην Άνω Σιλεσία της Πολωνίας ανήμερα Χριστουγέννων του 1943, η Χάνα Σιγκούλα (Hanna Schygulla) μεγάλωσε στο Μόναχο και σπούδασε γερμανική φιλολογία και ρομανικές γλώσσες, ενώ παράλληλα ακολούθησε μαθήματα υποκριτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 γνωρίστηκε με τον τότε ακόμη άγνωστο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, με τον οποίο ανέπτυξαν μια επαγγελματική σχέση μούσας και μέντορα που μέχρι σήμερα παραλληλίζεται μ’ εκείνη ανάμεσα στον Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ και τη Μαρλένε Ντίτριχ. Η μακροχρόνια συνεργασία τους υπήρξε εξαιρετικά δημιουργική αλλά και θυελλώδης. Μαζί γύρισαν συνολικά 23 ταινίες, ανάμεσα στις οποίες τα «Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» (1972), η «Έφι Μπριστ» (1974), ο «Γάμος της Μαρίας Μπράουν» (1979), η «Λιλί Μαρλέν» (1981) και η θρυλική τηλεοπτική σειρά «Berlin Alexanderplatz» (1980).

Όμως, παρά την πλούσια συνεργασία της με τον Φασμπίντερ, η Σιγκούλα δεν περιορίστηκε σ’ αυτή, παράγοντας μία πολύπλευρη φιλμογραφία που περιλαμβάνει δουλειές με σκηνοθέτες όπως ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ (στο «Πάθος» το 1982), ο Μεναχέμ Γκολάν (στη «Δύναμη Δέλτα» το 1986- ναι, αυτή με τον Τσακ Νόρις!), ο Κένεθ Μπράνα («Νεκροί ξανά» το 1991), ο Άμος Γκιτάι (μεταξύ άλλων στα «Γκόλεμ: το πνεύμα της εξορίας» το 1992 και «Γκόλεμ: ο πετρωμένος κήπος» το 1993), ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης (στο «Black out» το 1998), ο Μπέλα Ταρ (στις «Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ» το 2000), και ο Φατίχ Ακίν (στην «Άκρη του ουρανού» το 2007), ενώ η επόμενη εμφάνισή της θα γίνει στον «Φάουστ» του Αλεξάντερ Σοκούροφ που αναμένεται μέσα στη φετινή χρονιά.

Το σημαντικό είναι ότι η Σιγκούλα παραμένει ενεργή και διαθέσιμη σε καλλιτεχνικές προτάσεις ανεξάρτητα από το ‘όνομα’ του σκηνοθέτη, όχι απλώς συμφιλιωμένη με τον χρόνο αλλά αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της ωριμότητας προς όφελος της δουλειάς της. Έχοντας βραβευτεί για τις ερμηνείες της το 1979 στο φεστιβάλ Βερολίνου με Αργυρή Άρκτο για τον «Γάμο της Μαρίας Μπράουν» και το 1983 στις Κάννες για την «Ιστορία της Πιέρα» του Μάρκο Φερέρι, η Σιγκούλα επέστρεψε φέτος στο Βερολίνο όπου με τον επίσης γερμανό σεναριογράφο Βόλφγκανγκ Κόλχάαζε ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα του φεστιβάλ, το οποίο τους απένειμε τη Χρυσή Άρκτο για τη συνολική προσφορά τους στον κινηματογράφο. Το απόγευμα πριν από την απονομή, είχαμε τη χαρά να κουβεντιάσουμε σύντομα μαζί της για τη ζωή και την καριέρα της.

Η πολυμορφία της φιλμογραφίας σας, δείχνει αφενός ότι δεν έχετε προκαταλήψεις στον τρόπο με τον οποίο επιλέγετε τα σχέδιά σας, αφετέρου ότι είστε ανοιχτή σε προτάσεις ανερχόμενων σκηνοθετών. Από πού προέρχεται αυτή η στάση;

Χ.Σ.: Από περιέργεια: για τη ζωή, για όσα συμβαίνουν γύρω μας, για τους νέους, για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί τα χρήσιμα στοιχεία που διαθέτει μέσω της επαφής του με νέους ανθρώπους. Επίσης είναι μια ευκαιρία για μένα να δώσω πίσω ό,τι πήρα στη ζωή μου.

Νιώθετε ότι υπήρξατε τυχερή στη ζωή σας;

Χ.Σ.: Ναι, σίγουρα.

Στην καριέρα σας προσωποποιήσατε τη θηλυκότητα σε πολλές διαφορετικές εκδοχές της. Πώς νιώθετε για τις γυναίκες που ερμηνεύσατε και για τη θέση σας ως είδωλο θηλυκότητας;

Χ.Σ.: Στην αρχή, έπαιζε μεγάλο ρόλο ο ερωτισμός και η ελευθερία των γυναικών ν’ αποκτήσουν αυτό που ήθελαν. Τώρα πια όμως, θέλω να ερμηνεύω γυναίκες που έχουν την άνεση να δώσουν στους άλλους αυτό που εκείνοι θέλουν.

Αυτό προκύπτει από ένα νέο στάδιο ζωής, με άλλη αντίληψη και άλλες προτεραιότητες;

Χ.Σ.: Ναι, μεγαλώνω οπότε φτάνω σ’ ένα σημείο όπου μ’ ενδιαφέρει περισσότερο να δίνω παρά να λαμβάνω.

Με τον Φασμπίντερ δουλέψατε μαζί σε πάνω από 20 ταινίες, παρά τον θυελλώδη χαρακτήρα του που προκαλούσε συχνά προβλήματα στη σχέση σας. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιστρέφετε κάθε φορά;

Χ.Σ.: Η γοητεία της ιδιοφυΐας του κι ένα είδος υπόγειου ρεύματος αγάπης που δε μπορούσε να εκφραστεί με άλλο τρόπο.

Υπήρξε εξαιρετικά παραγωγικός σκηνοθέτης με πάνω από 40 ταινίες σε μόλις 15 χρόνια. Πιστεύετε ότι θα συνέχιζε με το ίδιο πάθος αν ζούσε σήμερα;

Χ.Σ.: Ποια είμαι για να πω; Νομίζω ότι έκανε τόσες πολλές γιατί προτιμούσε να ζει πολύ έντονα και να πεθάνει νέος. Κατά κάποιο τρόπο ήξερε ότι υπερέβαινε τις δυνάμεις του, και πάντοτε έμοιαζε να βιάζεται. Ίσως να άλλαζε με τα χρόνια, εξάλλου κανείς δε μένει ίδιος… ή ίσως και να μένει: ακόμα ταλαντεύομαι ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο απόψεις.

Μέχρι τώρα στη ζωή σας αισθάνεστε γεμάτη; Έχετε εκπληρώσει τους αρχικούς σας στόχους;

Χ.Σ.: Αισθάνομαι μισο-γεμάτη, αλλά κι αυτό είναι κάτι. Έχω ξεφορτωθεί κάποιους από τους στόχους μου κι αυτό είναι καλό. Αλλά αισθάνομαι ότι υπάρχουν ακόμα τόσα πολλά πράγματα να γίνω και να κάνω…

Θα πρέπει όμως να είστε ικανοποιημένη απ’ όσα έχετε πετύχει.

Χ.Σ.: Αυτό είναι το πρόβλημα, ότι ποτέ δε νιώθω πλήρως ικανοποιημένη με ό,τι έχω κάνει, όμως δεν αφήνω αυτό το συναίσθημα να μ’ απασχολεί. Ξέρω ότι ίσως έχει να κάνει με κάποια πρώιμη παιδική εμπειρία, κι έτσι το αντιμετωπίζω σα μια παιδική αρρώστια, οπότε όχι δε μπορώ να πω ότι δεν είμαι ικανοποιημένη. Με γεμίζουν πάρα πολύ κάποιες μεμονωμένες στιγμές, κι αυτό μού είναι υπέρ-αρκετό.

Ανάμεσα στις συνεργασίες σας περιλαμβάνεται και μία με τον Μενέλαο Καραμαγγιώλη στο «Black out». Υπάρχουν άλλοι σκηνοθέτες από την Ευρώπη ή αλλού με τους οποίους θα θέλατε να δουλέψετε;

Χ.Σ.: Υπάρχουν αρκετοί από την Ταϊβάν αλλά δυστυχώς δε μπορώ να προφέρω τα ονόματά τους. Γενικά, το ασιατικό σινεμά βρίσκεται σε άνοδο τα τελευταία χρόνια. Πάντως χαίρομαι να δουλεύω με νέους σκηνοθέτες.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Φατίχ Ακίν;

Χ.Σ.: Πρόκειται για έναν άνθρωπο πραγματικά ζωντανό. Κατά κάποιο τρόπο, το ένστικτο τον καθοδηγεί στο στήσιμο των πλάνων του που είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Πιστεύω ότι έχει πολύ δρόμο μπροστά του, τον συμπαθώ πολύ κι ελπίζω να μην παρασυρθεί από τη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζει. Έχει το χάρισμα να αγγίζει εύκολα και βαθιά τους ανθρώπους.

Ποια πιστεύετε ότι είναι η συνεισφορά του φεστιβάλ Βερολίνου στη διεθνή κινηματογραφία;

Χ.Σ.: Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον φεστιβάλ. Για παράδειγμα, εδώ έγινε η ‘έκρηξη’ του ασιατικού σινεμά, από ‘δω έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο. Νομίζω ότι στο φεστιβάλ τους ενδιαφέρει λιγότερο η λάμψη και περισσότερο η περιέργεια, που νομίζω ότι είναι κατεξοχήν γερμανικό χαρακτηριστικό: η περιέργεια για τον κόσμο.