
Η ταινία «Bal» («Μέλι») του τούρκου Σεμί Καπλάνογλου κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο 60ο διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, στην απονομή που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο το βράδυ στο 1600 θέσεων Berlinale Palast. Το βραβείο παρέδωσαν ο πρόεδρος της επιτροπής του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος, Βέρνερ Χέρτσογκ, μαζί με τον πρόεδρο του φεστιβάλ, Ντίτερ Κόσλικ.
Στα υπόλοιπα βραβεία (Αργυρές Άρκτους), ο Ρουμάνος Φλόριν Σέρμπαν τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, ο Ρομάν Πολάνσκι βραβεύτηκε για τη σκηνοθεσία του «The ghost writer» ενώ βρίσκεται ακόμη σε κατ’ οίκον περιορισμό στην Ελβετία, η Γιαπωνέζα Σινόμπου Τερατζίμα αναδείχτηκε καλύτερη ηθοποιός για την ταινία «Caterpillar» του Κότζι Γουακαμάτσου, ενώ το βραβείο ανδρικής ερμηνείας μοιράστηκαν οι Ρώσοι Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν και Σεργκέι Πουσκεπάλις που συμπρωταγωνιστούν στο δράμα «Πώς τέλειωσα αυτό το καλοκαίρι» του Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι. Ο διευθυντής φωτογραφίας της ίδιας ταινίας, Πάβελ Κοστομάροφ, τιμήθηκε με το βραβείο καλλιτεχνικού επιτεύγματος, ενώ ο Κινέζος Κουανάν Γουάνγκ και η Τζιν Να κέρδισαν το βραβείο σεναρίου για το «Apart together». Το βραβείο «Άλφρεντ Μπάουερ», ονομασμένο στη μνήμη του ιδρυτή του φεστιβάλ, απονεμήθηκε στον Φλόριαν Σέρμπαν. Ας δούμε όμως παρακάτω τις ταινίες αναλυτικότερα.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ
Η δεύτερη εβδομάδα της φετινής Berlinale κύλησε με αρκετά ενδιαφέροντες τίτλους, εξίσου σε γύρισμα και θεματολογία. Θα τους παρουσιάσουμε συγκεντρωμένους σε άτυπους θεματικούς κύκλους, όπως οι οικογενειακές σχέσεις, ο ρόλος της θρησκείας, και οι χαρακτήρες πρώην φυλακισμένων οι οποίοι εμφανίστηκαν σε τουλάχιστον πέντε ταινίες του επίσημου διαγωνιστικού.
Τόσο στη «Shahada» («Πίστη») του αφγανικής καταγωγής Γερμανού Μπουρχάν Κουρμπάνι, όσο και στο «Na putu» («Στο μονοπάτι») της βόσνιας Γιασμίλα Σμπάνιτς, βλέπουμε ιστορίες γυναικείας χειραφέτησης, σεξουαλικής ελευθερίας και προσωπικής λύτρωσης, που εμποδίζονται από θρησκοληψία και φανατισμό στην ισλαμική θρησκεία. Υπάρχει η αίσθηση ότι η ταινία του Κουρμπάνι είναι η λιγότερο ολοκληρωμένη από τις δύο, καθώς παρότι το πλέγμα των ιστοριών του είναι αρκετά ενδιαφέρον, οι χαρακτήρες προσεγγίζονται με λιγότερη επιμονή απ’ όσο ίσως χρειαζόταν ενώ οι τελικές επιλογές τους είναι αταίριαστα αφηρημένες σε σχέση με τη μέχρι τότε πρόοδό τους στην πλοκή. Η απεικόνιση που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μας, είναι ο παραδοσιακός αλλά συνετός ρόλος του πατέρα και ιμάμη, που αποτελεί το μέτρο σύγκρισης για τους χαρακτήρες: ένας συμβιβασμός ανάμεσα στη θρησκευτική παράδοση και τις μοντέρνες αντιλήψεις, που αποφεύγει επιδέξια το στερεότυπο του μουσουλμάνου πατέρα/βασανιστή, παίζοντας με τις προσδοκίες μας.
Από την άλλη, η ταινία της Σμπάνιτς μπορεί να είναι πιο συνεπής αφηγηματικά, αλλά είναι και πιο σκληρή στη στάση της προς το Ισλάμ, το οποίο απεικονίζει ως επί το πλείστον στη φανατισμένη του εκδοχή, με τους ψυχραιμότερους χαρακτήρες να παραμένουν στα μετόπισθεν του σεναρίου. Ο αλκοολικός σύντροφος της Λούνα στρέφεται στον φανατικό ισλαμισμό για να μπορέσει να ορθοποδήσει, με αποτέλεσμα την καταστροφή της σχέσης τους. Η γιαγιά της Λούνα έχει την ίδια σεναριακή λειτουργία με τον πατέρα του προηγούμενου φιλμ αλλά με μικρότερο χώρο κι επιρροή στην ιστορία.
Το μοτίβο του προσφάτως αποφυλακισμένου ήρωα πρόεκυψε το συχνότερο στο φετινό φεστιβάλ, αφού εκτός από «Νησί των καταραμένων» που επίσης εκτυλίσσεται σε -ψυχιατρική- φυλακή, είδαμε ακόμη πέντε ταινίες με χαρακτήρες που πρόκειται ή έχουν μόλις αποφυλακιστεί. Εκτός από το «Submarino» του Τόμας Βίντερμπεργκ και το «Eu cand vreau sa fluier, fluier» («Αν θέλω να σφυρίξω, θα σφυρίξω») του Φλόριν Σέρμπαν στα οποία αναφερθήκαμε την προηγούμενη εβδομάδα, ακολούθησαν το «Der räuber» («Ο ληστής») του γερμανού Μπένιαμιν Χάιζενμπεργκ, το «Shekarchi» («Ο κυνηγός») του Ιρανού Ράφι Πιτς, και το «En ganske snill mann» («Ενας κάπως ευγενικός άνθρωπος») του Νορβηγού Χανς Πέτερ Μόλαντ. Το τελευταίο είναι μια ευχάριστη κομεντί με τον Στέλαν Σκάρσγκορ, αλλά οι δύο πρώτες είναι πολύ ενδιαφέροντα δείγματα αφηγηματικής λιτότητας και συνοχής, παρότι συζητήσιμης πληρότητας. Τόσο το «Shekarchi» όσο και το «Räuber» έχουν για κεντρικό ήρωα έναν πρώην φυλακισμένο με μια ξεχωριστή ιδιότητα. Ο πρώτος είναι εξαιρετικός κυνηγός και σκοπευτής, ενώ ο δεύτερος είναι αφοσιωμένος μαραθωνοδρόμος. Ο μεν χάνει τη γυναίκα και το παιδί του από επίθεση αστυνομικών σε διαδήλωση και χρησιμοποιεί την ικανότητά του για να επιτεθεί στο διεφθαρμένο σύστημα, ενώ ο δε εκμεταλλεύεται την αστείρευτη αντοχή του για να ληστεύει τράπεζες. Οι ταινίες έχουν ελάχιστο διάλογο και παρελθόν χαρακτήρων, με εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές (ο σκηνοθέτης Πιτς και ο Αντρέας Λουστ αντιστοίχως) που παίζουν με τρομακτική αποφασιστικότητα και εσωτερική ένταση. Αυστηρός ρυθμός, εσωτερικότητα και δύναμη διακρίνουν τη σκηνοθεσία και των δύο τίτλων, ενώ οι πιθανές εξηγήσεις που υποστηρίζουν το κεντρικό εύρημα κάθε πλοκής ποικίλλουν.
Ίσως ο μεγαλύτερος κύκλος του προγράμματος αφορούσε τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις, με έξι ταινίες που μιλάνε για περισσότερο ή λιγότερο συμβατικά σπίτια. Το νικητήριο «Bal» («Μέλι») του Καπλάνογλου συμπληρώνει την τριλογία του σκηνοθέτη που αποτελείται επίσης από το «Αυγό» (2007) και το «Γάλα» (2008). Εκτυλίσσεται στο δάσος και αφηγείται τη σχέση ενός εξάχρονου παιδιού με τους γονείς του και ειδικά με τον μελισσοκόμο πατέρα του, τον οποίο θαυμάζει. Λακωνικό, λυρικό, αστείο, μελαγχολικό, και όμορφα φωτογραφημένο με εκπληκτική ερμηνεία του μικρού Μπορά Αλτάς.
Η ισπανική κομεντί «Nacidas para sufrir» («Γεννημένη να υποφέρει») του Μιγκέλ Αλμπαλαντέχο παρουσιάζει με έξυπνα υπολογισμένο υπαινιγμό, ευρηματικότητα και γλυκόπικρο αίσθημα τον -όχι και τόσο- τυπικό γάμο μιας ηλικιωμένης με τη βοηθό της στην προσπάθεια της πρώτης να αποκοπεί από τις ανιψιές της που θέλουν να την κλείσουν σε γηροκομείο.
Η αργεντίνικη κομεντί «Rompecabezzas» («Το πάζλ») είναι ίσως πιο ουσιαστικό, στην απεικόνιση της τυπικής χαμηλο-μεσοαστής νοικοκυράς που επωμίζεται όλο το σπιτικό βάρος και που στα πεντηκοστά της γενέθλια ανακαλύπτει το πάθος της για τα παζλ, αποφασίζοντας να λάβει μέρος στα σχετικά πρωταθλήματα. Ο σύζυγος τη σέβεται αλλά δεν την καταλαβαίνει, τα παιδιά την ενθαρρύνουν, αλλά κανείς δεν προτίθεται να την αποδεσμεύσει από τον κύριο ρόλο της. Η Μαρία Ονέτο είναι ιδανική ως αφοσιωμένη, καλοσυνάτη, λογική αλλά ασφυκτικά περιορισμένη μητέρα/σύζυγος που θα δοκιμάσει τον χαρακτήρα της με το δίλημμα ανάμεσα στην αυτοθυσία και την απελευθέρωση.
Η κεντρική σεναριακή ιδέα του δανέζικου δράματος «En familie» της Περνίλε Φίσερ Κρίστενσεν μιλάει για μια επιτυχημένη γκαλερίστα αναγκάζεται ν’ αναβάλει τα όνειρά της για να μείνει στο πλάι του άρρωστου πατέρα της, και μοιάζει αρκετά με εκείνη της «Κληρονομιάς» που γύρισε ο επίσης δανός Περ Φλι το 2003. Παρά τα γνώριμα στοιχεία του σεναρίου, η ταινία διατηρεί το ενδιαφέρον χάρη στην πολύ καλή σκηνοθεσία της Κρίστενσεν που αποσπά δυνατές ερμηνείες με καλύτερη όλων του συνονόματού της, Γιέσπερ Κρίστενσεν, ενός από τους καλύτερους σύγχρονους ευρωπαίους ηθοποιούς.
Ολοκληρώνοντας αυτή την κατηγορία ταινιών, το «Please give» της Νικόλ Χολόφσενερ και το «The kids are all right» της Λίζα Τσολοντένκο είναι δύο κομεντί που δίνουν διαφορετικές εκδοχές ευκατάστατων μεσοαστικών αμερικανικών οικογενειών: μία αστική νεοϋορκέζικη και μια προαστιακή στο Λος Άντζελες. Η πρώτη έχει για γονείς την Κάθριν Κίνερ και τον Όλιβερ Πλατ που προσπαθούν να ξαναβρούν τον χαμένο ενθουσιασμό, αλλά η δεύτερη αναμένεται να είναι μία από τις μεγάλες εκπλήξεις της φετινής χρονιάς. Η ταινία της Τσολοντένκο μιλάει για μια οικογένεια με δύο ομοφυλόφιλες μητέρες, τις οποίες ερμηνεύουν η Τζουλιάν Μουρ και η Ανέτ Μπένινγκ. Έχοντας αποκτήσει ένα αγόρι κι ένα κορίτσι με τεχνητή γονιμοποίηση, τα έφηβα παιδιά (και τα δύο στρέιτ και χωρίς συμπλεγματική συμπεριφορά) αποφασίζουν να αναζητήσουν τον βιολογικό τους πατέρα, η εμφάνιση του οποίου θ’ αναστατώσει τις ισορροπίες της οικογένειας. Η ταινία είναι μια ανάλαφρη, αλλά μοντέρνα, ενημερωμένη, ρεαλιστική, μαχητική ματιά υπέρ της ομοφυλόφιλης γονικότητας, που θέτει ζητήματα προτύπων, ταύτισης, και λίμπιντο τα οποία λύνει χωρίς να χάνει τον ρομαντισμό της, και υπερασπίζεται την οικογενειακή ποικιλομορφία προτάσσοντας τους συναισθηματικούς δεσμούς έναντι των βιολογικών. Ζωντανές, ισορροπημένες ερμηνείες από τις δύο κεντρικές πρωταγωνίστριες και ειδικά από τη Μπένινγκ που είναι η πιο ‘ενήλικη’ από τις δύο μαμάδες. Φανταστείτε τη σαν πιο φροντισμένη ομοφυλοφιλική εκδοχή μιας ταινίας της Νάνσυ Μάγιερς («Κάλλιο αργά παρά αργότερα», «Είναι μπερδεμένο») για να καταλάβετε το ύφος του σεναρίου αλλά και το σκηνοθετικό περιβάλλον.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί η διπλή παρουσία του Ζεράρ Ντεπαρντιέ με το «L’ autre Dumas» («Ο άλλος Δουμάς») του Σαφύ Νεμπού, για τον Ωγκίστ Μακέ, τον συγγραφέα-φάντασμα σε συνεργασία με τον οποίο ο Αλέξανδρος Δουμάς έγραψε μερικά από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα και παρόλαυτά πέθανε παντελώς άγνωστος. Ο Ντεπαρντιέ εμφανίζεται σε μεγάλα κέφια ως Δουμάς, αλλά είναι εξίσου απολαυστικός στο «Mammuth» των Μπενουά Ντελεπέν και Γκουστάβ Κερβέρν, όπου ερμηνεύει έναν πιο συγκρατημένο χαρακτήρα, έναν ‘χαλαρό’ και ατζαμή μηχανόβιο που για να εισπράξει τη σύνταξή του πρέπει να μαζέψει βεβαιώσεις από όλους τους προηγούμενους εργοδότες του- και είναι πολλοί.
Το ντοκιμαντέρ «Rock Hudson: dark and handsome stranger» των Άντριου Ντέιβις και Αντρέ Σέφερ αφηγείται τη διπλή ζωή του διάσημου Αμερικανού κινηματογραφικού σταρ Ροκ Χάτσον, που βασανιζόταν στην προσπάθειά του να συμβιβάσει τη δημόσια εικόνα του ως αρσενικό σύμβολο του σεξ για εκατομμύρια γυναικών, με την ομοφυλοφιλία του που ήταν κοινό μυστικό στο Χόλυγουντ.
Κλείνοντας, ας σημειωθεί ότι την περισσότερο θετική ανταπόκριση στο επίσημο διαγωνιστικό του φεστιβάλ απέσπασε το ρωσικό δράμα «Kak ya provel etim letom» («Πώς πέρασα το καλοκαίρι») του Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι, με ήρωες δύο μετεωρολόγους σ’ έναν απομονωμένο σταθμό μετρήσεων στον Αρκτικό Ωκεανό. Ο ένας αφοσιωμένος βετεράνος του επαγγέλματος, ο άλλος επιπόλαιος πρωτάρης, και ο Ποπογκρέμπσκι σκηνοθετεί την έντονη σχέση τους που θα ταραχτεί από αναπάντεχα γεγονότα. Πολυδιάστατες ερμηνείες που δικαίως απέσπασαν Αργυρή Άρκτο, όπως και η εντυπωσιακή φωτογραφία που επίσης τιμήθηκε για τις συνθέσεις μεγάλης κλίμακας σε αχανή τοπία είναι τα βασικά προτερήματα της ταινίας, μαζί με καλογραμμένους χαρακτήρες και έξυπνη χρήση της ηχητικής μπάντας (μουσική, περιβάλλον, σιωπές).

