Τη μνήμη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας τίμησαν χθες η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και πολίτες του Ηρακλείου.
Οι εκδηλώσεις τόσο στον Αγιο Μηνά, όσο και στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, έγιναν με λαμπρότητα και παρουσία πλήθους κόσμου.
Ο νομός Ηρακλείου είναι από τους νομούς που υποδέχθηκε δεκάδες ξεριζωμένους συμπατριώτες μας από τις εστίες τους. Η δημιουργική παρουσία τους βοήθησε στην ανάπτυξη του νομού ενώ ο πολιτισμικός και πολιτιστικός επηρεασμός των Μικρασιατών μόνο θετικά αποτελέσματα είχε για το σύνολο του πληθυσμού του νομού.
Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε στον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά η πρόεδρος του Συλλόγου Αλατσατιανών κυρία Μαλβίνα Σφίγγα. Η ομιλία της κυρίας Σφίγγα ήταν η εξής:
Μικρασία του κόσμου καμάρι εσύ!
Ιωνία αγαπημένη μας Πατρίδα!
Αξέχαστη γη των προγόνων μας!
Τότε εκεί πέρα στην Ανατολή, στην όμορφη τη Σμύρνη, όταν ο ήλιος έβγαινε, ζέσταινε σαν φλογερό καμίνι, έριχνε τις αχτίνες του παντού, μα έλαμπε η Σμύρνη.
Σεπτέμβρης 1922!
Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, ανοίγουν διάπλατα τα τεφτέρια της μνήμης. Τα μάτια δακρυσμένα ψάχνουν σελίδες γραμμένες με αίμα και δάκρυ, για τις χιλιάδες ψυχές στη μαρτυρική Μ.Ασία.
Ωραία που ήταν η πατρίδα μας. Μ. Ασία 81 χρόνια σε σκεπάζει η νύχτα, όμως για μας είσαι πάντα η Ανατολή. Κρύα τα βράδια, σαν σε φέρνομε στο νου, γλυκιά και απόμακρη πατρίδα. Τις θύμισές σου στη φωτιά προσανάμματα τις ρίχνουμε και μας ζεσταίνουν.
Συννεφιά, καταχνιά, πόνος, δάκρυ. Ξεριζωμός... Εκεί αφήσαμε την προκοπή μας, την καρδιά μας, το μόχθο μας και τη χαρά μας. Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι, διωγμένοι απ’ τα άγια χώματά τους. Μας φέρανε τα μαύρα καράβια, πρόσφυγες στη Μάνα Ελλάδα.
Πατεράδες χαμένοι, γέροι χωρίς πνοή, μάτια κλαμμένα, εκατομμύρια φωνές, σε μια κραυγή ενωμένες.
Θάλασσα τα δάκρυα, και κύμα οι λυγμοί.
Κάψανε την όμορφη μας Σμύρνη.
Τάφος υγρός της Σμύρνης τ’ ακρογιάλι.
Χαμένα όνειρα και κόποι και καημοί.
Με το δισάκι της προσφυγιάς, φτάσαμε εδώ στην Ελλάδα, τα πικρά κύματα του Αιγαίου, έφεραν εμάς στη λεβεντογέννα Κρήτη, το φέραμε γεμάτο από Ομηρο και στάχτη Εφεσίων σοφών, περγαμηνές γραφών και ευαγγελίων.
Φέραμε της τέχνης τους ρυθμούς μαρμαρωμένους, τη μουσική και το τραγούδι για τις χαρές του σκόρπιου γένους.
Μικρασία δεν ξεχάσαμε, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Την ιστορία θα την έχομε πάντοτε για προσκεφάλι μας.
Κλαίει ο ουρανός, κλαίει η γης κι αυτά τ’ άστρα κλαίνε, μα πιο χλωμό απ’ τα δάκρυα φαίνεται το φεγγάρι. Κλαίνε οι πέτρες κι οι εκκλησιές, κι οι δρόμοι ακόμη κλαίνε.
Γιατί οι καμπάνες πένθιμα σήμερα χτυπάνε;
Χτύπα καμπάνα δυνατά, ο πόνος μας να ακουστεί. Κτύπα για τις όμορφές μας πόλεις, χτύπα για τις εκκλησιές,για τους χιλιάδες ιερείς που έμειναν εκεί.
Οι πονεμένοι Μικρασιάτες με δάκρυα στα μάτια τη θάλασσα κοιτούν, τα καράβια περιμένουν, αλλά αλίμονο, αργούνε να φανούν.
Τα μωρά πια δεν αντέχουν, σιγοκλαίνε κουρασμένα, απ’ την πείνα δεν αντέχουν, είναι μισοπεθαμένα.
Πεινασμένοι, διψασμένοι, κάθονται μεσ’ το βοριά, τα καράβια περιμένουν, μα καράβια πουθενά.
Α! να! Ενα βαπόρι. Ε, στάσου λίγο, έρχομαι κι εγώ, δυο λόγια μόνο θέλω να πω.
Αχ, γλυκειά μου Σμύρνη! Γεια σου Ιωνία, σε χαιρετώ... φεύγω... μακρυά σου... σ’ άλλα μέρη, σ’ άλλους τόπους πάω..., η μιλιά μου σβήνει!
Κύμα σε παρακαλώ, εκεί που θα με πας, να’χει χώμα ευλογημένο, χώμα ιερό.
Εχε γεια γλυκειά Πατρίδα.
Ναι, το χώμα της αγαπημένης Κρήτης, ήταν ευλογημένο, ήταν καρπερό, ρίζωσαν τα ξεριζωμένα δέντρα, βλάστησαν, μπολιάστηκαν και κάρπισαν.
Γρήγορα η προσφυγιά ρίζωσε, έσκυψε πάνω στη γη, την πότισε με πολύ ιδρώτα! Εσκυψε στις τέχνες, στα γράμματα, βρήκαν γαλήνη, ελπίδα, αξιοπρέπεια.
Από ξαρχής σε κτίσαμε αξέχαστη Πατρίδα.
Ν. Ιωνία, Ν. Σμύρνη, Ν. Αλικαρνασσός, Νεα Αλάτσατα!
Ιωνία άνοιξε τα παραθυρόφυλλα σου να μας ακούσεις, μνήμες για σένα, στα χείλη των παιδιών μας ακουμπάμε, η θύμισή σου μέσα στην καρδιά μας φουντώνει, και ο κάθε πρόσφυγας, προσπαθεί, τρέχει, έστω και νοερά να σου ανάψει αγιοκέρια όπου είναι μπορετό και σκύβει, μονολογει και λέει: Τί τάχα κι αν μας χώρισαν του κόσμου οι μεγάλοι, δεν υπάρχει δύναμη στη γη, που να μπορεί να σβήσει απ’ την καρδιά του Ιωνα την τόση του αγάπη.
Ωραία Ιωνία!
Ζωγραφιστή αν μπόραγα Σμύρνη να σε φτιαξω, στου παραδείσου τις ομορφιές έπρεπε για να ψάξω, να βρω γαλάζια χρώματα, και θαλασσιά κοχύλια, να κάμω τ’ ακρογιάλια σου, τ’ ατιμητα στολίδια!! Σιγανά - σιγανά σου ψιθυρίζομε, δεν σε ξεχνάμε, σ’ έχομε πάντα στην καρδιά μας. Τα παιδιά που ανάθρεψες, είναι η μνήμη σου, το πνευμα που μεταλαμπάδευσες σ’ όλη τη γη, μιλά για σένα, ένδοξη, πανέμορφη Ιωνία, μέσ’ από τα Νόμπελ, τον πλούτο, τη σοφία, ο αέρας σου ήταν γεμάτος με πάθος για γράμματα και πρόοδο.
Βγήκαν από τα σπλάχνα σου τρανοί Ιωνες. Η νοσταλγία, η συγκίνηση, ο καημος, η γλυκειά μνήμη, ο πόνος, ο σεβασμός και η ευλάβεια, πλημμυρίζουν τις καρδιές μας και σου λέμε! Σε χρυσοκέντητους μπαξέδες μεταξένιους, έχομε κλείσει τις θύμισες που οι ευλογημένοι γονείς για σένα μας μιλήσαν.
Περιστέρια της ειρήνης, πάρτε αυτά τα απλά λόγια, πετάξτε πάνω από το Κρητικό πέλαγος και το Αιγαίο, σταθείτε εκεί στη Μ. Ασία, σκαλίστε το χώμα βαθιά, πιο βαθιά, θα ξεπηδήσουν σπίθες από τα ιδανικά μας, ιδανικά μιας μεγάλης Ελλάδας, ας γίνουν ροδοπέταλα - θυμίαμα - αγιοκέρια.
Και όλοι μαζί ας κάνουμε μια ευχή. Κάποτε να δούμε έναν κόσμο χωρίς σύνορα και δίχως όπλα. Ενα τραγούδι ειρήνης και αγάπης να ακουστεί στης Ανατολής τα μέρη. Εμείς δεν θρηνούμε, γιατί οι πατρίδες δεν πεθαίνουν σαν ζουν μέσα στις καρδιές μας, και η Μικρά Ασία ζει και θα ζει για πάντα.
Μια φορά κι έναν καιρό, δεν ήταν παραμύθι, ήταν το όνειρο, που ποτέ δεν θα σβήσει η λήθη.
Η στάχτη από το παρελθόν, ας γίνει λίπασμα για το μέλλον.

