Μέσα στην αναπότρεπτη πορεία των πραγμάτων να αλλάζουν, εμπίπτουν και οι αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας. Ιδιαίτερα, μάλιστα, στον τόπο που ζούμε. Αλλαγές που μπορούμε να παρατηρήσουμε, μέσα στο πολύ γρήγορο (με όρους εξέλιξης του σύμπαντος) πέρασμα μιας ανθρώπινης ύπαρξης πάνω σ’ αυτή τη γη.

Στο μεταξύ, παραμένουμε και νιώθουμε εθνικά υπερήφανοι, ξέροντας ότι τη διαπίστωση αυτή, πως δηλ. όλα αλλάζουν (τα πάντα ρει), την έκανε ο «δικός μας» άνθρωπος, ο Ηράκλειτος, πεντακόσια χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός. Είναι μια φράση που όλοι αποδέχονται, ασχέτως φυλετικής ή εθνικής προέλευσης, πολιτικής ή ιδεολογικής τοποθέτησης.

Η διευκρίνιση, ότι αναφερόμαστε σε αλλαγές και μεταβολές που μπορούν να γίνουν αντιληπτές όσο διαρκεί η ζωή ενός ανθρώπου, είναι αναγκαία, γιατί υπάρχουν και άλλες που γίνονται τόσο αργά, ώστε απαιτείται επιστημονική γνώση, μελέτη και εμπειρία για να τις αναληφθούμε.

Ποιος θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αντιληφθεί ότι η Ευρώπη με την Αφρική… απομακρύνονται από τη Βόρεια και Νότια Αμερική, μερικά εκατοστά, κάθε χρόνο; (Μήπως σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η αύξηση των εισιτηρίων στις υπερατλαντικές πτήσεις;). Έπρεπε, λοιπόν, πρώτα να συλλάβει ο άνθρωπος τη σφαιρικότητα της Γης, να ανακαλυφθεί η Αμερική, να τελειοποιηθεί η χαρτογραφία και… κάποτε, βλέποντας τον παγκόσμιο χάρτη, ν’ αποφασίσουμε να τον θυσιάσουμε. Έτσι, αν αποκόψουμε τον Ατλαντικό ωκεανό, θα διαπιστώσουμε ότι αν πλησιάσουμε τα κομμάτια που μένουν, με πολύ λίγη προσπάθεια… ταιριάζουν το ένα δίπλα στο άλλο. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάποτε η «γη» ήταν μία. Οι γεωλόγοι την ονόμασαν Παγγαία (Παν-γαία). Αργότερα, χωρίστηκε σε μικρότερα κομμάτια. Αυτά, με τα υπόγεια ρεύματα του μάγματος, δηλ. του υλικού από το οποίο αποτελείται το εσωτερικό της Γης, απομακρύνθηκαν μεταξύ τους. Σιγά – σιγά, στη διάρκεια εκατομμυρίων ετών. Ώσπου, στις αρχές του 20ου αιώνα (1912), ο γερμανός γεωλόγος Alfred Wegener, παρουσίασε τη θεωρία του, ότι δηλ. οι ήπειροι μετατοπίζονται και απομακρύνονται μεταξύ τους. Δεν έγινε αμέσως πιστευτός… αλλά και ποιος έγινε; Ο Χριστός; Ο Γαλιλαίος; Ο Κολόμβος; Ο Αϊνστάιν; Σήμερα, όλα αυτά, μπορούν να μετρηθούν με ακρίβεια, από τους δορυφόρους.

Τέλος, όμως, με τη γεωλογία. Μας ενδιαφέρουν αλλαγές που έχουν γίνει στη ζωή μας και τις έχουμε παρατηρήσει. Ας πάρουμε π.χ. την οδό Μονής Οδηγητρίας. Ξεκινά ως πάροδος της κεντρικής 1821, περνάει από την σιναϊτικη εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης και καταλήγει στην Καλοκαιρινού. Το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στην αρχή αυτού του δρόμου. Στο κομμάτι από την 1821 έως εκεί που βρίσκεται σήμερα το «πάρκινγκ» (και όχι πάρκιγκ)! Αυτό το τμήμα είναι γνωστό, κυρίως στους παλιότερους ηρακλειώτες, ως «ντερμιτζίδικα». Οι αλλαγές που έχουν συμβεί εδώ, είναι που μας ενδιαφέρουν… εφόσον τις έχουμε ζήσει, τις έχουμε παρατηρήσει και έχουν καταγραφεί στο «σκληρό μας δίσκο».

Κανονικά, βέβαια, θα ‘πρεπε να λέγονται «ντεμιρ-τζίδικα», αλλά δεν υπάρχει κανείς που να υποχρεώνει το λαό να λέει κάτι όπως εκείνος θέλει. Ο λαός θα το πει έτσι που τον βολεύει. Για να πάμε 5 – 6 χλμ. ανατολικά, στον Καρτερό! Εκεί, το 826 – 829 μ.Χ. η περιοχή έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων, μεταξύ των Αράβων και του βυζαντινού στρατού, υπό το στρατηγό Κρατερό. Κι όμως, με την πάροδο του χρόνου, ο Κρατερός έγινε… Καρτερός!!!. Αυτό θα πει (λαϊκός) αναγραμματισμός!

Το ίδιο και με τα «ντεμιρτζίδικα», που έγιναν … ντερμιτζίδικα. Στα τουρκικά demir σημαίνει «σίδερο». Άρα, στην περιοχή που αναφέρουμε, υπήρχαν πολλά γειτονικά και γραφικά μικρομάγαζα, όπου γινόταν η κατεργασία του σιδήρου. Ήταν δηλ. σιδεράδικα. Όταν στο demir προσθέσουμε και την κατάληξη –ci, κατάληξη που δίνει την ιδιότητα στο ουσιαστικό, παίρνουμε το demirci, δηλ. το σιδερά. Αυτόν που ασχολείται με το σίδερο και την κατεργασία του. Πάμπολλα επίθετα προέρχονται από την επαγγελματική ενασχόληση κάποιου προγόνου μας. Όπως… Δερμίρης, Καραντεμίρης (δηλ. μαυρο-σιδεράς / black-smith), Δεμιρτζής ή Δερμιτζής και … Δερμιτζάκης.

Σ’ αυτή, λοιπόν, την περιοχή, υπήρχαν σιδεράδικα, από τα παλιά χρόνια, μέχρι και τη δεκαετία του ’60, περίπου. Ο φίλος μου ο Διαμαντής, αναφέρει ότι κάποια υπήρχαν και στη δεκαετία του ’70, ενώ ο Κυριάκος, απέναντι, σαν πιο μεγάλος στην ηλικία, κάνει λόγο για αποχώρηση του τελευταίου, στις αρχές του ’90. Όπως και αν είναι τα πράγματα, η μελέτη της ιστορίας του δρόμου, μπορεί να είναι από μόνη της ένα ενδιαφέρον αντικείμενο μελέτης. Το βέβαιο είναι ότι μέχρι την οριστική εξαφάνισή τους, η γραφικότητα και η δραστηριότητά τους, ουσιαστική ή οικονομική, έφθινε όπως έφθινε και ο αριθμός των μαγαζιών που απέμεναν.

Όπως λέει το τραγούδι «Τα σπίτια είναι χαμηλά…», έτσι και τα σιδεράδικα ήταν χαμηλοτάβανες, λιθόκτιστες, ταπεινές κατασκευές με κεραμοσκεπή. Εσωτερικά ήσαν κατασκότεινα, μουτζουρωμένα, αφού η κάπνα και το κάρβουνο ήσαν οι μοναδικές χρωστικές, στο δύσκολο μεροκάματο του σιδερά. Για το διαβάτη της εποχής, ο ήχος από τη σφυρηλάτηση του σιδήρου και η μυρωδιά της κάπνας γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ο βοηθός τραβούσε σταθερά και ρυθμικά προς τα κάτω την κρεμαστή χειρολαβή της ογκώδους δερμάτινης φυσούνας, κάνοντάς την ν’ ανοιγοκλείνει, σαν τεράστιο ακορντεόν. Αυτή, τροφοδοτούσε με αέρα το καμίνι. Το διάπυρο κωκ ανέβαζε τη θερμοκρασία και μέσα εκεί ο σιδεράς ζέσταινε τη σιδερένια πλάκα, κρατώντας τη με την τσιμπίδα. Όταν ο σίδηρος έφτανε σε κατάσταση ερυθροπύρωσης, ο μάστορας την έφερνε στο αμόνι, όπου άρχιζε η διαδικασία της σφυρηλάτησης, το ματσακόνιασμα. Μια ο σιδεράς με το μικρότερο σφυρί, που κρατούσε με το άλλο χέρι και με τη βοήθεια της τσιμπίδας την πλάκα σταθερή πάνω στο αμόνι, μια ο βοηθός με το μεγαλύτερο. Μια ο ένας, μια ο άλλος… ώσπου το σφυρί του μάστορα χτυπούσε το αμόνι, αντί για τη σιδερένια πλάκα. Αυτό ήταν και το σήμα - σύνθημα προς το βοηθό, για να σταματήσει η σφυρηλάτηση. Στη συνέχεια, ο σιδεράς, με το έμπειρο μάτι του, αποφάσιζε αν θα σταματήσουν ή σε ποιο σημείο έπρεπε να συνεχιστεί η κατεργασία. Μ’ αυτό τον τρόπο κατασκεύαζαν ηνία, κασμάδες, σκαπέτια, σκαλίδες, φτυάρια και άλλα γεωργικά εργαλεία. Δυστυχώς, με την πάροδο του χρόνου, οι φθηνές εισαγωγές παρόμοιων προϊόντων, υποχρέωσαν τους τεχνίτες αυτούς να εγκαταλείψουν αργά και σταθερά την ενασχόλησή τους με το είδος. Έτσι, τα «ντερμιτζίδικα» άρχισαν σιγά – σιγά να δίνουν τη θέση τους σε άλλους μικροεπιχειρηματίες. Ο ήχος του σφυριού πάνω στο αμόνι άρχισε να γίνεται όλο και πιο σπάνιος, η χαρακτηριστική μυρωδιά της κάπνας στον αέρα σταδιακά χάθηκε και ο όρος ντερμιτζίδικα χρησιμοποιείται όλο και πιο σπάνια, ώσπου να καταλήγει σήμερα να είναι μια υπό εξαφάνιση και αγνώστου προελεύσεως λέξη.

Εκείνο, όμως που μένει απ’ αυτή τη γειτονιά, είναι η αυτονόητη διεργασία, που θέλει το σίδηρο να μπορεί να κατεργαστεί, μόνο όταν είναι ερυθροπυρωμένος. Δεν είναι μόνο η ισπανική λαϊκή σοφία, που μας υπενθυμίζει τη διαδικασία: «Ματσακόνιασε δηλ. χτύπα το σίδερο, όταν είναι ζεστό». Ο λαός μας δεν πάει πίσω: «Στη βράση κολλάει το σίδερο», λέει, εκφράζοντας, έτσι, με τον πιο πειστικό τρόπο τη μεγάλη σημασία που έχει μια ενέργεια, όταν αυτή γίνεται στη «βράση», δηλ. στην ώρα της… Αυτή είναι μια γενικότερη αρχή και δεν περιορίζεται μόνο στην κατεργασία του σιδήρου…

Αν ο Κώστας Καραμανλής μείνει στην ιστορία για κάποια χαρακτηριστικά του, ένα απ’ αυτά είναι ότι δεν ενεργούσε «εν θερμώ». Η τακτική αυτή, μπορεί να σημαίνει ότι μην ενεργώντας βιαστικά, αποστασιοποιείσαι από τις εσφαλμένες εντυπώσεις της πρώτης στιγμής και ο χρόνος που παρεμβάλλεται, σου δίνει την ευκαιρία για να ζυγίσεις καλύτερα τα υπέρ και τα κατά μιας κατάστασης, να κρίνεις πιο ψύχραιμα. Όμως, στο διάστημα που μεσολαβεί… το σίδερο έχει κρυώσει και δεν κολλάει! Όλοι παραδέχονται ότι αν ο τέως πρωθυπουργός έπαιρνε έγκαιρα ορισμένες αποφάσεις (με όριο την περσινή Έκθεση Θεσσαλονίκης), η πολιτική του πορεία μπορεί να ήταν σήμερα διαφορετική.

Η πολιτική όλων των μεγάλων εταιρειών, στον τομέα της πρόσληψης επιτελικού προσωπικού και όχι μόνο, είναι να δοκιμάσει τους υπό πρόσληψη υπαλλήλους στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν «υπό πίεση», δηλ. τη συγκεκριμένη στιγμή που μια κατάσταση, τις πιο πολλές φορές δυσάρεστη ή επικίνδυνη, βρίσκεται σε εξέλιξη. Τότε είναι που εξετάζεται η ετοιμότητα και ικανότητα εκείνου που κρίνεται. Τότε είναι όπου και ο πολιτικός πρέπει να δείξει την ορθή του κρίση και τα σωστά του αντανακλαστικά.

Οι μέρες είναι δύσκολες. Όλο και πιο συχνά, όλο και περισσότεροι «αρμόδιοι» και «ειδικοί» παραδέχονται, με αυξανόμενη, μάλιστα, ευκολία, στην τηλεόραση και στα άλλα ΜΜΕ, ότι η κατάσταση είναι δύσκολη. Πολύ δύσκολη… αν όχι απελπιστική. Και δεν είναι μόνο στο χώρο της οικονομίας. Υπάρχει ένας έντονος και παρατεταμένος κοινωνικός αναβρασμός. Μια γενικότερη λαϊκή δυσαρέσκεια και μια έντονη αμφισβήτηση αξιών. (Λέτε να συμβάλλει σ’ αυτό και ο Δεκέμβρης, όπως και πέρσι;). Όμως, η γενική ανησυχία δεν φαίνεται να έχει καταληκτική ημερομηνία. Μέτρα είναι ανάγκη να ληφθούν άμεσα, τόσο στην οικονομία, στην εργασία, στην ασφάλιση, στην υγεία και στη μονίμως κοχλάζουσα παιδεία.

Λέτε, η νέα κυβέρνηση, ως νέα που είναι, να έχει εμπεδώσει ότι «στη βράση κολλάει το σίδερο», ώστε να αποφασίσει να πάρει μέτρα τολμηρά, πριν χάσει τη φρεσκάδα και τα πλεονεκτήματα που απορρέουν απ’ αυτή;

[email protected]