Της Αριάδνης Σπανάκη*

Μια και πλέον εβδομάδα μετά τις Ευρωεκλογές συνεχίζουμε να μπάζουμε – (με συγχωρείτε να) φιλοξενούμε στο καθιστικό ή στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού μας τηλεοπτικές συζητήσεις και έντυπα από κάθε λογής ειδήμονες των πολιτικών και δημοσιογραφικών τεχνών ομιλούντες περί της «σκόνης» των λαθρομεταναστών. Αμφισβητούν νούμερα και στατιστικές και παρουσιάζονται με έτοιμες και ξεκάθαρες προτάσεις για την ανάγκη επιχειρήσεων «ΕΛΑΣκούπας» προκειμένου να καθαρίσουν οι δρόμοι και οι πλατείες, τα πάρκα και οι περίβολοι Εκκλησιών από τις ορδές των ξένων πληθυσμών που ως κύμα θερινών παραθεριστών έχουν κατακλύσει τη χώρα μας ξεβρασμένοι στις νοτιο-ανατολικές της ακτές ψάχνοντας το δικό τους μύθο στην Ευρώπη και προπάντων στην κοιτίδα αυτής...

Πόσοι από αυτούς τους ομιλούντες επί παντός επιστητού κατέχουν άραγε την αληθινή κατάσταση που επικρατεί πίσω από το προσωπικό δράμα του καθενός από τους κόκκους αυτής της «σκόνης» ή για τη χώρα προέλευσής τους ή ακόμη περισσότερο για την πρώτη χώρα «υποδοχής τους», δηλαδή τη χώρα μας και τις συνθήκες της δικής μας «υποδοχής και φιλοξενίας».

Πόσοι από αυτούς έχουν βρεθεί σε κρατητήρια και χώρους κράτησης, όπου απουσιάζουν θεμελιώδεις συνθήκες υγιεινής και αξιοπρεπούς διαμονής, όταν μάλιστα τη στιγμή που γράφονται όλα αυτά η Κυβέρνηση, βάσει κοινοτικής οδηγίας, προωθεί νομοσχέδιο για την παράταση του χρόνου διοικητικής (με σκοπό την απέλαση) κράτησης από τους τρεις μήνες στους έξι, με δυνατότητα παράτασης μέχρι και τους 12 μήνες.



Πόσοι αλήθεια λαμβάνουν υπόψη τους ή καν τολμούν (αντιλαμβανόμενοι βέβαια τυχάρπαστα το πολιτικό κόστος) να θίξουν την ανθρωπιστική πτυχή του «προβλήματος» αυτού, όταν οι κυριότερες χώρες προέλευσης των ανθρώπων αυτών αντιμετωπίζουν τεράστιες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις που τους καθιστούν γνήσιους πρόσφυγες και μετανάστες στη χώρα μας

Πόσοι από αυτούς τους επαΐοντες γνωρίζουν σφαιρικά και σε βάθος το θέμα της μετανάστευσης, είτε γιατί έχουν δουλέψει πάνω σε αυτό ή κυρίως γιατί έχουν τολμήσει να ανοίξουν κουβέντα με τους κόκκους αυτής της «σκόνης», αν κάτι τέτοιο δεν κοντεύει ήδη να αναχθεί σε ποινικό αδίκημα. Και πόσοι ακόμα λιγότεροι άλλοι τυχαίνει να έχουν μελετήσει το πλαίσιο των νομικών και θεσμικών διατάξεων και προπάντων των πολιτικών που ολοένα και περισσότερο αναπτύσσονται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και μπορούν κάλλιστα να κάνουν συγκρίσεις της χώρας μας με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές στον τομέα οργάνωσης και προστασίας σε θέματα και σε περιπτώσεις προσφύγων και μεταναστών.

Προς όλους αυτούς τους επάξια αναδειχθέντες σε οδοκαθαριστές του δημοσίου βίου και της δημόσιας τάξης μας, απευθύνονται οι ακόλουθες ερωτήσεις - ως ένα οιονεί τεστ δεξιοτήτων μοριοδότησής τους στο χώρο των ειδημόνων - σε θέματα μετανάστευσης:

-Γιατί άραγε η Ελλάδα που πλήττεται όπως ισχυρίζονται τόσο πολύ από τη μετανάστευση κατέχει το μικρότερο ποσοστό αναγνώρισης πολιτικών προσφύγων και ατόμων που χρήζουν ανθρωπιστικής προστασίας απορρίπτοντας σωρηδόν και αδιακρίτως τα αιτήματά τους και καθιστώντας τους στην ουσία παρανόμους;

-Γιατί δεν εξετάζονται ατομικά και εμπεριστατωμένα τα αιτήματά τους για ανθρωπιστική προστασία από κατάλληλη και επαρκώς στελεχωμένη υπηρεσία αλλά καταλείπονται στην ευχέρεια της Ελληνικής Αστυνομίας (άλλη ελληνική πρωτοτυπία αυτή!) η οποία είναι όντως μη εξειδικευμένη, μη αμερόληπτη και υπερφορτωμένη η αλήθεια είναι με το έργο αυτό;

-Γιατί επομένως το πολιτικό άσυλο να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας ενώ τα ζητήματα μετανάστευσης να έχουν αναχθεί σε αρμοδιότητα των πολιτικών υπηρεσιών των Δήμων και των Περιφερειών της χώρας;

-Όταν το 1990 και το 2003 οι τότε Υπουργοί μας υπέγραφαν αντίστοιχα τη Σύμβαση και τον Κανονισμό του Δουβλίνου που ορίζει ότι η πρώτη χώρα διέλευσης και εισόδου είναι και αρμόδια να εξετάσει τα αιτήματα ασύλου, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μια από τις χώρες αυτές των νοτίων και ανατολικών συνόρων της Ε.Ε. θα είναι η Ελλάδα, και συνεπώς εδώ κι όχι στις χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης θα μπλοκάρουν οι περισσότεροι πρόσφυγες

-Γνωρίζουν άραγε το θεσμό και τη διαδικασία της μετάκλησης υπηκόων τρίτων χωρών, κατά την οποία εργοδότης απευθύνει πρόκληση σε συγκεκριμένο άτομο να έρθει να δουλέψει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε αυτόν και την παρούσα στιγμή αποτελεί το μοναδικό τρόπο νόμιμης εισόδου και παραμονής στη χώρα; Γιατί άραγε δεν ανοίγει, δεν επεκτείνεται και δε διευκολύνεται η δυνατότητα αυτή αλλά συνιστά λιγότερο από το 1% της ελληνικής μεταναστευτικής γραφειοκρατικής πραγματικότητας;

-Γιατί μιλώντας για παράνομη μετανάστευση κανείς δεν ομιλεί για τρόπους διεύρυνσης της νόμιμης οδού, ωσάν η διέλευση των συνόρων να αποτελεί το μέγιστο ποινικό αδίκημα, τη στιγμή που λαθρομετανάστες μέχρι και πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι που εισέρχονταν στη χώρα ενώ τώρα πλέον αποκαλούνται «κοινοτικοί εταίροι»

-Γιατί οι δημόσιες υπηρεσίες άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες και τα ταμεία τους, το 2005 και το 2007 όταν μπόρεσαν (παρά τις περιοριστικές και πάλι προϋποθέσεις του νόμου) να νομιμοποιηθούν μαζικά χιλιάδες άνθρωποι που βρίσκονταν ως τότε παράνομα ή με εκκρεμές νομικό καθεστώς στη χώρα.

-Πόσα αλήθεια έσοδα εισέρρευσαν τότε στα Δημόσια ταμεία και στους Δημόσιους Οργανισμούς Ασφάλισης από τη «σκόνη» των λαθρομεταναστών, οι οποίοι συνεχίζουν μέχρι και σήμερα και με κάθε δυνατό τρόπο να ανανεώνουν τη νόμιμη διαμονή τους στη χώρα όντες συνεπείς στις πάσης φύσεως οικονομικές, εργασιακές, φορολογικές και κοινωνικές τους υποχρεώσεις;

-Πόσα άραγε στοιχίζουν ως δημόσια δαπάνη του πρώην Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (και νυν Εσωτερικών) η καθ’ ημέρα εισφορά των 5,87 ευρώ που αντιστοιχεί αντί συσσιτίου σε κάθε κρατούμενο για όλο το χρονικό διάστημα που κρατείται (πόσο μάλλον όταν αυτό φτάσει το 12-μηνο) αντί να στελεχώνονται οι υπηρεσίες με τους χιλιάδες Έλληνες επιστήμονες που θα πληρώνονταν αξιοπρεπείς μισθούς για τις υπηρεσίες και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους σε θέματα μετανάστευσης αντί να παραμένουν με το στίγμα της ανεργίας, της υπο-απασχόλησης και του κοινωνικού περιθωρίου; Ελέγχει κάποιος τις δαπάνες που προκαλεί στον κρατικό προϋπολογισμό η αδιάκριτη και παρατεταμένη κράτηση των κρατουμένων διοικητικά (για να μη θίξουμε το ποινικά);

-Γνωρίζουν άραγε πόσες δικαστικές αποφάσεις εθνικών (και από τους ευρωπαίους εταίρους μας) αλλά και πανευρωπαϊκών όπως του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου αναστέλλουν την επιστροφή αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, γιατί διαπιστώνουν (λαμβάνοντας υπόψη και διεθνείς αναφορές από ανεξάρτητους Οργανισμούς μεταξύ αυτών και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες), ότι η χώρα μας δε σέβεται τα δικαιώματά τους, θα απορρίψει το νόμιμο καθεστώς τους και θα τους κρατήσει και θα τους απελάσει σε χώρα που κινδυνεύει η ζωή τους;

-Πόσοι από εμάς «φιλοξενούμε» στα σπίτια μας (κατά το επιχείρημα πρώην Υπουργού), κηπουρούς, εργάτες γης και οικοδομής, καθαρίστριες και ανθρώπους για τη φροντίδα των ηλικιωμένων μας χωρίς αυτό να φαίνεται πουθενά και χωρίς βέβαια να μιλάμε για τα ένσημα του ΙΚΑ;

Μήπως αν ποτέ ρωτιούνταν οι άνθρωποι αυτοί αν θέλουν να είναι νόμιμοι ή παράνομοι στη χώρα, αν θέλουν να είναι και αν πράγματι είναι συνεπείς ως προς όλες τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο ελληνικό κράτος, αν θέλουν να μεταναστεύσουν σε άλλη χώρα της Ε.Ε. προκειμένου να συνενωθούν με τις οικογένειές τους, αν θέλουν να διεκδικούν επί ισοις όροις τα εργασιακά και κοινωνικο-ασφαλιστικά τους δικαιώματα, αν θέλουν να δουλέψουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και μετά να επιστρέψουν σε τόπο ασφαλή στην πατρίδα τους, αν θέλουν να μάθουν ελληνικά και να μετέχουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους της ελληνικής παιδείας (…). Θα ήμασταν λοιπόν έτοιμοι, αν ποτέ ερωτούνταν ο δείνα «λαθρομετανάστης» -κόκκος σκόνης- στα τηλεοπτικά παράθυρα των επαΐόντων, να δεχτούμε και να ενσωματώσουμε στις (αεί ποτέ οργανωμένες και ολοκληρωμένες) μεταναστευτικές πολιτικές μας τις καταφατικές του απαντήσεις;

Όταν μιλούν επομένως για επιχειρήσεις σκούπας και φαρασιού και επιφορτίζουν την Ελληνική Αστυνομία με ακόμα ένα άχαρο ρόλο, αυτό του μαντρώματος και των τυπικών (στα πλαίσια π.χ. της Συμφωνίας Επανεισδοχής με την Τουρκία) ή άτυπων ( με συνοπτικές διαδικασίες και πουθενά καταγεγραμμένων) επιχειρήσεων απέλασης («επαναπατρισμού» κατά το επιστημονικότερο) αυτής της κόκκινης-κίτρινης-μαύρης σκόνης που μας έρχεται «από τη μπαρμπαριά» και κατακάθεται πάνω από τα κεφάλια μας ωσάν το νέφος της Αττικής και επιχειρούν να μας κάνουν να σκεφτούμε κάθε άλλο παρά καθαρά και νηφάλια αλλά με συνθήματα και δηλώσεις του τύπου («η Ελλάδα στους Έλληνες» κλπ) εμποτίζοντας μας το δηλητήριο του εθνικισμού, του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας και κυρίως της παραπληροφόρησης και της μισής αλήθειας, εύλογο προκύπτει το ερώτημα:

Ποιος επικαθίζει μυριάδες κόκκους σκόνης στην ψυχή και στη σκέψη μας; Με άλλα λόγια από ποιους πρέπει να καθαρίσουμε;

*Η Αριάδνη Σπανάκη είναι δικηγόρος