Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Μία σημαντική κατάθεση μάρτυρα που δεν είχε αξιολογηθεί και αξιοποιηθεί στην προανάκριση για τις έρευνες της αιματηρής επίθεσης σε βάρος των τριών αστυνομικών του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ηρακλείου, στην περιοχή των Μαλάδων, φέρεται να ενισχύει την περιγραφή που είχε δώσει για τον ένοπλο χασισοκαλλιεργητή ο ανθυπαστυνόμος Γιάννης Τσιμινικάκης που ήταν ο μόνος από τους τρεις τραυματίες που είδε πρόσωπο με πρόσωπο τον παρ’ ολίγον δολοφόνο του.
Ο μάρτυρας αυτός που κρίνεται ως ουσιώδης έχει κληθεί να καταθέσει στην εκδίκαση της υπόθεσης που όπως έχει γράψει η «Π» έχει προσδιοριστεί για τις 17 Ιουλίου.
Την επίμαχη περίοδο των ερευνών οι διωκτικές αρχές διενεργούσαν προανάκριση σε δύο διαφορετικές υποθέσεις που συσχετίστηκαν τελικώς. Η πρώτη δικογραφία αφορούσε στην αιματηρή επίθεση σε βάρος των τριών αστυνομικών μέσα στην χασισοφυτεία και η δεύτερη σε χασισοφυτεία πολύ κοντά στην πρώτη. Το περίεργο είναι ότι η κατάθεση-κλειδί του εν λόγω μάρτυρα που δόθηκε στις 26 Ιουνίου 2008, τέσσερις ημέρες μετά το αιματηρό περιστατικό, δεν συμπεριλήφθηκε στην επίμαχη δικογραφία αλλά στη δευτερεύουσα, σε αυτήν δηλαδή που αφορούσε την υποτιθέμενη «ορφανή» χασισοφυτεία. Γι’ αυτό ακριβώς η ύπαρξη της έγινε γνωστή στους συνηγόρους υπεράσπισης πολύ πρόσφατα.
Τι λέει στην κατάθεση του
Όπως είναι γνωστόν, για την υπόθεση κατηγορείται ένας 32χρονος κάτοικος της περιοχής με καταγωγή από τα Λιβάδια, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά την εμπλοκή του στην αιματηρή επίθεση σε βάρος των τριών αστυνομικών. Ο κατηγορούμενος μάλιστα δεν ταιριάζει καθόλου με την περιγραφή που είχε δώσει στις καταθέσεις του ο ανθυπαστυνόμος.
Ο αστυνομικός περιγράφει στην κατάθεση του έναν «γεροδεμένο, γεμάτο με κοιλιά, που είχε μουστάκι με μύτη στις άκρες, ευθεία και λίγο κλίση προς τα κάτω, όχι στριφτό. Τα μαλλιά του ήταν κανονικά στο μέγεθος, χρώματος καστανού. Ήταν στρογγυλοπρόσωπος. Το χρώμα του σώματος του (υπενθυμίζεται ότι ο δράστης ήταν ημίγυμνος) δεν ήταν μαύρο, αλλά πλησίαζε προς το σταρένιο». Την 1η Ιουλίου ο 32χρονος υποβάλλεται στη διαδικασία αναγνώρισης από τον ανθυπαστυνόμο. Εκείνος όμως δεν τον αναγνωρίζει.
Ο επίμαχος μάρτυρας διατηρεί στην περιοχή της αιματηρής επίθεσης περιουσία και πήγαινε συχνά εκεί για να την περιποιείται.
Στις 26 Ιουνίου καλείται για κατάθεση και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι δεκαπέντε ημέρες πριν από το περιστατικό, πηγαίνοντας στο αμπέλι του, είδε εντός της ιδιοκτησίας του ένα 4χ4, χρώματος μελιτζανί, μάρκας Ford, ηλικίας 3-4 ετών, με προφυλακτήρες.
Ο ίδιος παραξενεύτηκε και απευθυνόμενος στον οδηγό, τον ρώτησε τι γύρευε εκεί.
Εκείνος του αποκρίθηκε ότι είχε χάσει το δρόμο και ότι ήθελε να πάει προς την πλευρά που απλώνονταν τα τριφύλλια. Ο μάρτυρας περιγράφει τον οδηγό «περίπου 40 ετών, με μουστάκι, στρογγυλοπρόσωπο, μελαχρινό με σγουρά κουρεμένα μαλιά, όχι πολύ κοντά, ντόπιο».
Σε ερώτηση αστυνομικού αν τον είχε ξαναδεί στην περιοχή, ο μάρτυρας απήντησε: «δέκα ημέρες πριν από το περιστατικό, πηγαίνοντας και πάλι προς το αμπέλι, άκουσα μία κόρνα που προερχόταν από το σπιτάκι με τις βάνες του νερού. Κοιτάζοντας είδα το αυτοκίνητο που σας περιέγραψα πριν να φεύγει, δεν πρόλαβα να δω τον οδηγό».
Η περιγραφή που δίνει ο μάρτυρας για τον άγνωστο άνδρα που κατά περίεργο τρόπο κινούνταν στην περιοχή, συμπίπτει με την περιγραφή που είχε δώσει από την πρώτη στιγμή ο ανθυπαστυνόμος. Για το λόγο αυτό σήμερα πλέον καλείται να καταθέσει στο δικαστήριο για την υπόθεση της αιματηρής επίθεσης.
Υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου παραπέμπει τον 32χρονο σε δίκη τόσο για τις απόπειρες ανθρωποκτονίας σε βάρος των τριών αστυνομικών όσο και για την κατηγορία της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης με τη χρήση όπλου, κατηγορία που επισύρει ακόμα και ποινή ισόβιας κάθειρξης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου είναι 20, μεταξύ των οποίων και οι τρεις αστυνομικοί που τραυματίστηκαν στη μοιραία επιχείρηση. Πρόκειται για τον ανθυπαστυνόμο Γιάννη Τσιμινικάκη και τους αστυνομικούς Γιώργο Πουλιανάκη και Θεόδωρο Γενιτσαρίδη, οι οποίοι μέχρι και σήμερα βιώνουν το δικό τους Γολγοθά.

