Του Γιάννη Νεονάκη*

Είναι μια ευκαιρία με εκδηλώσεις, όπως αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση, για ένα δημόσιο διάλογο για την αρχιτεκτονική κληρονομιά και πως πρέπει να προσεγγίζουμε το ζήτημα της διατήρησής της, μέσα από την διαδικασία της αναστήλωσης και του αστικού ή πολεοδομικού σχεδιασμού. Πιθανόν να χρειαζόταν ένας πιο αιχμηρός τίτλος, που να δίνει εξ’ αρχής το στίγμα της αγωνίας και της οργής που συχνά αισθανόμαστε για τις εικόνες που βλέπουμε περιδιαβαίνοντας την πόλη που ζούμε. Δεν θέλω να αφορίσω όποια προσπάθεια γίνεται αλλά να «προκαλέσω» για ό,τι δεν γίνεται σωστά ή δεν γίνεται καθόλου.

Το λεγόμενο ιστορικό κέντρο σε αρκετές ελληνικές πόλεις έχει αλλοιωθεί από την ανοικοδόμηση. Στο Ηράκλειο το πρόβλημα είναι ακόμα πιο έντονο από την εφαρμογή ενός αναχρονιστικού πολεοδομικού σχεδίου του 1936, το οποίο εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. (Εικόνες 1-4)

Οχυρωματικά έργα όπως τα τείχη που επισκευάζονται και αναπλάθονται αλλά που δεν εντάσσονται στην λειτουργία της πόλης παρακμάζουν πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες αποκατάστασης (Εικόνες 5-8). Μεμονωμένες γειτονιές και «διατηρητέα» κτίρια εγκλωβισμένα στο σημερινό τοπίο μη αξιοποιήσιμα αργοπεθαίνουν. Οι αναστηλώσεις ή όπως συχνά αναφέρονται με τον λανθασμένο όρο «αναπαλαιώσεις», παλαιών κτιρίων διατηρητέων ή όχι, γίνονται με τρόπους και τεχνικές που τις περισσότερες φορές χάνεται η αρχική εικόνα. Νέες κατασκευές περιστοιχίζουν παλαιά κτίρια, με επιλεκτική χρήση συχνά «παραδοσιακών» στοιχείων, προκαλούν σύγχυση καθώς δεν διακρίνεται τι είναι παλιό και τι νέο.

Τι κάνουμε όταν τα κτίρια είναι πια κουφάρια, όταν οι νέες ανάγκες στις δημόσιες και τις ιδιωτικές λειτουργίες αποζητούν νέες κτιριακές δομές; Πως αντιμετωπίζουμε το τέλος των κτιρίων όταν φέρουν μνήμη ατομική ή συλλογική, ή ξεχωρίζουν ως φορείς τέχνης και ιστορίας; πιστεύω ότι υπάρχει μια σχέση ανταγωνισμού ανάμεσα στο νέο και το παλιό; Ένας ανταγωνισμός όπου κάποτε τα οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα συγκρούονται με το παλιό, ενώ παράλληλα υπάρχει μια λατρεία για ό,τι παλιό, το οποίο εκ προοιμίου θεωρείται καλύτερο από το νέο. Η άποψη για την διατήρηση όλων των παλιών, η τηλεοπτική επιδρομή κάθε «ειδικού» για την παράδοση κάποτε γίνεται παραδοσολαγνεία. Η επιφανειακή ανάγνωση, η ελλιπής ανάλυση της ιστορίας και της παράδοσης, κατασκευάζουν μνήμες, μέσω ιδιότυπων κατασκευών (π.χ. νεοπαραδοσιακά) και αναστηλώσεων που δεν έχουν σχέση με την αισθητική, την εικόνα και με την λιτότητα του παρελθόντος. Μπερδεύουμε την αξία του παρελθόντος με την ανάγκη παραγωγής νέας αρχιτεκτονικής. Γίνονται αναστηλωτικές παρεμβάσεις σε κτίρια με ιστορική και αρχιτεκτονική αξία, παλαιότερα και νεότερα, που δεν έχουν σχέση με την ιστορία τους, την εξέλιξή τους στο χρόνο και που τα καθιστούν ανάξια να φέρουν μνήμη όταν επανεντάσσονται στην σύγχρονη πόλη.

Με λανθασμένες παρεμβάσεις δημιουργούμε ιστορία εκεί που δεν υπάρχει. Το νέο και το παλιό πρέπει να υπάρχουν παράλληλα και διακριτά. Πρέπει να ισορροπούμε την ιστορική γνώση με την ανάγκη για συνθετική επεξεργασία.

Η πόλη του Ηρακλείου είναι ένα παλίμψηστο κατασκευών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τα κτίρια και όποιες άλλες κατασκευές του παρελθόντος, πρέπει να ξαναγυρίσουν στην ζωή της πόλης μέσα από μια ανάλογη διαδικασία παλίμψηστης επανάχρησης. Έργα πολύ σημαντικά όπως τα τείχη, πρέπει να εντάσσονται στην λειτουργία της πόλης. Στα κτίρια, αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, τα χρησιμοποιούμε σαν σκηνικά? κρατάμε τα μέρη που μπορούν να αποκατασταθούν και τα αποκαθιστούμε με βάση τις σημερινές ανάγκες επανάχρησής τους.

Σε μια μεγαλούπολη όπως το Ηράκλειο χάνεται η έννοια του ιστορικού συνόλου στο κέντρο με κτίρια εγκαταλελειμμένα, αρχαιολογικούς χώρους ανοικτές πληγές, στοιχεία μιας άλλης πόλης του παρελθόντος, μια ασυνέχεια μεταξύ παρελθόντος και παρόντος (Εικόνες 18,19).

Η επιβίωση των μνημείων μας, των μεμονωμένων κτιρίων, των γειτονιών, του κέντρου της πόλης είναι θέμα αστικού αναπτυξιακού σχεδιασμού και λιγότερο κτιριακού. Αυτό δεν είναι μία σημερινή ανακάλυψη και ανάγκη, προκύπτει από μελέτες εδώ και πάνω από μισό αιώνα.

Βαλσαμώνουμε έργα σημαντικά για την ιστορία, την εικόνα, την λειτουργία και την ύπαρξη αυτής της πόλης, με την εφαρμογή μελετών που ποτέ δεν αναθεωρήθηκαν η δεν συνδέθηκαν με ένα γενικότερο πολεοδομικό σχεδιασμό όπως επιβάλλεται, και παρακμάζουν πριν ακόμα ολοκληρωθούν τα έργα αποκατάστασης (Η μελέτη ανάπλασης των τειχών έγινε το 1979).

Εδώ και πάνω από μια δεκαετία έχει ξεκινήσει η μελέτη για την αναθεώρηση του σχεδίου εντός τειχών για την ανάπλαση της παλιάς πόλης - η προκαταρκτική μελέτη ανάπλασης της Παλιάς Πόλης του Ηρακλείου έχει εγκριθεί από το 2002 με Υπουργική απόφαση 45145/36 ΦΕΚ Δ/12-2-2002 και ακόμα συζητάμε για τους συντελεστές δόμησης, ενώ θα έπρεπε να μιλάμε για ανάπτυξη, ένταξη του παρελθόντος στο παρόν για να υπάρχει μέλλον. Υπάρχουν και άλλες μελέτες γενικότερου σχεδιασμού που δεν εφαρμόζονται ενώ συνεχίζουμε να κάνουμε έργα εξωραϊσμού που δεν λαμβάνουν υπ’ όψη καθόλου τις προτάσεις αυτών των μελετών. Οι παρεμβάσεις μας δεν θα πρέπει να είναι πράξεις σωτηρίας αλλά πράξεις που θα εντάσσουν τα μνημεία και τα κτίρια στην φυσιολογική ροή των μεταβολών. Οι αναστηλώσεις και συντηρήσεις θα πρέπει να έπονται του γενικότερου σχεδιασμού? και τότε εφαρμόζουμε τις αρχές, την θεωρία τις τεχνικές, την επιστήμη και την νομοθεσία, όπως έχουν διαμορφωθεί και συμπληρωθεί τα τελευταία χρόνια.

Εδώ θα ήθελα να κάνω μια αναφορά, κατά το δυνατόν επιγραμματικά, για τις πιο σημαντικές συνδιασκέψεις και αποφάσεις, τις «Χάρτες» βασικών αρχών που δημιουργηθήκαν, τις διεθνείς συμβάσεις και την ελληνική νομοθεσία που αφορά την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Χάρτες

Το 1931 στο κτίριο της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Αθήνα συντάχθηκε και εγκρίθηκε η πρώτη Χάρτα Αποκατάστασης Μνημείων γνωστή ως «Χάρτα των Αθηνών». Είναι πρώτη συστηματική προσπάθεια διατύπωσης των αρχών για την προστασία των ιστορικών πόλεων.

Το 1933 γίνεται στην Αθήνα το τέταρτο CIAM Διεθνές Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, με πόρισμα τη «Χάρτα των Αθηνών» και 95 θέσεις για τα βασικά προβλήματα και τις ανάγκες των πόλεων. Ένα κεφαλαίο είναι αφιερωμένο στα μεμονωμένα κτίσματα και τα αστικά σύνολα του παρελθόντος από τα άρθρα 65-70.

Ειδικοί επιστήμονες έθεσαν στους επιστημονικούς φορείς το πρόβλημα και ευαισθητοποίησαν κυβερνήσεις προωθώντας έναν διάλογο σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο. Στο επίπεδο της θεωρίας έπρεπε να καλυφθεί η απόσταση μεταξύ μερικού και συνόλου. Να αποκατασταθεί η διαλεκτική μεταξύ του μνημείου και της ιστορικής τοποθεσίας , όπου αυτό εντάσσεται.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η κυρίαρχη τάση για την ανάπλαση των ιστορικών τμημάτων των πόλεων είχε κύριο χαρακτηριστικό την αντικατάσταση της άκριτης καταστροφής από μία πολιτική συντήρησης, προστασίας και αποκατάστασης.

Το Μάιο του 1964 γίνεται η Β΄ Διεθνής Σύνοδος Αρχιτεκτόνων και Τεχνικών για τα ιστορικά μνημεία στη Βενετία, υπό την αιγίδα της UNESCO, και ενέκρινε 13 κείμενα μεταξύ των οποίων την Διεθνή Χάρτα για τη συντήρηση των μνημείων και τοποθεσιών γνωστή ως «Χάρτα της Βενετίας». Επίσης ενέκρινε την ιδρυτική πράξη του ICOMOS, (Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών) ένα αίτημα για την προστασία και αναβίωση των ιστορικών κέντρων, το οποίο κατέληξε στο συνέδριο ICOMOS 1987 (Ουάσιγκτον ) στη «Χάρτα των Ιστορικών Πόλεων»



1975: Σημαντικές πρωτοβουλίες στο Ετος Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς



Ένα ευρύτερα ευνοϊκό κλίμα δημιουργήθηκε όταν η Τελική Πράξη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη στο Ελσίνκι περιέλαβε διατάξεις ενθαρρυντικές για τη συνεργασία και τις ανταλλαγές στον πολιτιστικό τομέα.

Εκείνη η χρονιά έληξε με την διακήρυξη του Άμστερνταμ. Αυτή διεύρυνε την έννοια της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, στην οποία περιλαμβάνεται το περιβάλλον, όταν παρουσιάζει πολιτιστικό ενδιαφέρον. Ένα σημαντικό βήμα είναι η αναγωγή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς σε ουσιώδη σκοπό του αστικού και χωροταξικού σχεδιασμού, ο οποίος επιδιώκει πλέον τη βελτίωση του δομημένου περιβάλλοντος αντί της άκριτης μεταπολεμικής ανοικοδόμησης.

1985 Τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης επανήλθαν στην Γρανάδα και υπέγραψαν την σύμβαση για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην Ευρώπη γνωστή ως «Σύμβαση της Γρανάδας». Την σύμβαση υπέγραψε και η Ελλάδα και έγινε νόμος επτά χρόνια αργότερα ο Νόμος 2039/92. Καινοτομίες της Σύμβασης είναι ότι η προστασία των μνημείων, των ιστορικών συνόλων και των τοποθεσιών θα πρέπει στο εξής να αποτελούν αντικειμενικό σκοπό του αστικού και χωροταξικού σχεδιασμού.

Αναγνωρίζεται επίσης ότι η αρχιτεκτονική κληρονομιά αποτελεί μία αναντικατάστατη έκφραση του πλούτου και της ποικιλίας της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης και ανεκτίμητη μαρτυρία του παρελθόντος, κοινό αγαθό για όλους τους Ευρωπαίους.

Στην Ελλάδα δεν υπήρχε συγκροτημένη πολιτική προστασίας των ιστορικών κέντρων παρά μόνον με την αναγνώριση της προστασίας της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς από το Σύνταγμα του 1975, άρθρο 24. την θεσμοθέτηση 400 «Παραδοσιακών οικισμών ». την θεσμοθέτηση των Ιστορικών κέντρων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Υπήρξαν και σημαντικές καθυστερήσεις όπως αυτή της κύρωσης της Σύμβασης της Γρανάδας επτά χρόνια μετά την υπογραφή της ενώ και σήμερα ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί.



Η πολιτική αναπλάσεων και προστασίας στην Ελλάδα-Ελληνική Νομοθεσία



•Σύνταγμα 1975 .Άρθρο 24 Περί Χωροταξίας

•ΥΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. ΓΟΚ. Κήρυξη κτιρίων

•ΥΠΕΧΩΔΕ, Ν.2508/97. Περί Αναπλάσεων

Βιώσιμη Ανάπτυξη των Πόλεων και των Οικισμών (ΑΡΘΡΑ 8,9,10,11,12)

• ΥΠΕΧΩΔΕ, Ν.2742/99: Στόχοι και Αρχές

(ΑΡΘΡΟ 1) Χωροταξικός Σχεδιασμός. Ειδικά πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και

Αειφόρου Ανάπτυξης.

(ΑΡΘΡΟ 7) Σχεδία Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων

(ΑΡΘΡΟ 12) Ορισμένοι Τύποι Πολεοδομικών Προβλημάτων

Όσον αφορά τον σχετικά πρόσφατο Νόμο 3028/2000 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στο νόμο περιέχεται χωρίς σχεδόν να αναφέρεται το θεσμικό πλαίσιο των Αρχιτεκτονικών μνημείων και συνόλων. Ο νόμος δεν χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακή πολιτική στο τομέα της διαχείρισης, της ενσωμάτωσης και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από τον χωροταξικό πολεοδομικό σχεδιασμό, αρχές που υπάρχουν και εμπεριέχονται στην σύμβαση της Γρανάδας και που έχουν θεσμοθετηθεί με τον Νόμο 2039/92.

Στις 22 & 23 Οκτωβρίου του 2004 το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας μαζί με το Υπουργείο Πολιτισμού και το ICOMOS, οργάνωσαν διημερίδα για την Συντήρηση, Ενίσχυση και Αποκατάσταση της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Τονίσθηκε πως η συντήρηση, η ενίσχυση, και η αποκατάσταση της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση, ενώ στο κεφάλαιο των αρχών του ICOMOS αναφέρεται ότι η ιδιαιτερότητα των ιστορικών κατασκευών με τη σύνθετη οικοδομική τους ιστορία απαιτεί μελέτες και προτάσεις σε καθορισμένα στάδια ανάλογα με αυτά που εφαρμόζονται στην ιατρική επιστήμη, δηλαδή ιστορικό διάγνωση, θεραπεία και έλεγχοι. Επίσης αναφέρεται ότι η δομητική αποκατάσταση δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσον προς τον τελικό σκοπό που είναι η προστασία του κτιρίου ως συνόλου.

Σε ημερίδα που έγινε στις 12 Φεβρουαρίου 2007 και διοργάνωσε το Ελληνικό τμήμα του ICOMOS τονίσθηκε η υποχρέωση να αρχίσει ένας ουσιαστικός διεπιστημονικός διάλογος που θα οδηγήσει στην διατύπωση και θέσπιση μιας «Χάρτας Αποκατάστασης Ελληνικών Μνημείων και Συνόλων», που να εναρμονίζεται με τις αντίστοιχες άλλων χωρών.

Οι επεμβάσεις στα μνημεία, ως προς τον τρόπο αλλά και ως προς τις τεχνικές επιλογές, από τις πιο απλές έως τις πιο σύνθετες, αποτελούν αρμοδιότητες των επιστημονικών συλλογικών οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού ή του Υπουργείου Περιβάλλοντος, κατά περίπτωση. Η έλλειψη νομικού πλαισίου και ασφαλών αρχών επέμβασης, η ασυνέχεια στην σύνθεση των συλλογικών οργάνων και η εναλλαγή των εισηγητών σε αυτά, οδήγησαν σε αντιφατικές επιλογές για παρόμοιες επεμβάσεις σε μνημεία και ιστορικά σύνολα.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δεν έχουμε έλλειμμα ως προς τον αριθμό και το περιεχόμενο Χαρτών, Αρχών, Νόμων και Διεθνών Συμβάσεων. Το έλλειμμα υπάρχει στην εφαρμογή, την εξήγηση, την κατανόηση και την αποδοχή όλων αυτών των δεδομένων. Το ζητούμενο είναι η σωστή ερμηνεία και εφαρμογή κυρίως από τους διοικούντες και τους αρμόδιους φορείς. Χρειάζεται προσπάθεια από όλους του εμπλεκόμενους, ενημέρωση των πολιτών για το πόσο σημαντικό είναι τα έργα που γίνονται να γίνονται σωστά. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας δεν αφορά μόνο την σημερινή κοινωνία αλλά και τις επόμενες γενιές. Ζούμε σε μια εποχή οικονομικής αστάθειας, άκρατου ανταγωνισμού, επιχειρηματικών συμφερόντων. Το “star system”, που ξεκίνησε από την άλλη πλευρά του ατλαντικού, που σαρώνει και επηρεάζει το διεθνές γίγνεσθαι και συμβάλλει τα μέγιστα σε μια πολιτισμική παρακμή η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστη την αρχιτεκτονική, την πολεοδομία, την καθημερινότητα μας και προκαλεί σύγχυση, προβληματική εξέλιξη, ασυνέχεια. Οι αρχές που διέπουν την θεωρία για τις αξίες του παρελθόντος πρέπει να γίνουν κτήμα μας μέσω της παιδείας; και η παιδεία δεν τελειώνει με την βασική υποχρεωτική εκπαίδευση, ούτε με τις γνώσεις που αποκτώνται τελειώνοντας ένα πανεπιστήμιο. είναι η συνεχής προσπάθεια για ενημέρωση και ολοκληρωμένη γνώση. Είναι καιρός να μιλήσουμε για αισθητική, με τη φιλοσοφική έννοια του όρου, όπως υπάρχει στα κείμενα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, και όλων των μεταγενέστερων φιλοσόφων του μεσαίωνα, της αναγέννησης και της νεότερης εποχής. Χρειάζεται σκέψη, μελέτη, ανάλυση, τεκμηρίωση, συνδιαλλαγή, προβληματισμός, διεπιστημονική συνεργασία χωρίς εμπάθεια με στόχο το καλλίτερο. Κανείς δεν μπορεί να υποκαταστήσει κανένα, ο αρχιτέκτονας το πολιτικό μηχανικό, τον αρχαιολόγο, το ιστορικό και το αντίστροφο και προπάντων τέτοια ζητήματα δεν μπορεί να είναι θέματα πολιτικής συνδιαλλαγής.

Ελπίζω και εύχομαι η σημερινή κοινωνία ν’ αφήσει στις επόμενες γενιές μια κληρονομιά που θα μπορούν να την βελτιώσουν, να την κάνουν κτήμα τους, να την αγαπήσουν και να βλέπουν καλλίτερες εικόνες και περιβάλλον γύρω τους.

Το κείμενο βασίζεται στην εισήγηση του Γ. Νεονάκη στη διημερίδα “Μεσαιωνικά κάστρα και οχυρά - Τεκμηρίωση και ανάδειξη” στο πλαίσιο της έκθεσης “Οχυρωματική Αρχιτεκτονική στην Γαλλία, γραβούρες του Leo Drouyn 1816-1896”, που πραγματοποιήθηκε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου στο Ηράκλειο

* Ο Γιάννης Νεονάκης είναι αρχιτέκτων Πανεπιστημίου Ρώμης, M.Sc. Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας New Jersey Institute of Technology Η.Π.Α.