Από το Δημήτρη Σάββα

“Οπου φτωχός και η μοίρα του” λέει ο λαός μας και απ’ ό,τι φαίνεται έχει απόλυτο δίκιο. Δύσκολος και εκδικητικός εκείνος ο Οκτώβριος του 1937. Μια άγρια, πρωτοφανούς διάρκειας νεροποντή έπληξε και νέκρωσε κυριολεκτικά την πόλη του Ηρακλείου και ειδικότερα κάποιες συνοικίες της. Χαρακτηριστικό το πρωτοσέλιδο άρθρο της τότε καθημερινής πολιτικής και ειδησεογραφικής εφημερίδας “Ανόρθωσις” στις 19 Οκτωβρίου 1937. “Ολόκληροι συνοικίαι υπό τας τραγικωτέρας των συνθηκών. Κατεκλύσθησαν και κατεχώθησαν από χειμάρρους υδάτων. Η Κιζίλ Ντάμπια, η Χρυσοπηγή, τα Νέα Βρύουλα, υπέστησαν ανεπανορθώτους ζημίας και σημαντικάς καταστροφάς. Εκτός των ζημιών αριθμούνται και πολλά ανθρώπινα θύματα. Ο νομάρχης κ. Μάρκελλος διανυκτέρευσε παραμυθών και ενθαρρύνων τα τραγικά θύματα της προχθεσινής φρικτής θεομηνίας”.

Τα παραπάνω λόγια δηλώνουν το μέγεθος της μεγάλης καταστροφής. Η πόλη μας συγκλονίζεται κυριολεκτικά. Η πρωτοφανής αυτή θύελλα που παρόμοια δεν θυμούνται οι κάτοικοί της, κατέστρεψε εκατοντάδες σπιτιών, παρέσυρε έπιπλα και σκεύη, ρουχισμό, ανέτρεψε και κάλυψε τα πάντα. Έγινε η αιτία να δημιουργηθούν πολλοί άστεγοι, κατέστρεψε εμπορεύματα, ερήμωσε συνοικίες, έπνιξε ανθρώπους. Παλιοί Ηρακλειώτες θυμούνται την πλατεία στο Βαλτέ Τζαμί να έχει πενήντα πόντους νερό. Αξίζει τον κόπο να αναφερθώ σε κάποια αποσπάσματα της προαναφερθείσης εφημεριδας, τα οποία μας δίνουν μια πλήρη εικόνα του ακραίου αυτού καιρικού φαινομένου που έπληξε το προπολεμικό Ηράκλειο.

“Το Ηράκλειο έζησε προχθές μια νύκτα φρίκης και απογνώσεως. Η βροχή η οποία ήρχισεν από της νυκτός της Παρασκευής προς το Σάββατον συνεχισθείσα ήρεμος μέχρι του απογεύματος της Κυριακής, εξειλίχθη αργότερον εις αγρίαν, καταρρακτώδη νεροποντήν που μετέβαλε την πόλιν εις πραγματικήν κόλασιν κατά την νύκτα της Κυριακής. Και ενώ μέχρι της 7ης απογευματικής της Κυριακής όλοι επανηγύριζαν την έλευσιν του χειμώνος, εκφράζοντες την χαράν των δια τα ευχάριστα αποτελέσματα που θα είχεν η άφθονος πρώιμος βροχή δια τας γεωργικάς καλλιεργείας, χθες εξύπνησεν η πόλις βυθισμένη εις το πένθος και την θλίψιν δια την επελθούσαν εκ των καταρρακτωδών βροχών συμφοράν.

Αλλ’ ιδού πώς επήλθε η νέα αυτή κατά του Ηρακλείου θεομηνία. Διότι όντως περί θεομηνίας επρόκειτο και μάλιστα αγριωτάτης.

Από την 7ης εσπερινής της Κυριακής η πόλις και τα πέριξ ευρέθησαν εις το κέντρον πρωτοφανούς εις αγριότητα θυέλλης. Η μέχρι της στιγνής εκείνης ήρεμος βροχή μετεβλήθη αποτόμως εις φοβερόν υετόν. Έπιπτες με ορμήν και μορφήν καταρράκτου και εντός ολίγων λεπτών η πόλις κατεκλύσθη κυριολεκτικά. Οι δρόμοι μετεβλήθησαν εις ορμητικούς χειμάρρους, τους οποίους δεν ηδύναντο να διαβώσιν όχι πλέον πεζοί, αλλ’ ούτε αυτοκίνητα.

Η στάθμη των υδάτων ανήλθεν υπεράνω των πεζοδρομίων τα οποία και εκάλυψεν εντελώς, τα περισσότερα δε εκ των καταστημάτων επλημμύρισαν. Πάσα κινησις διεκόπη. Η πόλις ενεκρώθη εξ ολοκλήρου. Οι άνθρωποι πανικόβλητοι είχον κλεισθή εις τους κινηματογράφους και τα διάφορα κέντρα, ή είχον αποσυρθεί εις τας οικίας των. Οι ευρισκόμενοι εις τα διάφορα κέντρα παρηκολούθουν το θέαμα που παρουσιάζουν οι δρόμοι και αι πλατείαι με περιέργειαν και φόβον συγχρόνως, δεν εφαντάζοντο όμως ότι θα παρατείνετο επί ώρας ολοκλήρους η νεροποντή αυτή και ότι θα εδημιούργει τόσας τεραστίας εκτάσεις τραγικάς καταστροφάς. Και μολονότι όταν έβλεπον τας Λεωφόρους Κουντουριώτη, Ίδης, Καλοκαιρινού, την οδόν 25ης Αυγούστου και την οδόν Χάνδακος να έχουν μεταβληθή εις πραγματικούς ποταμούς, εμάντευον ότι εις τας συνοικίας θα είχον σημειωθή μεγάλαι μπλημμύραι, δεν εφαντάσθησαν ποτέ ότι θα είχον τόσην έκτασιν αι καταστροφαί και ότι θα εσημειώνοντο τόσα ανθρώπινα θύματα.

Δυστυχώς, η καταιγίς συνεχώς εντεινομένη εφόσον παρήρχετο η ώρα και συνοδευομένη από εκτυφλωτικάς αστραπάς, από τρομοκρατικάς βροντάς εκ των οποίων εσείετο κυριολεκτικώς η πόλις, διήρκεσε μέχρι της 11ης ώρας χωρίς καμμίαν σχεδόν διακοπήν. Εν τω μεταξύ λόγω βλάβης των ηλεκτρικών καλωδίων στύλων, διεκόπη η παροχή ρεύματος και η πόλις εβυθίσθη εις το σκότος. Και τότε πραγματικώς το Ηράκλειον μετεβλήθη εις φρικτήν κόλασιν. Μέσα εις το βαθύ σκότος η μυκωμένη θύελλα προσελάμβανε μεγαλυτέραν ακόμη αγριότητα. Ενόμιζε κανείς ότι επρόκειτο περί μιάς ζωντανής αναπαραστάσεως της βιβλικής περιγραφής του κατακλυσμού. Πραγματικά ανέκφραστος εικών αληθινής κοσμογονίας, παρομοίαν της οποίας δεν ενθυμούνται να έζησαν ούτε οι πλέον γεροντότεροι εκ των συμπολιτών. Η οργή των στοιχείων της μαινομένης φύσεως είχεν εκσπάση χωρίς οίκτον επί της πόλεως. Και το αίσθημα του δέους ήρχισε να κυριεύει τους περισσοτέρους εκ των συμπολιτών και ιδίως τας γυναίκας και τα παιδιά”.

Τις μεγαλύτερες καταστροφές υπέστησαν κάποιες γειτονιές της πόλης μας και ειδικότερα η περιοχή της Αγίας Τριάδας, η Χρυσοπηγή, τα Νέα Βρύουλλα και ο Κατσαμπάς, όπως φαίνεται από το δημοσίευμα της εφημερίδας “Ανόρθωσις”.

“Περιήλθομεν τας διαφόρους συνοικίας και τους συνοικισμούς της πόλεως χθες. Και ομολογούμεν ότι ευρεθημεν προ μιάς ανατριχιαστικής εις τραγικότητα εικόνος. Εις την Κιζίλ Τάμπιαν, ολόκληρος η πολυάνθρωπος εκείνη συνοικία ήτο βυθισμένη εις το πένθος και την θλίψιν. Τα ύδατα του δυτικού διαμερίσματος της πόλεως, καθώς και τα ύδατα του Μασταμπά και του Θερίσου, παρασύροντας και τεραστίας ποσότητας χωμάτων του γυμναστηρίου, εισήθον δια την Πύλης Χανίων και κατέκλυσαν κυριολεκτιλώς την συνοικίανν αυτήν. Τόση δε ήτο η ορμητικότης των, ώστε παρέσυραν κάρρα ολόκληρα και ελαιοβάρελα πλήρη ελαίου εκ Χανίων Πόρτας και διά των στενωπών και σκαλιών δρόμων τα μετέφεραν μέχρι της Αγίας Τριάδος.

Αι οικίαι όσαι δεν κατέρρευσαν, έχουν καταστή ετοιμόρροποι και έχουν πληρωθή από νερά και ιλύν. Τα έπιπλα, τα σκεύη και ο ρουχισμός των κατοίκων παρεσύρθησαν έξω των οικιών και κατεστράφησαν ή εκαλύφθησαν υπό των υδάτων και της λάσπης και κατέστησαν άχρηστα. Ας σημειωθή ότι η στάθμη των υδάτων εις πολλά σημεία ανήλθε εις ύψος 4-5 μέτρων καλύψασα εξ ολοκλήρου πλείστας οικίας. Οι κάτοικοι, άλλοι είχον ανέλθη εις τας στέγας όπου και διενυκτέρευσαν, άλλοι βουτηγμένοι εις την λάσπην και τα νερά προσεπάθουν να καθαρίσουν τα σπίτια των και τα έπιπλά των, άλλοι εις τους δρόμους, έρημοι, έκλαιον και εθρήνουν! Και τέλος άλλοι ησχολούντο με την αναζήτησιν των τυχόν υπαρχόντων θυμάτων.

Και πράγματι χθες την πρωίαν ανεσύρθη νεκρά εκ της κατακλυσθείσης εκ των υδάτων οικίας της η Σταματούλα Παγώνη ή Χατζηκωνσταντή μετά των δύο τέκνων της Χρυσούλας ετών 9 και Γεωργίου ετών 4. Επίσης ευρέθησαν πνιγμέναι εκ των υδάτων αι γραίαι Ελένη Γιασέμου και Παγώνα Παπαδάκη. Ζημίας εκτός των οικιών που κατεστράφησαν, υπέστησαν εις το τμήμα αυτό της πόλεως, τα καταστήματα Διαμαντάκη, Κ. Χατζάκη, Γρηγοράκη, Χατζηδάκη, Περάκη, Βορηά, Δανδαρή, Κοκκινίδη, το εργοστάσιον Στ. Μακράκη και όλα εν γένει τα καταστήματα τα παρά την Πύλην Χανίων. Επίσης ζημίας μεγάλας υπέστησαν το εργοστάσιον Τζωρτζάκη, η εξαγωγική εταιρία σταφίδος, η Ένωσις Σουλτανοπαραγωγών της οποίας εβράχησαν 200 χιλ. οκάδες σταφίδες, το εργοστάσιον Στεφανίδη, το μηχανουργείον Χαραλάμπου Γιγουρτσόπουλου, κατεστρα΄φησαν δε εξ ολοκλήρου τα εμπορεύματα όλων σχεδόν των παντοπωλών της συνοικίας Γ. Δαβάκη, Α. Καλογεράκη, Γ. Χριστοφάκη, Ν. Λιαπάκη, Α. Μακρυδάκη, Ι. Ψαράκη, Α. Ιατράκη, των υποδηματοποιών Π. Τσότρου, Γ. και Ε. Μηλιώρη, Αρ. Αράπογλου, το ελαιουργείον Αρ. Ανωγειανάκη, το ζαχαροπλαστείον Ι. Βραχασωτάκη, τα καφενεία Γ. Συντιχάκη, Μ. Σπαντιδάκη, Γ. Ελευθεριάδη και άλλα.

Τραγική εικόνα παρουσιάζει επίσης ο συνοικισμός της Χρυσοπηγής. Ιδίως εις την περιοχήν της “Κουδουναριάς” κατά μήκος του διερχομένου εκείθεν χειμάρρου, η καταστροφή εκ της πλημμύρας υπήρξεν τεραστία. Υπερπεντήκοντα οικογένειαι έχουν μείνει τελείως άστεγοι. Τα έπιπλα, τα σκεύη και ο ρουχισμός των παρεσύρθησαν δια των υδάτων και εχάθησαν. Εις τα πρόσωπα δε των ανθρώπων αυτών διακρίνει κανείς ακόμη τον τρόμον και την απόγνωσιν. Μέχρι της στιγμής ανερεύθησαν πνιγμένοι ο Θεοδόσιος Παναγιωτάκης ετών 7, η χήρα Ευδοκία Κωνσταντινίδου μετά του τέκνου της Αχιλλέως ετών 9, αγνοείται δε η τύχη του αρτοποιού Γεωργίου Παναγιωτάκη, της συζύγου του Ζωής, της Αναστασίας Κωνσταντινιδου ετών 12 και της υπερενενηκοντούτιδος γραίας Θεανώς μητρός της πνιγείσης Ευδοκίας Κων/νίδου. Πλείσται οικίαι υπέστησαν ολοκληρωτικήν καταστροφήν, πολλά δε κατοικίδια ζώα επνιγησαν. Επίσης κατεστράφη η προ του εργοστασίου Ξενάκη Λιανά γέφυρα.

Τας μεγαλυτέρας καταστροφάς μετά την συνοικίαν Κιζίλ Τάμπιας υπέστη ο συνοικισμός των Νέων Βρυούλλων και του Κατσαμπά. Ο διερχόμενος εκείθεν μικρός ποταμός, υπερχειλίσας εκάλυψε τα πέριξ και παρέσυρε πλείστας οικίας και μέρος της γεφύρας. Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου παρεσύρθη επίσης τελείως. Το επί του κρημνισθέντος σκέλους της γέφυρας περίπτερον του φόρου διοδίων παρεσύρθη επίσης μέχρι της θαλάσσης, αγνοείται δε η τύχη του εν αυτώ υπαλλήλου Γεωργ. Σταυράκη ετών 28 εκ Μοχού. Επίσης ο καρραγωγεύς Νικόλαος Μαυραντωνάκης, προσπαθών να διασώση τον κινδυνεύοντα ίππον του παρεσύρθη υπό των υδάτων και επνίγη. Αι περισσότεραι εκ των οικιών του συνοικισμού κατέρρευσαν ή κατέστησαν ακατοίκητοι, τα πλείστα δε εκ των καταστημάτων, καφενεία, κουρεία, παντοπωλεία κατεκλύσθησαν υπό ιλύος. Επίσης υπό ιλύος κατεκλυσθησαν όλοι σχεδόν οι οικίσκοι, τα εν αυτοίς έπιπλα, σκέυη και ρουχισμός ηχρηστεύθησαν τελείως, οι δε περισσότεροι εκ των κατοίκων παρέμειναν άστεγοι”.

Βέβαια υπήρξαν και στους άλλους συνοικισμούς καταστροφές μικρότερης έκτασης και χωρίς ανθρώπινα θύματα. Στη Χανιώπορτα υπέστησαν σημαντικές ζημιές κάποια σπίτια και προέκυψαν ζητήματα στέγασης διαφόρων οικογενειών. Ακόμα λιγότερες ήταν οι ζημιές στη Ν. Αλικαρνασσό, στην περιοχή του Αγ. Ιωάννη και στη Φορτέτσα. Στις τελευταίες περιοχές δεν δημιουργήθηκε ζήτημα στέγης για καμιά οικογένεια.

Πολλοί πλημμυροπαθείς εγκαταστάθηκαν στη συνοικία των Πατελών, ύστερα από εκείνη τη φοβερή πλημμύρα που ξερίζωσε στην κυριολεξία τα φτωχόσπιτα της Χρυσοπηγής. Τότε τους έφτιαξαν ξύλινες παράγκες στα οικόπεδα που μένουν και σήμερα. Σιγά - σιγά όλοι αυτοί άρχισαν μόνοι τους να χτίζουν σπιτάκια. Συνθήκες όχι και οι καλύτερες θα λέγαμε. Καμαρούλες 2Χ3, αυλές ανήλιαγες, στενοί δρόμοι. Φτώχεια και μιζέρια. Τα γελαστά πρόσωπα σπανίζουν. Τα αθώα παιδικά μάτια σπάνια βλέπεις ξεκάθαρα, τους λείπει η ζεστασιά και το χαμόγελο. Αυτά τα παραπήγματα, αυτές οι παράγκες, υπήρξαν δημιούργημα μιας ανάγκης στη συγκεκριμένη περιοχή, Κάτω από τις ξύλινες ή τσίγκινες αυτές κατασκευές... στεγάζονταν άνθρωποι! Εκεί μέσα συναντούσε κανείς την ανθρώπινη δυστυχία και το βαθύ πόνο σ’ όλο του το μεγαλείο. Αυτή δυστυχώς είναι η ζωή απ’ την άλλη της όψη!

Σύμφωνα με στοιχεία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου ο συνοικισμός Πατέλες πρέπει να υφίσταται περίπου από τις αρχές του εικοστού αιώνα (1902). Γύρω στη δεκαετία του πενήντα πήρε την ονομασία Δημητρίου. Προφανώς κάποιο επίθετο προσφυγικό. Σύμφωνα με τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου επί δημαρχίας Μηνά Γεωργιάδη, σε συνεδρίαση του σώματος στις 3 Οκτωβρίου 1938 ημέρα Δευτέρα, ο πρόέδρος του Γεώργιος Ρασιδάκης εισάγει αναφορά της Τεχνική Υπηρεσίας του Δήμου κατόπιν μελέτης “δια διάστρωσιν και κυλίνδρωσιν της οδού προς Πατέλες παρά την γέφυραν του ρύακος Χρυσοπηγής με προβλεομένην δαπάνην δρχ. 12.000”.

Φυσικά τα παρπάνω εγκρίθηκαν από το σώμα. Επίσης αργότερα σε συνερδρίαση της 9ης Ιουνίου 1953 ημέρα Τρίτη, επί δημαρχίας Γεωργίου Γεωργιάδου του Αλεξανδρου, ψηφίζεται το ποσό των 10.000.000 δρχ. για να βρεθεί οικόπεδο προς αγορά, προκειμένου να κατασκευασθεί το Δημοτικό Σχολείο των Πατελών. Είναι η εποχή που η συνοικία σιγά - σιγά αρχίζει να μεγαλώνει και φυσικά τα παιδιά της περιοχής χρειάζονται σχολείο για να φοιτήσουν.

Να δούμε όμως τι συζητήθηκε σ’ εκείνο το Δημοτικό Συμβούλιο, παρόντων των παρακάτω δημοτικών συμβούλων: Νικολάου Σακλαμπάνη αντιπροέδρου, Γεωργίου Αληγιζάκη, Μιχαήλ Γαρεφαλάκη, Δημητρίου Γιαβρίδη, Μηνά Καπετανάκη, Γεωργίου Καρούζου, Άννας Κατσουλογιώργη, Μαρίας Κριαρά, Εμμανουήλ Λιαπάκη, Στυλιανού Μητσοτάκη, Αντωνίου Μαυράκη, Νικολάου Νταγιαντά, Εμμανουήλ Πετράκη, Αριστείδου Στεργίου, Ιουλίας Φαμελιάδου, Ευαγγέλου Χατζάκη, Ευαγγέλου Χριστοφοράκη και φυσικά παρόντος του δημάρχου. Απουσίαζαν οι Κων/νος Βαρβεράκης, Στυλιανός Γιαμαλάκης, Εμμανουήλ Ματζαπετάκης, Νικόλαος Μανίκας, Στυλιανός Περδικογιάννης, Νικόλαος Φραγκιαδάκης και Νικόλαος Χρονάκης. Ο αντιπρόεδρος Νικόλαος Σακλαμπάνης εισήγαγε αίτηση της Σχολικής Εφορίας του Δημοτικού Σχολείου Πατελών την οποία και ανακοίνωσε παρόντων των παραπάνω και του γραμματέα του Δημοτικού Συμβουλίου Ιωάννη Μανιουδάκη: “Δι’ ιδιωτικών εισφορών κατορθώθη να συγκεντρωθή ποσόν δρχ. 10.000.000 ελπίζομεν δε και εξ ετέρων πόρων να συγκεντρώσουμε έτερον 11.000.000 δρχ. προς εξαγοράν ενός οικήματος αξίας 31.000.000 δρχ. ίνα χρησιμοποιηθεί ως αίκημα του Δημοτικού σχολείου της περιφέρειας Πατελών.

Είμεθα βέβαιοι ότι και ο Δήμος Ηρακλείου θα συμβάλει δι’ ενός ποσού 10.000.000 δρχ. ώστε να εξασφαλισθεί η στέγη του Δημοτικού τούτου σχολείου. Πράγματι τα παραπάνω αποφασίσθηκαν και το σχολείο των Πατελών έγινε.

“Οι Πατέλες ένας από τα αξιοκρατικότερα προάστια της πόλης μας” μας λέει η κυρία Μάνια Παπαδάκη - Μαρή, η οποία συνεχίζει, αφού θυμάται αρκετά από εκείνη την εποχή: “Ήταν το προάστιο του Ξανθουδίδη και του Μανωλάκη Αλεξίου του Μιχαήλ. Η περιοχή ήταν γεμάτη αμπέλια και λιόφυτα και είχαν τα μετόχια τους εδώ οι προαναφερθείσες οικογένειες. Η περιοχή των Πατελών ξεκινούσε από τη σημερινή Λεωφ. Δημοκρατίας όπως ερχόμαστε από το κέντρο της πόλης στρίβοντας αριστερά μετά του Κριτσά ή μετά του Αιμίλιου όπως έλεγαν οι παλιότεροι, από το ύψος που βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Άννας σήμερα και φτάνει περίπου μέχρι την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Πόρο. Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες, έκαναν τον προσφυγικό συνοικισμό απέναντι από το μετόχι του Αλεξίου, στα αμπέλια της Φούμαινας, η οποία ήταν κόρη του Εμμανουήλ Αλεξίου του Μιχαήλ. Ο συνοικισμός είχε πράσινο, δέντρα, λουλούδια, μουρνιές, πολλά πεύκα και πολλοί που είχαν αναπνευστικά προβλήματα φρόντιζαν να μένουν εκεί. Μετά από την πλημμύρα του 1937, δημιουργήθηκαν παράγκες για τους πλημμυροπαθείς. Το μετόχι Ξανθουδίδη ή λιόφυτο όπως το έλεγαν, ήταν γεμάτο από πεύκα, ελιές, αμπέλια και λουλούδια. Κάτι ανάλογο ήταν και το μετόχι Αλεξίου. Ήταν ένας πραγματικός παράδεισος. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50, εκτός από τα προσφυγικά σπίτια και τις παράγκες τα άλλα σπίτια ήταν πολύ λίγα. Τα παιδιά είχαν τεράσιους χώρους για παιχνίδι (κουτσό, σχοινάκι, μπίλιες, σβούρα, ποδόσφαιρο, καραγκιόζης). Τις δεκαετίες 50, 60 και 70 πολλά σχολεία πήγαιναν εκδρομή στις Πατέλες, αφού οι χώροι για να παίξουν τα παιδιά ήταν απεριόριστοι (κτήμα Ξανθουδίδη, οικόπεδα Πασχαλίδη, το σημερινό του Λυδάκη και οικόπεδα του Ακράτου). Ακόμα και τώρα το λεωφορείο κάνει στάση στους Αθανάτους. Εκεί ήταν τα σπίτια του παπά Γιώργη Μπελαδάκη και του Χρονάκη. Ακόμα πολλοί θα θυμούνται τη σπηλιά του Κοσμαδάκη στην οποία έμειναν μέχρι τις αρχές του ’60 δυο οικογένειες του Μίγκλη ή Σπηλιώτη και του Πακιουφάκη. Ο κεντρικός δρόμος ήταν ένα μονοπάτι που χωρούσε ένα λεωφορείο κόκκινο της γραμμής κάθε μισή ώρα με τον εισπράκτορα που σου έκοβε το εισιτήριο μια δραχμή και αργότερα μία δραχμή και δέκα λεπτά. Το κέντρο του Ηρακλείου ήταν μακριά για τους Πατελιανούς, οι οποίοι όταν είχαν πολλές δουλειές κατέβαιναν στη Χώρα, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσαν το Ηράκλειο. Ακριβώς απέναντι από το κτήμα Αλεξίου τη δεκαετία του ’50 και ’60 υπήρχε μια μονοκατοικία της οικογένειας Ακράτου με κρεβατίνα και λουλούδια το οποίο αργότερα αγόρασε ο Χρήστος Βουλγαράκης, δημοτικός υπάλληλος, ο οποίος εργάσθηκε και στη Βικελαία Βιλιοθήκη μετά τον Στέργιο Σπανάκη, μαζί με τον Νικόλαο Σταυρινίδη. Δίπλα στο σπίτι του Βουλγαράκη αγόρασαν οικόπεδα οι οικογένειες Ψαρράκη και Φουκαράκη και το 1987 έγινε απαλλοτρίωση των οικοπέδων αυτών από το Δήμο Ηρακλείου. Πρόκειται για την περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Αθλητικό Κέντρο Πατελών. Θυμάμαι τους φετσολαδάδες ν’ αγοράζουν φετσόλαδα, φωνάζοντας, θυμάμαι τον Βαγγέλη Παπαγγελή που πουλούσε πάγο καθημερινά, θυμάμαι το κάρο του Δήμου με το καμπανάκι που περνούσε για να πάρει τα σκουπίδια. Πολλές φορές θυμάμαι ακόμα κάποιες γυναίκες που έφερναν κάτι για να το διατηρήσει η γιαγιά μου στο ψυγείο της, ένα ξύλινο καφέ λέγοντάς της: “Θα μου το κρατήσεις για μερικές μέρες;”. Και τί να πρωτοθυμηθεί κανείς συμπληρώνει η κυρία Μάνια Παπαδάκη - Μαρή, από εκείνες τις πραγματικά όμορφες εποχές; Το μπακάλικο του Σπύρου απέναντι από το περίπτερο του Κόκκου, λίγο πιο κάτω το μπακάλικο του Κώστα του Παναγιώταρου ή Αλευρά (τον έλεγαν έτσι γιατί πωλούσε πολύ αλεύρι). Επίσης το μπακαλικάκι του Πρόδρομου μέσα στο ίδιο του το σπίτι ο οποίος ήταν πρόσφυγας, τα κρεοπωλεία των Κρεμασμένου, Μπινίχη, Μακρυδάκη, Κατσάφαρου, ο φούρνος του Γκανιώλου (με τη σειρά στέκονταν οι νοικοκυρές γιατί έφτιαχνε ωραίο ψητό), ο φούρνος του Κατσέλη, πίσω από το σπίτι του παπά Γιώργη Μπελαδάκη”. Ένας γνήσιος Πατελιανός ο κ. Γιώργος Αποστολάκης που ζει κάποιες δεκαετίες εκεί θυμάται πολλά, έχει ακούσει πολλά και μας λέει: “Οι Πατέλες κατοικήθηκαν από Μικρασιάτες το 1946-1947. Ήταν ευλαβείς και στην αρχή έφτιαξαν την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα με πισόχαρτο. Αργότερα με εράνους και δωρεές έγινε η σημερινή εκκλησία που βλέπουμε. Πήρε το όνομά της από την εικόνα της Μεταμόρφωσης η οποία χρονολογείται γύρω στα 1847 και την έφερν αυτή την εικόνα από την Μικρά Ασία. Για να την περάσουν από τους Τούρκους και να μη γίνει αντιληπτή, η γιαγιά μου η Αμαλία Παναγιώταρου την έκανε κούνια κι εκεί έφερε τη μητέρα μόλις 2 μηνών, τα άλλα δύο παιδιά της τα κρατούσε στην αγκαλιά της, ήταν πιο μεγάλα. Στις Πατέλες έμεινε και ένας αγιογράφος ο Γιώργος Καλτσάς ο οποίος έφτιαχνε εικόνες με στοιχεία ανάμεικτα Αναγέννησης και Βυζαντινής τεχνοτροπίας. Πέθανε τη δεκαετία του ’70. Έργα του είναι η μεγάλη εικόνα της Μεταμόρφωσης που βρίσκεται στον ομώνυμο Ιερό Ναό των Πατελών. Θυμάμαι τους Πατελιανούς και τους ζω και σήμερα. Είναι άνθρωποι εργατικοί, φιλόξενοι, ο ένας βρίσκεται και πάντοτε στηρίζει τον άλλο”.

Η κυρία Σεβαστή θυμάται τη σπηλιά που προαναφέραμε η οποία ήταν στο χώρο εκείνο στον οποίο σήμερα βρίσκεται το τεγνοκαθαριστήριο “Κνωσός”. Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’50 μας λέει, για το πόσο όμορφα ήταν τακτοποιημένο το μέρος αυτό που έμειναν οι δυο οικογένειες και ακόμα θυμάται τον Δεκαπενταύγουστο, την παραμονή της γιορτής της Παναγίας που μαζεύονταν οι γείτονες στη σπηλιά και ξενυχτούσαν την εικόνα της Παναγίας με περισσή ευλάβεια και κατάνυξη. Άλλες εκείνες οι εποχές, διαφορετικοί φυσικά οι άνθρωποι στα έθιμα και στις παραδόσεις.

Πατέλες! Ένα από τα προάστια της πόλης μας. Μια περιοχή συνδεδεμένη με μνήμες και θύμησες αλλοτινές. Με επώνυμους Ηρακλειώτες αριστοκράτες αλλά και με ανθρώπους κυνηγημένους και κατατρεγμένους, έτσι όπως τους όρισε η ίδια η μοίρα. Ανθρώπους που αγωνίσθηκαν και επιβίωσαν, οι ίδιοι αλλά και οι οικογένειές τους, με αξιοπρέπεια και σεβασμό, ξεπερνώντας τις πολλές δυσκολίες με τις οποίες πάντα η ζωή ξέρει να τους δοκιμάζει. Ίσως κάποιοι θα θυμούνται απέναντι από τη Γερωνυμάκη, τους γλεντζέδες, ως επι το πλείστον, να τρώνε το μοναδικό σε νοστημιά πατσά του Χιώτη, αλλά και τις ανεπανάληπτες γεύσεις του Τζιράκη...

Υ.Γ.: Θεωρώ χρέος μου να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που με βοήθησαν στην προσπάθειά μου αυτή. Την κυρία Μάνια Παπαδάκη - Μαρή, τον κ. Μανόλη Παγωμένο, τον κ. Γιώργο Αποστολάκη, την κυρία Σεβαστή και φυσικά τον συνάδελφό μου Μηνά Γεωργιάδη, υπεύθυνο του τμήματος Εφημερίδων και Περιοδικών της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους!