Του Ν. Τσαγκαράκη
Ηστήλη σήμερα επισημαίνει μια κινηματογραφική παράδοση που έχει εκλείψει μαζί με μια ολόκληρη εποχή…
ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ… Η ΜΟΥΣΙΚΗ
Πριν από μερικές εβδομάδες, στην απόπειρά μου να εξοικειωθώ με τη μυθολογία του Star Trek εν όψει της κυκλοφορίας της νέας ταινίας, ανέτρεξα στις δέκα προηγούμενες της σειράς, ξεκινώντας από τον πρώτο τίτλο, «Star Trek: the motion picture», ακολουθώντας τις επόμενες μέρες τους υπόλοιπους χρονολογικά. Μην έχοντας ασχοληθεί προηγουμένως με τη δημοφιλή σειρά, περίμενα ανυποψίαστος την αρχή της ταινίας και συνάντησα μια πολύ ευχάριστη έκπληξη: μια ολιγόλεπτη ενθουσιώδη μουσική εισαγωγή, ακριβώς πριν από τους κυρίως τίτλους του φιλμ. Δεδομένου ότι η παραγωγή γυρίστηκε το 1979, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι διατηρούσε ένα παραδοσιακό υφολογικό στοιχείο σαν αυτό, που προερχόταν από τη δεκαετία του ’20, χρησιμοποιήθηκε συχνότερα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, και άρχιζε να εξαφανίζεται από τη δεκαετία του ’70, ενώ προσφάτως μόνο δύο τίτλοι σημειώνονται να φέρουν μουσική εισαγωγή, το «Χορεύοντας στο σκοτάδι» (Λαρς φον Τρίερ, 2000) και το «Βασίλειο του Ουρανού» (Ρίντλεϊ Σκοτ, 2005).
Αυτή η μουσική εισαγωγή που προηγείται των κυρίως τίτλων δανείζεται το όνομά της από τη μουσική ορολογία, και είναι γνωστή ως ουβερτούρα (γαλ. οuverture= εισαγωγή). Χρησιμοποιεί αποσπάσματα από τη μουσική σύνθεση της ταινίας για να προετοιμάσει, να προδιαθέσει το κοινό για όσα πρόκειται ν’ ακολουθήσουν και ακούγεται μπροστά από ένα οπτικό φόντο σχεδιασμένο βάσει κάποιου οπτικού μοτίβου του φιλμ. Ξεκίνησε στη διάρκεια της λεγόμενης ‘κλασικής’ εποχής του Χόλυγουντ (η τριακονταετία ανάμεσα στις δεκαετίες ’20 και ’50) όταν ο κινηματογράφος ζούσε τα χρόνια της μεγάλης του ακμής, όταν τα στούντιο ήταν πανίσχυρες αυτόνομες επιχειρηματικές αυτοκρατορίες με δεσποτικούς παραγωγούς, αδιαφιλονίκητους σταρ, παράγοντας εικόνες κολοσσιαίων μεγεθών σε φυσική κλίμακα. Μια εποχή, κατά την οποία η επίσκεψη στον κινηματογράφο ήταν από μόνη της ένα κοινωνικό γεγονός, ανεξαρτήτως από την προβαλλόμενη ταινία. Το σινεμά παρείχε την ελκυστικότερη κι εντυπωσιακότερη εναλλακτική πραγματικότητα στην κοινωνία της εποχής, όταν ο κόσμος προσπαθούσε να συνέλθει από οικονομικές κρίσεις και πολέμους.
Τότε ακόμη ο κινηματογράφος επεδίωκε να διατηρεί ζωντανή τη σχέση του με τις άλλες τέχνες από τις οποίες θεωρούσε ότι καταγόταν -το θέατρο και η ορχηστρική μουσική στην προκειμένη περίπτωση- και τις πρακτικές των οποίων χρησιμοποιούσε για ν’ αντλήσει κύρος και σεβασμό, κάτι που δεν ήταν ακόμη δεδομένο γι’ αυτόν, αφού παρότι είχαν ήδη εμφανιστεί προ πολλού οι πρώτοι θεωρητικοί υπερασπιστές της καλλιτεχνικής υπόστασης του κινηματογράφου, η ευρύτερη κοινότητα καλλιτεχνών και ακαδημαϊκών δεν είχε ακόμη πειστεί γι’ αυτή.
Οι κινηματογραφικές αίθουσες ήταν μεγάλες, ευρύχωρες, με πλούσια στολισμένη διακόσμηση, εξώστες, θεωρεία, διαρρύθμιση ανάλογη του προσωνυμίου τους ως ‘movie palaces’/ ‘κινηματογραφικών παλατιών’. Σημαντική λεπτομέρεια της εσωτερικής διακόσμησης ήταν επίσης οι κουρτίνες που κάλυπταν την οθόνη και άνοιγαν για να φανερώσουν το προσφερόμενο θέαμα. Μάλιστα, ορισμένες από τις παλιότερες μεγάλες αίθουσες στο εξωτερικό που έχουν γλυτώσει την καταστροφή, συνεχίζουν ακόμη αυτή την ‘ιεροτελεστία’, την οποία οι περισσότεροι πια θεωρούν παρωχημένη και ασήμαντη, αλλά στα δικά μας μάτια ενισχύει τη σημασία της αίθουσας ως ιδανικού χώρου έκθεσης μιας ταινίας και εντείνει τη μαγεία της προβολής ενός κόσμου που παρασέρνει τον θεατή αντί απλώς μιας σειράς από εικόνες ανάμεσα στις χιλιάδες που περνάνε μπροστά από τα μάτια του καθημερινά, ανεξάρτητα από την πηγή και τον σκοπό τους.
Μεγαλεπήβολες, πανάκριβες παραγωγές είχαν εντάξει ουβερτούρα στη σεναριακή δομή τους άλλοτε ως ένδειξη των καλλιτεχνικών τους προθέσεων, άλλοτε ως επίδειξη του εντυπωσιακού τους μεγέθους, κι άλλες φορές απλώς ως ‘προθέρμανση’. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν τίτλοι όπως «King Kong» (Μέριαν Σ. Κούπερ- Έρνεστ Μπ. Σιόντσακ, 1933), «Όσα παίρνει ο άνεμος» (Βίκτορ Φλέμινγκ- Τζωρτζ Κιούκορ- Σαμ Γουντ, 1939), «Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο» (Τζιν Νεγκουλέσκο, 1953), «Ανατολικά της Εδέμ» (Ελία Καζάν, 1955), «Οι δέκα εντολές» (Σεσίλ Μπ. ΝτεΜίλ, 1956), «Υψηλή κοινωνία» (Τσαρλς Γουόλτερς, 1956), «Μπεν-Χουρ» (Γουίλιαμ Γουάιλερ, 1959), «West side story» (Τζερόμ Ρόμπινς- Ρόμπερτ Γουάιζ, 1961), «Ο Λώρενς της Αραβίας» (Ντέιβιντ Λιν, 1962), «Κλεοπάτρα» (Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, 1963), «Ωραία μου κυρία» (Τζωρτζ Κιούκορ, 1964), «Δόκτωρ Ζιβάγκο» (Ντέιβιντ Λιν, 1965), «2001: Οδύσσεια του διαστήματος» (Στάνλυ Κιούμπρικ, 1968).
Σήμερα, παρότι το κινηματογραφικό θέαμα παραμένει ζωντανό και κυρίαρχο, η ουβερτούρα έχει εκλείψει ως στοιχείο αταίριαστο με τους φρενήρεις ρυθμούς με τους οποίους στήνονται οι εικόνες και η δομή μιας ταινίας. Ακόμη και στις τηλεοπτικές εκδοχές των παραπάνω τίτλων έχουν απαλειφθεί οι μουσικές εισαγωγές ως στοιχείο βαρετό για το ανυπόμονο τηλεοπτικό κοινό που ανά πάσα στιγμή μπορεί ν’ αλλάξει κανάλι. Κι ίσως αυτό να μην είναι τόσο περίεργο πια, αφού η ουβερτούρα γραφόταν για μια εποχή όταν για να δει κανείς ταινίες έπρεπε να πάει σ’ αυτές και να τις απολαύσει σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, αντί να ‘στριμώχνει’ κακέκτυπά τους σε ακατάλληλες οθόνες, ζημιώνοντας την όραση και την αισθητική του.

